
Του Μελέτη Ρεντούμη
Η πρόσφατη ανακοίνωση των τεσσάρων μέτρων από τον πρωθυπουργό, έρχεται σε μία ιδιαίτερα κρίσιμη συγκυρία, όπου η ενεργειακή κρίση που πυροδοτείται από τον πόλεμο στο Ιράν, μεταφέρεται άμεσα στις τιμές των καυσίμων, στις μεταφορές και τελικά στο σύνολο της οικονομικής δραστηριότητας.
Το βασικό ζητούμενο δεν είναι μόνο η άμεση ανακούφιση, αλλά το κατά πόσο τα μέτρα μπορούν να απορροφήσουν ένα σοκ που έχει έντονα διεθνή και απρόβλεπτα χαρακτηριστικά.
Πιο συγκεκριμένα, η επιδότηση του diesel κατά 20 λεπτά ανά λίτρο αποτελεί μία άμεση παρέμβαση με σαφές αποτύπωμα στην καθημερινότητα, ιδίως για επαγγελματίες και επιχειρήσεις που εξαρτώνται από τις μεταφορές. Σε ένα περιβάλλον όπου το κόστος των logistics, μετακυλίεται γρήγορα στις τιμές των προϊόντων, η μείωση αυτή μπορεί να λειτουργήσει ως φρένο σε ένα νέο κύμα ανατιμήσεων.
Ωστόσο, η αποτελεσματικότητά της εξαρτάται από τη διάρκεια της κρίσης, που σημαίνει πως η επιδότηση ενδέχεται να απορροφηθεί, χωρίς να γίνει ιδιαίτερα αισθητή στον τελικό καταναλωτή.
Παράλληλα, η ψηφιακή κάρτα καυσίμων στοχεύει πιο άμεσα στα νοικοκυριά, προσφέροντας μία στοχευμένη ενίσχυση που συνδέεται με την πραγματική κατανάλωση. Το ποσό των 50 έως 60 ευρώ ανά δίμηνο δεν είναι αμελητέο, ιδίως για χαμηλότερα εισοδήματα, αλλά δύσκολα μπορεί να καλύψει πλήρως την επιβάρυνση που προκαλείται από διαρκώς αυξανόμενες τιμές ενέργειας και μετακινήσεων. Πρόκειται περισσότερο για ένα μαξιλάρι ασφαλείας, παρά για μία λύση που ανατρέπει τη συνολική πίεση στα καύσιμα.
Η επιδότηση των λιπασμάτων για τους αγρότες κινείται σε πιο στρατηγική κατεύθυνση, καθώς επιχειρεί να συγκρατήσει το κόστος παραγωγής στον πρωτογενή τομέα. Αν αυτό το μέτρο λειτουργήσει αποτελεσματικά, μπορεί να αποτρέψει νέες αυξήσεις στις τιμές τροφίμων, που αποτελούν έναν από τους βασικούς παράγοντες πληθωρισμού. Ωστόσο, το 15% ενίσχυσης ίσως αποδειχθεί ανεπαρκές αν οι διεθνείς τιμές πρώτων υλών συνεχίσουν να αυξάνονται με έντονους ρυθμούς.
Επίσης, η παρέμβαση στις ακτοπλοϊκές τιμές έχει επίσης ιδιαίτερη σημασία για μια χώρα με νησιωτικό χαρακτήρα όπως η Ελλάδα. Η συγκράτηση των εισιτηρίων δεν αφορά μόνο τους επιβάτες, αλλά και το κόστος μεταφοράς αγαθών προς τα νησιά, που επηρεάζει άμεσα το κόστος ζωής. Ωστόσο, η εξάρτηση από κρατικές αποζημιώσεις δημιουργεί τον κίνδυνο δημοσιονομικής επιβάρυνσης αν η κρίση παραταθεί.
Σε επίπεδο συνολικής αξιολόγησης, τα μέτρα κινούνται προς τη σωστή κατεύθυνση, καθώς καλύπτουν κρίσιμους τομείς της οικονομίας και προσπαθούν να ισορροπήσουν μεταξύ κοινωνικής στήριξης και δημοσιονομικής πειθαρχίας. Παρ’ όλα αυτά, υπάρχουν σαφείς κίνδυνοι.
Ο βασικότερος είναι η παρατεταμένη διάρκεια της κρίσης, που μπορεί να καταστήσει τα μέτρα ανεπαρκή και να απαιτήσει νέες, πιο δαπανηρές παρεμβάσεις. Επιπλέον, η χρηματοδότησή τους μέσω φορολόγησης συγκεκριμένων κλάδων, όπως τα διαδικτυακά τυχερά παιχνίδια, ενδέχεται να μην επαρκεί αν οι ανάγκες αυξηθούν.
Ένας ακόμη κίνδυνος είναι ο λεγόμενος πληθωρισμός επιδοτήσεων, όπου η κρατική στήριξη, αντί να μειώνει τις τιμές, ενδέχεται να διατηρεί υψηλά επίπεδα κόστους, καθώς δεν αντιμετωπίζει τις ρίζες του προβλήματος που είναι η διεθνής προσφορά ενέργειας. Σε αυτό το πλαίσιο, η Ελλάδα, όπως και άλλες ευρωπαϊκές χώρες, παραμένει εκτεθειμένη σε εξωτερικούς παράγοντες που δεν μπορεί να ελέγξει.
Υπό αυτό το πρίσμα, σε περίπτωση επιδείνωσης της κατάστασης, θα μπορούσαν να εξεταστούν πιο δομικές παρεμβάσεις, όπως η προσωρινή μείωση έμμεσων φόρων στα καύσιμα, η ενίσχυση επενδύσεων σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας για μείωση της εξάρτησης από εισαγόμενα καύσιμα, αλλά και στοχευμένες ενισχύσεις σε ευάλωτες επιχειρήσεις με υψηλή ενεργειακή ένταση.
Παράλληλα, η ενίσχυση των δημόσιων μεταφορών και η προώθηση εναλλακτικών μορφών ενέργειας θα μπορούσαν να λειτουργήσουν ως πιο βιώσιμες λύσεις μεσοπρόθεσμα.
Συμπερασματικά, τα μέτρα που ανακοινώθηκαν αποτελούν μία αναγκαία αλλά όχι επαρκή απάντηση σε μία κρίση που ξεπερνά τα εθνικά όρια. Προσφέρουν άμεση ανακούφιση και περιορίζουν τις πιο έντονες κοινωνικές πιέσεις, αλλά η αποτελεσματικότητά τους θα κριθεί από τη διάρκεια και την ένταση της διεθνούς ενεργειακής αναταραχής, λόγω της εμπόλεμης κατάστασης στην Μέση Ανατολή.
Ο Μελέτης Ρεντούμης είναι οικονομολόγος τραπεζικός

