
Του Κώστα Παπαθεοδώρου
Υπάρχει κάτι σχεδόν θεατρικό αλλά εξαιρετικά επικίνδυνο, στον τρόπο που η πολιτική ηγεσία των Ηνωμένων Πολιτειών περιγράφει τις αποφάσεις της για πόλεμο. Λες και δεν πρόκειται για γεωπολιτική, συμφέροντα και ισορροπίες ισχύος, αλλά για μια μεταφυσική πάλη ανάμεσα στο φως και το σκοτάδι. Από τη μία οι «δαιμονικές» δυνάμεις που απειλούν τον κόσμο και από την άλλη, η σχεδόν μεσσιανική αποστολή της Αμερικής να σώσει την ανθρωπότητα. Και κάπου στη μέση, κουμπιά που ενεργοποιούν drones, πυραύλους και στρατούς.
Η ρητορική αυτή δεν είναι καινούργια. Από τον Ψυχρό Πόλεμο μέχρι τον «Αγώνα κατά της Τρομοκρατίας», οι εχθροί βαφτίζονται «άξονες του κακού», «τέρατα», «απειλές για τον πολιτισμό». Η γλώσσα δεν είναι απλώς περιγραφική, αλλά εργαλείο ηθικής απλοποίησης. Όταν ο άλλος είναι δαίμονας, δεν χρειάζεται να εξηγηθεί. Έχει θεϊκή αποστολή να τον εξοντώσει. Και όταν εμφανίζεται ως σωτήρας, κάθε του ενέργεια αποκτά μια επίφαση ιερότητας.
Η πραγματικότητα, όμως, δεν είναι ποτέ τόσο βολικά δυαδική. Οι πόλεμοι δεν ξεσπούν επειδή το καλό αποφάσισε να τιμωρήσει το κακό. Εκδηλώνονται επειδή συγκρούονται συμφέροντα, οικονομικά δίκτυα και ιστορικά τραύματα. Όμως αυτά είναι πολύ πιο δύσκολο να «πουληθούν» σε ένα κοινό που ζητά καθαρές αφηγήσεις για τόσο επώδυνες αποφάσεις. Έτσι, η πολιτική γίνεται αφήγημα και οι συγκρούσεις μετατρέπονται σε σταυροφορία.
Εδώ ακριβώς εισέρχεται η ειρωνεία: αυτοί που μιλούν για δαίμονες, συχνά πράττουν με έναν κυνισμό που δεν έχει τίποτα το μεταφυσικό. Οι αποφάσεις λαμβάνονται σε αίθουσες συνεδριάσεων, με αναλύσεις κόστους-οφέλους, με δημοσκοπήσεις και στρατηγικούς υπολογισμούς. Δεν υπάρχουν άγγελοι και διάβολοι εκεί μέσα. Παραβρίσκονται μόνο σύμβουλοι, στρατηγοί και πολιτικοί που ζυγίζουν επιπτώσεις. Και όταν έρχεται η ώρα της ανακοίνωσης, το λεξιλόγιο εξευγενίζεται: «ελευθερία», «δημοκρατία», «κακό που πρέπει να νικηθεί».
Η σκωπτική διάσταση αυτής της διπλής γλώσσας είναι δύσκολο να αγνοηθεί. Ένας πρόεδρος μπορεί να εμφανίζεται σχεδόν ως προφήτης σε μια ομιλία, μόνο και μόνο για να εγκρίνει λίγες ώρες αργότερα μια επιχείρηση που θα αφήσει πίσω της «παράπλευρες απώλειες». Και ο όρος αυτός, πραγματικό αριστούργημα γλωσσικής αποστείρωσης, λειτουργεί σαν εξορκισμός: εξαφανίζει την ανθρώπινη τραγωδία πίσω από μια τεχνική φράση.
Αν αναλυθεί επαρκώς, η χρήση θρησκευτικών ή ηθικών συμβολισμών εξυπηρετεί έναν βαθύτερο σκοπό: την αποφόρτιση της ευθύνης. Όταν μια απόφαση παρουσιάζεται ως αναπόφευκτη μάχη ενάντια στο κακό, τότε όποιος την αμφισβητεί κινδυνεύει να θεωρηθεί είτε άπατρις είτε, ακόμη χειρότερα, συνεργός του «εχθρού». Έτσι, η δημοκρατική συζήτηση περιορίζεται, όχι με λογοκρισία, αλλά με ηθική πίεση.
Το πιο ανησυχητικό, ωστόσο, δεν είναι η ρητορική καθαυτή, αλλά το γεγονός ότι επηρεάζει πραγματικά τις αποφάσεις. Όταν αυτοί οι τύπο αρχίζουν να πιστεύουν τη δική τους αφήγηση, ο υποτιμούν και την πολυπλοκότητα της κατάστασης. Στην περίπτωση αυτή, οι «δαίμονες» δεν διαπραγματεύονται και οι «Μεσσίες» δεν συμβιβάζονται. Και κάπως έτσι, οι συγκρούσεις παρατείνονται, κλιμακώνονται και βαθαίνουν.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η ειρωνεία γίνεται τραγική. Η χώρα που υπερηφανεύεται για τον ορθολογισμό και την επιστημονική της πρόοδο, μετέρχεται θεολογικές αφηγήσεις για να αιτιολογήσει κρίσιμες αποφάσεις. Και ο κόσμος, αντί να ζητά περισσότερη διαφάνεια και ειλικρίνεια, συχνά καταναλώνει πρόθυμα αυτές τις ιστορίες, γιατί είναι πιο εύπεπτες από την ωμή αλήθεια.
Όμως το πρόβλημα δεν είναι ότι οι ηγέτες μιλούν για δαίμονες και σωτήρες. Είναι ότι ο κόσμος ακούει ό,τι σερβίρεται σαν αληθινές αποκαλύψεις. Γιατί όσο η πολιτική ντύνεται με μανδύα θείας αποστολής, τόσο η κοινωνία απομακρύνεται από το θεμελιώδες ερώτημα: ποιος πληρώνει το τίμημα αυτών των «ιερών» αποφάσεων;
Και βέβαια η απάντηση δεν μετεωρίζεται μεταξύ παραδείσου και κόλασης. Βρίσκεται στο έδαφος, εδώ όπου οι πόλεμοι δεν είναι αφηγήσεις, αλλά βαρβαρότητα.

