Ώρα για διαφάνεια στο lobbying;

Του Ανδρέα Γιαννόπουλου 

Πολλά δοχεία μελάνης έχουν καταναλωθεί εδώ και χρόνια ως προς την ανάγκη περισσότερης διαφάνειας στη δημόσια ζωή. Όχι πάντοτε εις μάτην, μιας και σημαντικοί θεσμοί έχουν δημιουργηθεί και στην Ελλάδα, με αντικείμενο τη διαφάνεια σε διάφορες εκφάνσεις. 

Ωστόσο, υπάρχει ακόμη ένα πεδίο στο οποίο δεν έχει υπάρξει η παραμικρή σχετική πρωτοβουλία της πολιτείας. Πρόκειται για τις σχέσεις ανάμεσα στους πολιτικούς και τους κρατικούς αξιωματούχους (government officials) και τις ομάδες πίεσης ή συμφερόντων, πιο γνωστά ως lobbies. 

Κατ’αρχάς, θα ήταν χρήσιμο να διευκρινιστεί ότι, σε όλο τον κόσμο, υπάρχει μια κατηγορία επαγγελματιών, οι οποίοι ασκούν το επάγγελμα των «δημοσίων/εταιρικών υποθέσεων» («public/corporate affairs»), είτε στο πλαίσιο μεγάλων εταιρειών είτε επαγγελματικών ενώσεων και ΜΚΟ είτε ως σύμβουλοι. Σε ορισμένες δε πρωτεύουσες, όπως στην Ουάσιγκτον και τις Βρυξέλλες, είναι τόσοι πολλοί αυτοί οι επαγγελματίες, που θα νόμιζε κανείς ότι «οι μισοί κάνουν lobbying στους άλλους μισούς».

Πρόκειται, δηλαδή, για μια επαγγελματική δραστηριότητα σαν οποιαδήποτε άλλη. Οι  επαγγελματίες δημοσίων/εταιρικών υποθέσεων συνεισφέρουν στην ύπαρξη μιας υγιούς δημοκρατικής διαδικασίας, ενεργώντας ως σύνδεσμοι ανάμεσα στην business κοινότητα, την κοινωνία των πολιτών και τους πολιτικούς εταίρους (stake holders). Η μαρτυρία τους είναι απαραίτητη στη διαδικασία λήψης αποφάσεων, μιας και «όσα ξέρει ο νοικοκύρης, δεν τα ξέρει ο κόσμος όλος». Οι πολιτικοί εταίροι, από την πλευρά τους, δεν έχουν λόγο να αρνούνται τη διαβούλευση με τις ομάδες πίεσης. Θα επρόκειτο για άφρονα άρνηση, από την οποία θα στερούνταν, ενδεχομένως, σημαντική γνώση για θέματα που δεν προορίζονται να γνωρίζουν σε βάθος. Προκύπτει δε ως αυτονόητο ότι οι πληροφορίες αυτές θα πρέπει να διυλίζονται και να αξιολογούνται δεόντως πριν ληφθούν αποφάσεις.

Για αυτό και είναι σημαντικό οι επαγγελματίες δημοσίων/εταιρικών υποθέσεων να εφαρμόζουν υψηλά στάνταρ δεοντολογίας, ενεργώντας με έντιμο, υπεύθυνο και διαφανή τρόπο κατά την άσκηση του επαγγέλματός τους. Θα συνέβαλλε δε σημαντικά στην εμπέδωση μεγαλύτερης διαφάνειας η θέσπιση, και στην Ελλάδα, ενός Μητρώου Διαφάνειας, όπως αυτό ήδη υπάρχει σε – λίγες, είναι αλήθεια – χώρες στο εξωτερικό. Μια τέτοια συζήτηση είναι, νομίζω, ώριμο να ανοίξει, ακολουθώντας τις καλές πρακτικές, όπως λ.χ. των ευρωπαϊκών θεσμών (Ευρωπαϊκής Επιτροπής και Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, κυρίως).

Το Μητρώο Διαφάνειας θα πρέπει, όμως, να διασφαλίζει πραγματικά τη διαφάνεια και να είναι λειτουργικό και όχι ένα συνονθύλευμα γραφειοκρατικών διατάξεων και αγκυλώσεων. Αντικείμενό του θα έπρεπε να είναι η καθιέρωση κανόνων διαφάνειας και δεοντολογίας καθόσον αφορά στις σχέσεις με πολιτικούς εταίρους, καθώς και σε συναφή θέματα, όπως π.χ. ο τρόπος απόκτησης και διαχείρισης της πληροφορίας. Και θα πρέπει να απαντά σε βασικά ερωτήματα, όπως ποια συμφέροντα επιδιώκονται, από ποιον και με τι προϋπολογισμό. Αν δε ένας επαγγελματίας δημοσίων/εταιρικών υποθέσεων δεν είναι εγγεγραμμένος στο Μητρώο Διαφάνειας, δεν θα μπορεί να συναντάται με πολιτικούς. Με άλλα λόγια, να ισχύει η αρχή «no registration, no meeting».

Σε πρόσφατο πάνελ συζήτησης με θέμα: «Το lobbying στην Ελλάδα: ευκαιρία ή κίνδυνος στη διαδικασία λήψης αποφάσεων;», στο οποίο συμμετείχαν ανώτερα στελέχη δημοσίων/εταιρικών υποθέσεων μεγάλων ξένων και ελληνικών εταιρειών, δημοσιογράφοι, πολιτικοί και ειδικοί, υπήρξε ταύτιση απόψεων ως προς την ωριμότητα και την αναγκαιότητα να αναληφθούν πρωτοβουλίες προς την κατεύθυνση αυτή. Κερδισμένοι θα είναι προδήλως και οι δύο κατηγορίες πρωταγωνιστών, από τις δύο όχθες του ποταμού. Ακόμη πιο ωφελημένη θα είναι, πιστεύω, η διαδικασία λήψης αποφάσεων δημόσιας πολιτικής και, εν τέλει, οι ίδιες οι αποφάσεις. Το έδαφος φαίνεται να είναι ευεπίφορο, ο σπόρος μάλλον έχει ήδη ριχθεί, το ερώτημα είναι αν και η πολιτεία είναι έτοιμη να αναλάβει τις απαραίτητες πρωτοβουλίες.

* Ο Ανδρέας Γιαννόπουλος είναι Διευθύνων Σύμβουλος της Public Affairs and Networks