Η επέμβαση στο Ιράν και το διεθνές δίκαιο

Γράφει ο Εμμανουήλ Μαυροζαχαράκης

Είναι προφανές ότι κάθε πόλεμος απαιτεί κάποια νομιμοποιητική βάση και αντίστοιχα επιχειρήματα.  Το Ισραήλ και οι ΗΠΑ επιτέθηκαν στο Ιράν – για να προστατεύσουν τον εαυτό τους, σύμφωνα με το επιχείρημά τους. Τα δύο κράτη δικαιολογούν τις στρατιωτικές επιθέσεις τους με το δικαίωμα στην αυτοάμυνα, το οποίο η Χάρτα των Ηνωμένων Εθνών (ΟΗΕ) εγγυάται σε κάθε κράτος. Το εν λόγω επιχείρημα ωστόσο αντιμετωπίζεται κριτικά από αρκετούς ειδικούς του διεθνούς δικαίου, προειδοποιώντας ότι η  πολεμική πράξη συντελεί εμμέσως πλην σαφώς στην κατάργηση των κανόνων του διεθνούς δικαίου.   

Το διεθνές δίκαιο είναι το δίκαιο μεταξύ των κρατών που  δημιουργείται όταν τα κράτη δεσμεύονται μέσω συνθηκών να τηρούν ορισμένα ελάχιστα πρότυπα – για παράδειγμα στον τομέα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Μια τέτοια παγκοσμίως ισχύουσα ρύθμιση είναι ο Χάρτης των Ηνωμένων Εθνών (ΟΗΕ).

Πολλοί ειδικοί στο διεθνές δίκαιο, καθώς και διεθνείς οργανισμοί, θεωρούν  ότι οι στρατιωτικές επιθέσεις του Ισραήλ και των ΗΠΑ κατά του Ιράν (συνιστούν παραβίαση του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών. Ειδικότερα οι στρατιωτικές επιθέσεις αξιολογούνται ως παραβίαση της απαγόρευσης της χρήσης βίας που προβλέπεται στον Χάρτη, καθώς το άρθρο 2 απαγορεύει στα 192 κράτη μέλη να απειλούν με χρήση βίας ή να χρησιμοποιούν βία. Ειδικοί χαρακτηρίζουν τις επιθέσεις ως “κατάφωρη παραβίαση” αυτής της θεμελιώδους αρχής.

Σύμφωνα με τους ειδικούς, οι εξαιρέσεις από την απαγόρευση της χρήσης βίας είναι αυστηρά περιορισμένες. Μία  πιθανή νομιμοποίηση της χρήσης  βίας υπάρχει εάν και εφόσον  το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ, σύμφωνα με το κεφάλαιο 7 του Χάρτη, εξουσιοδοτήσει  τη χρήση βίας και το δικαίωμα στην αυτοάμυνα. Το τελευταίο κατοχυρώνεται στο άρθρο 51 και ορίζει: «Ο παρών Χάρτης δεν θίγει σε καμία περίπτωση το φυσικό δικαίωμα ατομικής ή συλλογικής αυτοάμυνας σε περίπτωση ένοπλης επίθεσης κατά μέλους των Ηνωμένων Εθνών, έως ότου ο Συμβούλιο Ασφαλείας λάβει τα μέτρα που απαιτούνται για τη διατήρηση της παγκόσμιας ειρήνης και της διεθνούς ασφάλειας». 

Οι επιθέσεις κατά του Ιράν  δεν θεωρούνται νόμιμη αυτοάμυνα (Άρθρο 51 του Χάρτη), καθώς δεν αποτελούσαν άμεση απάντηση σε μια προηγούμενη ένοπλη επίθεση κατά των ΗΠΑ ή του Ισραήλ. και ας πραγματοποιήθηκαν χωρίς εξουσιοδότηση από το Συμβούλιο Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών.

Το Ισραήλ και οι ΗΠΑ επικαλούνται  το δικαίωμα στην αυτοάμυνα, ενώ ο ισραηλινός στρατός κάνει λόγο  για «προληπτικό χτύπημα» preemptive measures) . Βεβαίως, οι περισσότεροι ειδικοί στο διεθνές δίκαιο συμφωνούν ότι ένα κράτος δεν πρέπει να περιμένει με σταυρωμένα χέρια μέχρι να δεχτεί επίθεση και να καταστραφούν οι αμυντικοί του μηχανισμοί. Ωστόσο, και σε αυτή την περίπτωση υπάρχουν διεθνώς αναγνωρισμένοι κανόνες. Εν προκειμένω, το  κράτος κατά του οποίου στρέφεται η βία πρέπει να είναι σε θέση να επιτεθεί και η επίθεση πρέπει να επίκειται άμεσα. Μόνο όταν υπάρχει το λεγόμενο «παράθυρο της τελευταίας ευκαιρίας» (window of last opportunity) δηλαδή όταν η στρατιωτική επίθεση είναι η τελευταία δυνατότητα για να αποτραπεί μια επίθεση κατά της χώρας, η ενέργεια καλύπτεται από το δικαίωμα αυτοάμυνας. 

