
Του Γιαννάκη Λ. Ομήρου
Εξακολουθεί με επαναλαμβανόμενες δηλώσεις του ο Τουφάν Ερχιουρμάν, να θέτει προϋποθέσεις και όρους για να προσέλθει σε διαπραγματεύσεις.
ΟΙ ΠΡΟΥΠΟΘΕΣΕΙΣ
Πρώτον, η αποδοχή από Ε/Κ πλευράς της πολιτικής ισότητας. Μια θέση που έχει από μακρού γίνει αποδεκτή από την Ε/Κ πλευρά με μια βασική προσθήκη. Ότι η πολιτική ισότητα, σημαίνει αποτελεσματική συμμετοχή στα πολιτειακά όργανα και όχι αριθμητική ισότητα. Όπως ακριβώς διαλαμβάνουν ρητά τα ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών. Σε αντίθετη περίπτωση, θα οδηγηθούμε σε ένα δυσλειτουργικό δικέφαλο κράτος που θα οδηγείται σε αδιέξοδα και θα αδυνατεί να λειτουργήσει στο πλαίσιο της Ε.Ε.
Είναι απορίας άξιον το γεγονός ότι ο Τ/Κ ηγέτης, παρά το ότι υπήρξε συμφωνία για το θέμα της πολιτικής ισότητας, που ανακοινώθηκε μάλιστα από τα Ηνωμένα Έθνη, μετά από συνάντηση Χριστοδουλίδη – Ερχιουρμάν, ο τελευταίος εξακολουθεί να εμμένει σε δηλώσεις του ότι «πάντα πίστευε, ότι το μεγαλύτερο εμπόδιο για τη λύση του Κυπριακού υπήρξε η άρνηση της Ε/Κ πλευράς να αποδεχθεί τη πολιτική ισότητα».
Δεύτερη προϋπόθεση, που θέτει ο Ερχιουρμάν, είναι να υπάρξει χρονοδιάγραμμα στις διαπραγματεύσεις και να μην είναι ανοικτού τέλους, χωρίς αποτέλεσμα.
Είναι προφανές ότι ασφυκτικά χρονοδιαγράμματα δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτά από Ε/Κ πλευράς, κατά πάγια θέση του παρελθόντος, πέραν ενός λογικού χρονικού περιθωρίου το οποίο θα μπορούσε να συμφωνηθεί. Είναι ωστόσο σαφές ότι απόψεις που προβλήθηκαν από Τ/Κ πλευράς στο παρελθόν, ότι η μη επίτευξη θετικού αποτελέσματος στις διαπραγματεύσεις θα οδηγούν σε αναγνώριση «κυριαρχικής ισότητας» και «ίσου διεθνούς καθεστώτος» δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτές.
Η Τρίτη προϋπόθεση είναι «να μην ανοίξουν ξανά θέματα που έχουν ήδη συμφωνηθεί». Η προϋπόθεση αυτή παραπέμπει μεταξύ άλλων, στο περιβόητο «πλαίσιο Γκουτέρες». Η θέση της Ε/Κ πλευράς είναι ότι αυτό το πλαίσιο θα πρέπει να αξιοποιηθεί στις διαπραγματεύσεις, προφανώς όχι χωρίς περαιτέρω διασαφηνίσεις, επεξηγήσεις και ερμηνείες «εποικοδομητικών ασαφειών». Αυτονόητο είναι ότι το Κυπριακό δεν μπορεί να λυθεί στη βάση επικεφαλίδων ή βασικών αρχών, όπως περιέχονται στο «πλαίσιο Γκουτέρες». Αν έτσι έχουν τα πράγματα θα είχαμε λύση στη βάση των βασικών αρχών που αναφέρονται στις «συμφωνίες υψηλού επιπέδου» Μακαρίου – Ντεκτάς και Κυπριανού – Ντεκτάς του 1977 και 1979. Και βέβαια θα πρέπει να υπομνησθεί η βασική αρχή ότι «τίποτε δεν θεωρείται συμφωνηθέν εκτός αν συμφωνηθούν όλα».
Η τέταρτη προϋπόθεση, που έθεσε ο Τουφάν Ερχιουρμάν, είναι «να υπάρξουν εγγυήσεις για το αποτέλεσμα ακόμα και αν αυτές καταρρεύσουν».
Η ερμηνεία αυτής της προϋπόθεσης είναι προβληματική καθώς δεν διασαφηνίζεται, ποιο αποτέλεσμα εννοείται.
