
Του Απόστολου Λουλουδάκη
Στην αρχαία Θήβα, επτά ήρωες εκστράτευσαν για να ρίξουν ένα καθεστώς. Στη σύγχρονη Ελλάδα, επτά (ή και παραπάνω) υπουργοί της Νέας Δημοκρατίας βρίσκονται αντιμέτωποι με ένα άλλο τείχος: το άρθρο 86 του Συντάγματος — γνωστό και ως το μαγικό χαλί της πολιτικής ατιμωρησίας.
Αλλά ώ του θαύματος! Η Νέα Δημοκρατία αποφάσισε να το ξεσκονίσει και να το στρώσει για να το πατήσει… η ίδια.
Σαν μια σύγχρονη Αντιγόνη με μπλε κουστούμι, η κυβέρνηση δηλώνει:
“Δεν θα καλύψουμε κανέναν!”
Και αμέσως στήνει ένα θεσμικό κουκλοθέατρο, όπου η ίδια στέλνει στο εδώλιο τους εκλεκτούς της.
Δεν χρειάζονται εχθροί, όταν έχεις τέτοιους φίλους.
Ο Πολιτικός Αυτοκανιβαλισμός έγινε επίσημη τακτική. Τα Υπουργικά Συμβούλια πια μοιάζουν με επεισόδιο από αρχαία τραγωδία — μόνο που αντί για Χορό έχουμε τηλεπαράθυρα, και αντί για σπαθιά έχουμε διαρροές στον Τύπο.
Στο ρόλο του Ετεοκλή, ο πρωθυπουργός, που υπερασπίζεται την “πόλη”, αλλά με τέτοιο πάθος που τελικά ρίχνει και μερικούς δικούς του κάτω απ’ το άρμα της κάθαρσης.
Στον ρόλο του Πολυνείκη, κάθε υπουργός που τόλμησε να δει το φως της εξουσίας και τώρα βλέπει φάκελο δικογραφίας.
Κι εκεί, ανάμεσα στους καπνούς της αυτοδικίας και τα χειροκροτήματα περί “θεσμικότητας”, ξεπροβάλλει ο Κρέων — ένας πρωθυπουργός βαθιά προβληματισμένος.
Αναρωτιέται φωναχτά, σε συνεδριάσεις και off the record:
“Το δίκαιο του νόμου ή το δίκαιο του κόμματος;
Η αλήθεια ή η σιωπή;
Το πολιτικό κόστος ή η ηθική συνέπεια;
Μήπως, αν τιμωρήσω τους δικούς μου, θα φανώ δίκαιος σε όλους;
Ή μήπως απλώς θα μείνω χωρίς δικούς μου;”
Κι εκεί που το δράμα φτάνει στο μέσο της πράξης, εμφανίζονται στη σκηνή δύο γνωστοί ταχυδακρυλουργοί:
Ο Βορίδης και ο Αυγενάκης.
Όχι, δεν έβγαλαν κουνέλια από το καπέλο τους όσο ήταν υπουργοί — έβγαλαν πρόβατα, αγροτικές επιδοτήσεις, προγράμματα με άρωμα βιομηχανικής δημιουργίας και κάτι παράξενες ενισχύσεις που μοσχομύριζαν ευρωπαϊκή χρηματοδότηση.
Τώρα, βλέπουν με απορία τα φώτα της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας να στρέφονται πάνω τους, όπως ο μάγος που βλέπει το κοινό να ζητάει ξανά το νούμερο αλλά χωρίς μανίκια.
“Μα όλα ήταν τέλεια!” λένε.
“Οι πολίτες μας επιδοκίμασαν στις εκλογές!”
“Δεν πήγαμε απλώς καλά, μας σήκωσαν στα χέρια στα καφενεία της περιφέρειας! Ο χασάπης χειροκροτούσε πίνοντας τον φραπέ του, με την ποδιά του λερωμένη από αρνάκι βοσκής ανύπαρκτου βοσκότοπου.”
“Μετά την απομάκρυνση από την κάλπη, ουδέν λάθος αναγνωρίζεται. Δεν είναι έτσι το ρητό;”
Κι όμως… είναι.
Μόνο που τώρα οι κάλπες δεν δικάζουν. Δικάζουν άλλοι.
Το κοινό, ο λαός δηλαδή, κοιτάει αποσβολωμένο:
– Είναι κάθαρση ή αυτοκατάρρευση;
– Είναι δικαιοσύνη ή ξεκαθάρισμα λογαριασμών;
– Είναι αυτοκριτική ή πολιτική μαγεία χωρίς φινάλε;
Κι έτσι η Θήβα του 2025 στήνει τη δική της σκηνή, με ήρωες, κατήγορους, αρνιά, πρόβατα και έναν Κρέοντα να σκέφτεται μπροστά στον καθρέφτη:
“Μα την Πίστη και τη Ρητορική, γιατί μου φαίνεται πως αν κυβερνάς πολλά χρόνια, στο τέλος οι θεσμοί σε κυβερνούν.”
Μα το καλύτερο; Ότι όλο αυτό γίνεται στο όνομα της “θεσμικής σοβαρότητας”.
Εκεί όπου η αυτοκατηγορία γίνεται επιχείρημα ηθικής ανωτερότητας.
“Κοιτάξτε πόσο σοβαροί είμαστε, κατηγορούμε τους δικούς μας!”
Ή, όπως θα έλεγε κι ο Αισχύλος, “και τίς σώσει την Θήβαν, αν οι ίδιοι οι Θηβαίοι την πολιορκούν;”