Από τη σκοπιά πολλών ειδικών στο διεθνές δίκαιο, αυτό δεν ίσχυε στην περίπτωση των αεροπορικών επιθέσεων κατά του Ιράν. «Δεν υπήρχε άμεσος κίνδυνος επίθεσης του Ιράν εναντίον του Ισραήλ και πολύ περισσότερο εναντίον των ΗΠΑ».

Η μη ύπαρξη άμεσου κινδύνου στηρίζεται άλλωστε και στο επιχείρημα ότι με τις  στρατιωτικές επιθέσεις εναντίον του Ιράν το καλοκαίρι του 2025 οι ΗΠΑ και το Ισραήλ βομβάρδισαν σημαντικές ιρανικές πυρηνικές εγκαταστάσεις, οι οποίες προφανώς ακύρωσαν ή καθυστέρησαν  σημαντικά το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν.

Δεν υπάρχει επίσης  σύμφωνα με ειδικούς δικαιολογία για τις πρόσφατες στρατιωτικές επιθέσεις κατά του Ιράν ως ανθρωπιστική επέμβαση την έννοια  μιας επίθεσης με σκοπό τον τερματισμό σοβαρών παραβιάσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων σε ένα κράτος, δηλαδή στην περίπτωση αυτή την προστασία του ιρανικού λαού. Μια τέτοια επέμβαση άλλωστε  δεν είναι τόσο αναγνωρισμένη από το εθιμικό δίκαιο ώστε να δικαιολογεί την παρέμβαση του Ισραήλ και των ΗΠΑ . Ένα τέτοιο παράδειγμα  υπήρξε ο πόλεμος του Κοσσυφοπεδίου το 1999, όπου η επέμβαση του ΝΑΤΟ δικαιολογήθηκε ως ανθρωπιστική παρέμβαση.  Δυστυχώς, δεν έχουμε φτάσει ακόμα στο σημείο να επιτρέπουμε τη χρήση βίας σε περιπτώσεις σοβαρών παραβιάσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Το γεγονός ότι τα κράτη μέλη του ΟΗΕ έχουν εκφράσει στο παρελθόν την αντίθεσή τους σε  ανθρωπιστικούς  νομιμοποιητικούς  λόγους επέμβασης  έγκειται κατά μία έννοια στο γεγονός ότι μια επίθεση με το επιχείρημα της ανθρωπιστικής παρέμβασης είναι επιρρεπής σε κατάχρηση και είναι δυνατή μόνο για στρατιωτικές υπερδυνάμεις, όπως οι ΗΠΑ και η Κίνα. Μέχρι στιγμής ούτε το Ισραήλ ούτε οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν επικαλεστεί αυτό το επιχείρημα αναφορικά  με το Ιράν

Εδώ και καιρό πάντως γίνεται λόγος για μια διάβρωση του διεθνούς δικαίου. Ως αποτέλεσμα των παγκόσμιων μεταβολών στην ισορροπία δυνάμεων, τα κράτη αμφισβητούν τις διεθνείς νομικές νόρμες και  οι Ηνωμένες Πολιτείες υπό τον πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ φαίνεται να απομακρύνονται «εντελώς από τις αρχές του διεθνούς δικαίου». Το διεθνές δίκαιο βρίσκεται σε «δύσκολη θέση» και απτό  παράδειγμα είναι η παράνομη επίθεση της Ρωσίας κατά της Ουκρανίας. Το διεθνές δίκαιο περιλαμβάνει πολλές συμφωνίες που οργανώνουν τη συνύπαρξη των ανθρώπων και εξακολουθούν να είναι απαραίτητες για την ειρηνική συνύπαρξη.Το διεθνές δίκαιο ΕΊΝΑΙ  «απαραίτητο», ιδίως για τα μικρά και μεσαία κράτη. Αυτές οι κανόνες είναι απαραίτητες στις σχέσεις μεταξύ των περισσότερων από 190 κρατών του κόσμου, ώστε να μην εξαρτώνται από τη βούληση ενός μόνο ισχυρού ηγέτη.  Ωστόσο, το διεθνές δίκαιο δεν είναι στατικό. Εάν οι παραβιάσεις παραμείνουν αδιαμφισβήτητες, αυτό μπορεί να έχει συνέπειες και να αλλάξει το δίκαιο. Τελικά, πρόκειται για τη διαμόρφωση της αντίληψης για το σωστό και το λάθος.

Διδάκτωρ  Πολιτικής Επιστήμης Πανεπιστημίου Κρήτης