Τετάρτη 19 Σεπτεμβρίου 2018 Βρείτε μας στο FacebookΒρείτε μας στο GooglePlus

Ψυχροπολεμική αβεβαιότητα

Του Γιώργου Καπόπουλου

 

Στη δεύτερη κατά σειρά εξαετή και τέταρτη συνολικά μετά το 2000 θητεία του στο Κρεμλίνο ο Πούτιν δεν φαίνεται να τρέφει αυταπάτες για την σε βραχυπρόθεσμο ή μακροπρόθεσμο ορίζοντα εξομάλυνση των σχέσεων της Ρωσίας με τη Δύση, τις ΗΠΑ, δηλαδή, και την Ε.Ε.

Άλλωστε μια προσεκτική μελέτη της εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ μετά τη διάλυση της ΕΣΣΔ τον Δεκέμβριο του 1991 καταδεικνύει ότι από την άνοιξη του 1992 το Εθνικό Συμβούλιο Ασφαλείας στην Ουάσινγκτον ανέδειξε σε στρατηγική προτεραιότητα την αποτροπή συγκρότησης μιας ζώνης επιρροής της Μόσχας στην πρώην ΕΣΣΔ υπό οποιαδήποτε μορφή.

Σχεδόν έναν χρόνο πριν, τον Ιούλιο του 1991, ο Μπους πατήρ μιλώντας στην κεντρική πλατεία του Κιέβου είχε συστήσει στους Ουκρανούς εθνικιστές ψυχραιμία και ρεαλισμό, ώστε να καταστεί δυνατή μια μεταρρύθμιση της ΕΣΣΔ και η αποτροπή ενός γενικευμένου ντόμινο αποσταθεροποίησης που θα ακολουθούσε τη διάλυσή της.

Σύγκλιση

Στην πρώτη δεκαετία του 21ου αιώνα ο Πούτιν επένδυε προφανώς στη διαφοροποίηση της στάσης της Γερμανίας και της Γαλλίας απέναντι στη Ρωσία από τις ΗΠΑ. Τόσο ο γαλλογερμανικός άξονας όσο και το Κρεμλίνο έμοιαζαν να συμφωνούν σιωπηρά ότι, με εξαίρεση τις τρεις βαλτικές χώρες, η διεύρυνση του ΝΑΤΟ και της Ε.Ε. σταματά στα σύνορα της πρώην ΕΣΣΔ.

Η διαφοροποίηση του Βερολίνου και του Παρισιού από την Ουάσινγκτον σε σχέση με τη στάση της Δύσης απέναντι στη Ρωσία κορυφώθηκε το 2003, όταν αμέσως μετά τη σύγκρουση των Σιράκ-Σρέντερ με τον Μπους υιό εγκαινιάστηκαν οι τριμερείς συναντήσεις κορυφής Γαλλίας, Γερμανίας και Ρωσίας.

Στη σύνοδο κορυφής του ΝΑΤΟ στο Βουκουρέστι την άνοιξη του 2008 Βερολίνο και Παρίσι έδειξαν κόκκινη κάρτα στον Μπους, όταν η αμερικανική πλευρά επιχείρησε να δρομολογήσει την προσέγγιση και στη συνέχεια την ενταξιακή προοπτική της Ουκρανίας και της Γεωργίας στην Ατλαντική Συμμαχία. Ήταν μία ακόμη επιβεβαίωση της προσέγγισης του Πούτιν, που θεωρούσε την ψυχροπολεμική παλινδρόμηση και απομόνωση της Ρωσίας από δύσκολη έως αδύνατη λόγω των διαφορετικών ζωτικών συμφερόντων ΗΠΑ και Ε.Ε. στην Ευρασία.

Για τις ΗΠΑ του Μπους, αλλά και του Ομπάμα στη συνέχεια, η ανυπαρξία κινδύνου εξ Ανατολών για την Ευρώπη, αλλά πολύ περισσότερο μια ευρασιατική σύγκλιση Ε.Ε.-Ρωσίας, εκ των πραγμάτων περιθωριοποιεί τον ρόλο της Ουάσινγκτον ως εγγυήτριας της ευρωπαϊκής ασφάλειας.

