Ακρίτας Καϊδατζής: Η κίνηση της αναθεώρησης στη δεδομένη συγκυρία είναι επικίνδυνη

Αναθεώρηση κάνουμε για να βελτιώσουμε το Σύνταγμα. Η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας έχει κουρελιάσει το Σύνταγμα. Χωρίς καμία αντίδραση από την κοινοβουλευτική πλειοψηφία που τη στηρίζει. Κάθε, επομένως, πρωτοβουλία συνταγματικής αναθεώρησης εκ μέρους της τελευταίας είναι, εξ ορισμού, υποκριτική. Το άρθρο 19 για το απόρρητο των επικοινωνιών, το άρθρο 86 για την ποινική ευθύνη υπουργών, προπαντός το άρθρο 16 για την απαγόρευση ιδιωτικών πανεπιστημίων, αυτές και άλλες συνταγματικές διατάξεις δεν παραβιάστηκαν απλώς∙ κακοποιήθηκαν και ευτελίστηκαν.

Το πραγματικό πρόβλημα που έχουμε αυτή τη στιγμή είναι πώς θα πετύχουμε να τηρείται το όποιο Σύνταγμα έχουμε, όχι πώς θα αλλάξουμε ένα Σύνταγμα που έτσι κι αλλιώς έχει γίνει σουρωτήρι από τις πολλαπλές παραβιάσεις του.

Τότε λοιπόν γιατί να αλλάξει, αφού, κατ’ αποτέλεσμα, η πλειοψηφία δεν νιώθει καμία δέσμευση από τις διατάξεις του;

Μπορούμε να διακρίνουμε τρεις λόγους γι’ αυτή την αναθεωρητική παρωδία. Πρώτον, για επικοινωνιακούς λόγους. Η πλειοψηφία, με μια πληθωριστική πρόταση (ακούστηκε ότι θα εκτείνεται σε εβδομήντα διατάξεις) εν πολλοίς ανούσιων και ανώδυνων ρητορειών, επιδιώκει να οικοδομήσει ένα προφίλ «θεσμικού εκσυγχρονισμού» – ψευδεπίγραφου φυσικά, αλλά ελκυστικού σε ένα ευεπίφορο στα μεγάλα λόγια μέρος του εκλογικού ακροατηρίου της.

Πόσο πειστική μπορεί να είναι, όμως, όταν έχουμε την εμπειρία από την προηγούμενη αναθεώρηση του 2019; Σημαντικές, υποτίθεται, θεσμικές μεταρρυθμίσεις που μπήκαν στο Σύνταγμα με την ψήφο και της Νέας Δημοκρατίας –λαϊκή νομοθετική πρωτοβουλία (άρθρο 73), ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα (άρθρο 21), αναβάθμιση στρατιωτικών δικαστηρίων (άρθρο 96)– ουδέποτε υλοποιήθηκαν, γιατί η κυβερνητική πλειοψηφία δεν ψήφισε τους αναγκαίους εκτελεστικούς νόμους. Η αναθεώρηση έμεινε στα χαρτιά, για τη δημιουργία εντυπώσεων και μόνο, χωρίς καμιά πρακτική συνέπεια.

Δεύτερον, για συμβολικούς λόγους. Η πλειοψηφία επιδιώκει να αποτυπωθεί και θεσμικά το τέλος της μεταπολιτευτικής συναίνεσης –που αναγνώριζε, κάποια έστω, ψήγματα δικαιωμάτων υπέρ των εκμεταλλευόμενων τάξεων– και να συνταγματοποιηθεί ο αυταρχικός νεοφιλελευθερισμός ως κυρίαρχη ιδεολογία. Η κατάργηση της μονιμότητας των δημόσιων υπαλλήλων είναι ενδεικτική. Τι κι αν μας γυρίζει ενάμιση αιώνα πίσω, στο κράτος των κοτζαμπάσηδων;

Είναι μια πρόταση που κολακεύει τα -εξαχρειωμένα από ένα μιντιακό μπαράζ κοινωνικού αυτοματισμού- ένστικτα ενός μέρους του εκλογικού ακροατηρίου. Ακόμα πιο ενδεικτική είναι, βεβαίως, η άρση της απαγόρευσης ιδιωτικών πανεπιστημίων. Που, τυπικά, δεν χρειάζεται πια. Ιδιωτικά πανεπιστήμια έχουν ήδη ιδρυθεί κατά παράβαση του Συντάγματος.