Είναι σαφές ότι αν οι συνομιλίες καταρρεύσουν, αποτέλεσμα δεν θα υπάρξει. Δηλαδή δεν θα υπάρξει συμφωνημένη λύση. Άρα ποιο αποτέλεσμα θα υπάρξει και μάλιστα με εγγυήσεις; Αν υπονοείται ότι θα πρέπει να υπάρξει αναγνώριση του κατοχικού μορφώματος, ισότιμο διεθνές καθεστώς και κυριαρχική ισότητα, είναι αυτονόητο ότι κάτι τέτοιο δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό από Ε/Κ πλευράς.
Ο κατάλογος απαιτήσεων της Τ/Κ πλευράς:
Οι δέκα απαιτήσεις – προτάσεις – εισηγήσεις του Τ/Κ ηγέτη, προκειμένου όπως ανέφερε να δημιουργηθεί «ατμόσφαιρα λύσης», θα πρέπει να αξιολογηθούν προσεκτικά.
Μερικά, όπως διευκολύνσεις στα οδοφράγματα, επίσκεψη ηγετών στη ΔΕΑ, διευκολύνσεις στο εμπόριο με βάση τον κανονισμό της πράσινης γραμμής, φιλικοί ποδοσφαιρικοί αγώνες για παιδιά κάτω των 14 ετών και το θέμα εναρμόνισης της Τ/Κ κοινότητας με το Ευρωπαϊκό κεκτημένο, προφανώς και μπορούν να συζητηθούν.
Μερικές ωστόσο από τις εισηγήσεις, όπως οι υπηκοότητες σε παιδιά μικτών γάμων, τερματισμός διώξεων των σφετεριστών Ε/Κ περιουσιών στα κατεχόμενα και κανάλι επικοινωνίας μεταξύ «Τ/Κ και Ε/Κ δυνάμεων ασφαλείας», αγγίζουν την ουσία του Κυπριακού και εμπεριέχουν τον κίνδυνο αναγνώρισης των τετελεσμένων της εισβολής και της κατοχής.
Ενδεικτική αυτού του κινδύνου είναι η πρόταση για το «κανάλι επικοινωνίας των Ε/Κ και των Τ/Κ δυνάμεων ασφαλείας». Είναι χρήσιμο να υπενθυμίσουμε ότι από το 1974 καθιερώθηκε ως πρακτική, από τον ίδιο τον ΟΗΕ, οι επαφές μεταξύ των δύο πλευρών σε στρατιωτικό επίπεδο να γίνονται σε επίπεδο αρχηγού των κατοχικών δυνάμεων και του αρχηγού της Εθνικής Φρουράς.
Και αυτό, ως αναγνώριση του γεγονότος ότι υπάρχει τουρκική στρατιωτική κατοχή.
Μετά την εκεχειρία του 1974, ο επικεφαλής της Ειρηνευτικής Δύναμης στην Κύπρο και για τον σκοπό οριοθέτησης της «γραμμής καταπαύσεως του πυρός», κάλεσε τον Τούρκο επικεφαλής των δυνάμεων εισβολής και τον αρχηγό της Εθνικής Φρουράς να επιθεωρήσουν ολόκληρο το μέτωπο της αντιπαράταξης και να καταλήξουν σε σχετική συμφωνία. Αυτή η πρακτική δεν μπορεί και δεν πρέπει να αλλάξει.
Το ίδιο ισχύει και σε ότι αφορά τα αιτήματα για τις υπηκοότητες και τους σφετεριστές στα κατεχόμενα. Ικανοποίηση αυτών των αιτημάτων θα οδηγήσουν αναπόδραστα σε μορφές αναγνώρισης των τετελεσμένων της εισβολής – κατοχής, με οφθαλμοφανή τον κίνδυνο παραμόρφωσης του χαρακτήρα του κυπριακού προβλήματος.
Συμπερασματικά. Ασφαλώς επιθυμούμε επανάληψη των διαπραγματεύσεων. Το συντομότερο δυνατόν. Σε καμιά όμως περίπτωση αυτή η επιθυμία δεν πρέπει να οδηγήσει σε εκ των προτέρων έκπτωση προς βασικές αρχές της λύσης. Οι οποίες κατοχυρώθηκαν με ψηφίσματα και αποφάσεις, τόσο του ΟΗΕ όσο και της Ε.Ε.
Πρώην Προέδρου Βουλής Των Αντιπροσώπων