Έτσι, από τη σύνοδο κορυφής του ΝΑΤΟ στο Βουκουρέστι την άνοιξη του 2008 φτάσαμε στη σύνοδο κορυφής της Ε.Ε. στο Βίλνιους της Λιθουανίας στις αρχές Νοεμβρίου του 2013, όπου με πρωτοβουλία της Πολωνίας επί της ουσίας η Ευρώπη διεμήνυσε στις πρώην σοβιετικές δημοκρατίες της Ευρώπης ότι μια εξελικτική πορεία προσέγγισής τους θα μπορούσε να οδηγήσει σε μια ακόμη διεύρυνση προς Ανατολάς.

Υποτροπή

Το 2013 δεν ήταν 2008 για πολλούς λόγους. Το 2008 ήταν ακόμη ζωντανή η δυναμική αν όχι πλήρους χειραφέτησης της Ευρώπης τουλάχιστον επανεξισορρόπησης της διατλαντικής σχέσης με τη συγκρότηση ενός συνεκτικού ευρωπαϊκού πόλου.

Το 2013, με δεδομένη την κρίση στην Ευρωζώνη από την άνοιξη του 2008 και το βραχυκύκλωμα στην προοπτική πολιτικής ενοποίησης της Ε.Ε., και οι ΗΠΑ απέκτησαν ρόλο στις ενδοευρωπαϊκές ισορροπίες και χώρες όπως η Πολωνία μπορούσαν πλέον να προωθήσουν τη δική τους ατζέντα απέναντι στη Μόσχα.

Έτσι, Δύση και Ρωσία έφτασαν τον χειμώνα του 2013 και το πρώτο εξάμηνο του 2014 σε μια, με επίκεντρο την Ουκρανία, πρωτοφανή υποτροπή των σχέσεών τους. Στην παραπάνω χρονική περίοδο επιβεβαιώθηκε και η οριοθετημένη δυνατότητα διαφοροποιημένης ευρωπαϊκής στάσης απέναντι στη Ρωσία του Πούτιν: Το πραγματικό δίλημμα για το Βερολίνο και το Παρίσι δεν ήταν η ακολουθητέα απέναντι στη Μόσχα πολιτική αλλά η υποχρεωτική εναρμόνιση με την Ουάσινγκτον, καθώς η βραχυκυκλωμένη από την κρίση της Ευρωζώνης Ε.Ε. δεν είχε τη δυναμική χειραφέτησης που είχαν αξιοποιήσει οι Σιράκ-Σρέντερ μετά την άνοιξη του 2003 για να επιδιώξουν ευρασιατική σύγκλιση με το Κρεμλίνο.

Από τη Μέση Ανατολή στη Γηραιά Ήπειρο

Έτσι, ένας νέος ψυχρός πόλεμος έμοιαζε να ξεκινά με επίκεντρο την Ουκρανία, με τη Μόσχα να καταγράφει την περιορισμένη δυνατότητα διαφοροποίησης της Ε.Ε. από τις ΗΠΑ και τη χρόνια ψύχωση του Κρεμλίνου για επανέκδοση της απομόνωσης της Ρωσίας την εποχή του Κριμαϊκού Πολέμου (1853-1856) απέναντι στη Δύση να υλοποιείται.

Ταυτόχρονα όμως με την ανάφλεξη στην Ουκρανία, ο Πούτιν μεγιστοποίησε την ανάμειξη της Μόσχας στη Συρία και στην ευρύτερη Μέση Ανατολή, αξιοποιώντας τις αντιφάσεις και τις παλινδρομήσεις της αμερικανικής πολιτικής με διμερείς ή και πολυμερείς προσεγγίσεις.

Το ερώτημα που τίθεται πλέον, στην αρχή της τέταρτης προεδρικής θητείας Πούτιν στο Κρεμλίνο, είναι κατά πόσο τόσο το βραχυκύκλωμα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης όσο και ο μονομερής προστατευτισμός των ΗΠΑ του Τραμπ θα δώσουν στο Κρεμλίνο τη δυνατότητα εφαρμογής της επιτυχούς συνταγής της ρωσικής διπλωματίας στη Μέση Ανατολή στο έδαφος της Γηραιάς Ηπείρου.