
Του Γιαννάκη Λ. Ομήρου
Είναι δυνατόν μέλος της Ελληνικής Κυβέρνησης να αποενοχοποιεί την Τουρκία για την πειρατική επιχείρηση του πολεμικού της ναυτικού το καλοκαίρι του 2024, με πέντε πολεμικά σκάφη που παρεμπόδισαν τις εργασίες ιταλικού σκάφους που διενεργούσε έρευνες στη θαλάσσια περιοχή της Κάσου, στα πλαίσια του έργου ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας – Κύπρου;
Και όμως. Είναι δυνατόν. Και όχι μόνο. Ο κ.Χάρης Θεοχάρους, υφυπουργός Εξωτερικών της Ελληνικής Κυβέρνησης, επέρριψε την ευθύνη μη υλοποίησης του έργου της ηλεκτρικής διασύνδεσης στην Κυπριακή Δημοκρατία. Παρασιωπώντας και διαγράφοντας το γεγονός ότι η Ελληνική Κυβέρνηση, υποχώρησε στην Ιταμή Τουρκική πρόκληση στην Κάσο. Απαλλάσσοντας από ευθύνες την Τουρκία και μετακυλίοντας τις στην Κύπρο.
Αυτή η παραχάραξη και διαστροφή της αλήθειας προέρχεται εξ’ Αθηνών. Με μόνη την αντίδραση του Προέδρου του ΠΑΣΟΚ Νίκου Ανδρουλάκη.
Αυτή είναι η συμπαράσταση της Ελληνικής Κυβέρνησης προς την Κύπρο; Η απαλλαγή ευθυνών από την Τουρκία για τις επιδρομικές της συμπεριφορές και η επίρριψη ευθυνών στην Κύπρο, ψευδώς και ανερυθρίαστα;
Αυτά τα απίστευτα συμβαίνουν ενώ κατά καιρούς επαναλαμβάνονται «τα ψεύτικα τα λόγια, τα μεγάλα» περί των άρρηκτων και αρμονικών σχέσεων Ελλάδας και Κύπρου.
Ας πούμε όμως τις πικρές αλήθειες.
Ορισμένες απόψεις που διατυπώνονται τελευταία στην Αθήνα με επίσημες δηλώσεις και με καταιγισμό άρθρων και άλλων δημοσιευμάτων, πέραν το ότι συνιστούν μια ευθεία υπονόμευση των καθορισμένων διαχρονικά στόχων Ελλάδας και Κύπρου ως προς το Κυπριακό, αποπνέουν και μια αντίληψη που τείνει να διαγράψει την αυτονόητη ευθύνη του Ελληνισμού απέναντι στην Κύπρο.
Το χειρότερο όμως είναι ότι δηλητηριάζει τις σχέσεις του Μητροπολιτικού και του Κυπριακού Ελληνισμού και αποδυναμώνει την αναγκαία ομοψυχία σε αυτή την κρίσιμη εθνική συγκυρία.
Να το διατυπώσουμε πιο απλά. Δηλώσεις όπως αυτές του Υφυπουργού Θεοχάρους αλλά και απόψεις που βλέπουν το φως της δημοσιότητας σε άρθρα και ρεπορτάζ Αθηναϊκών εφημερίδων που υποστηρίζουν ότι δήθεν «δεν είναι δυνατό να σύρεται η Ελλάδα από την Κύπρο», ή ότι «άλλα είναι τα συμφέροντα της Ελλάδας και άλλα της Κύπρου», ή ότι «ας προχωρήσει μόνη της η Κύπρος» αποτελούν νοσηρά συμπτώματα όχι απλώς μιας επιπόλαιας πολιτικής προσέγγισης αλλά μιας ανιστόρητης και ασυγχώρητης προσπάθειας διαγραφής των δικαιωμάτων ενός ζωντανού τμήματος του Ελληνισμού και των αυτονόητων υποχρεώσεων του Μητροπολιτικού Ελληνισμού έναντι της Κύπρου. Να το διευκρινίσουμε ακόμα περισσότερο. Όσοι νομίζουν ότι το Κυπριακό «κούρασε» και ότι «φτάνει πια βρε αδελφέ με το Κυπριακό» και «πόσα χρόνια με αυτούς τους Κυπρίους», ασφαλώς δεν είναι νοητό να υποβάλλονται εφεξής σε λογοκρισία. Είναι όμως αναγκαίο να τους υποδειχθεί στην Αθήνα ότι ασχημονούν κατά τρόπο προπετή και επικίνδυνο ενώ αποδεικνύονται πολιτικά κοντόφθαλμοι και εθνικά μύωπες. Αν νομίζουν ότι μια διχοτομική λύση στην Κύπρο που θα επισημοποιεί με τον ένα ή τον άλλο τρόπο την παρουσία της Τουρκίας θα αφήσει τον υπόλοιπο ελληνισμό ανεπηρέαστο πλανώνται πλάνην οικτράν. Μια τέτοια λύση θα αποτελέσει εφαλτήριο για αποθράσυνση των τουρκικών αδηφάγων βλέψεων που θα οδηγήσουν αναπόδραστα σε νέες περιπέτειες τον Ελληνισμό. Η δε προσπάθεια διαστρέβλωσης των γεγονότων, στο θέμα της ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας – Κύπρου, στο βωμό των «ήρεμων νερών» και της εξομάλυνσης των Ελληνοτουρκικών σχέσεων, τραυματίζει καίρια το μέτωπο Ελλάδας – Κύπρου.
Ας εγκαταλείψουν λοιπόν οι εν Αθήναις ασχημονούντες τους διαγκωνισμούς επικύψεων προς ορισμένους ξένους που απευθύνουν τις γνωστές «συμβουλές» και «παραινέσεις» εκπτώσεων στο Κυπριακό. Ας πάψουν να διατυπώνουν τις δήθεν τολμηρές τους απόψεις που αποτελούν απρόσμενο δώρο για τους πιο ακραίους σωβινιστικούς κύκλους της Άγκυρας. Ας προσγειωθούν και ας συνέλθουν προτού επιφέρουν ανεπανόρθωτη βλάβη στη συνολική εθνική στρατηγική.
Πρώην Προέδρου Βουλής Των Αντιπροσώπων