Τρίτον, για ουσιαστικούς λόγους. Το πιο τρομακτικό σημείο της εξαγγελθείσας πρότασης είναι να κατοχυρωθούν συνταγματικά οι «κανόνες κυβερνητικής λειτουργίας» των τελευταίων ετών. Δηλαδή το ψευδεπίγραφο επιτελικό κράτος. Που είναι το προσωπείο του θεσμικού παρακράτους. Τα λίγα πραγματικά σημαντικά της πρότασης αποσκοπούν στη διαιώνιση της παραμονής στην κυβέρνηση και την εγκαθίδρυση καθεστώτος α λα Ορμπαν. Που, ας μην ξεχνάμε, πέτυχε να αλλάξει το ουγγρικό Σύνταγμα το 2011, ώστε να παραμείνει διαρκώς έκτοτε στην εξουσία.

Οποιο κι αν είναι τελικά το περιεχόμενό της, στην πρόταση αναθεώρησης της Νέας Δημοκρατίας δεν αξίζει τίποτε άλλο παρά χλεύη. Τουλάχιστον απ’ όσους έχουν έστω και ελάχιστο ενδιαφέρον για τη συνταγματική δημοκρατία. Καμία σοβαρή συζήτηση δεν μπορεί να υπάρξει –ούτε λόγος για συναίνεση– με όσους συστηματικά ευτελίζουν Σύνταγμα, δημοκρατία και κράτος δικαίου. Το πραγματικό ζητούμενο δεν είναι ποιο θα είναι το περιεχόμενο της πρότασης που τελικά θα διαμορφωθεί.

Το πραγματικό ζητούμενο είναι αν οι δυνάμεις τής –δημοκρατικής τουλάχιστον– αντιπολίτευσης εγκαταλείψουν τη θεσμική μακαριότητά τους και αντιδράσουν με τον μόνο τρόπο που έχει πια νόημα: καμία συζήτηση ή διαπραγμάτευση, καμία συμμετοχή, καμία νομιμοποίηση της διαδικασίας. Η κίνηση της αναθεώρησης στη δεδομένη συγκυρία, με τους δεδομένους συσχετισμούς, δεν είναι απλώς μάταιη. Είναι, κυρίως, επικίνδυνη. Με ενδεχομένως μη αναστρέψιμες συνέπειες.

Αυτή τη στιγμή δεν υπάρχει ανάγκη για αναθεώρηση. Δεν υπάρχει κανένα θεσμικό πρόβλημα που για την επίλυσή του είναι αναγκαία η αλλαγή του Συντάγματος. Ακόμα και ο θεσμός της ποινικής ευθύνης των υπουργών μπορεί να μεταρρυθμιστεί θεαματικά με νόμο, χωρίς να χρειαστεί να αλλάξει το άρθρο 86. (Αρκεί να γίνει υποχρεωτική η γνωμοδότηση δικαστικού συμβουλίου μετά την υποβολή πρότασης δίωξης, την οποία είχε θεσπίσει ως δυνητική ο νόμος Καστανίδη το 2011).

Κυρίως: Ούτε ένα άρθρο απ’ όσα προτείνει η πλειοψηφία –ακόμα κι αν σε κάποια απ’ αυτά η αντιπολίτευση τυχαίνει να συμφωνεί– δεν πρέπει να λάβει πάνω από 179 ψήφους στην παρούσα Βουλή. Γιατί αυτό θα σημαίνει πως η Βουλή που θα προκύψει από τις επόμενες εκλογές, όποτε κι αν γίνουν, θα είναι πρακτικά ανεξέλεγκτη να αναθεωρήσει το άρθρο σε όποια κατεύθυνση θέλει.

Ακρίτας Καϊδατζής Αναπληρωτής καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου ΑΠΘ -μέλος του Επιστημονικού Συμβουλίου ΙΝΑΤ

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών