
Του Κώστα Βαξεβάνη
∆έκα χρόνια µετά το 2015, όταν κυριαρχούσε η οραµατική απαίτηση για πολιτική αλλαγή και ανατροπή τoυ διεφθαρµένου κατεστηµένου στη χώρα, ο πολιτικός προβληµατισµός έχει εκπέσει στο να βρεθεί τρόπος για να φύγει ο Μητσοτάκης. Η απαίτηση αυτή, που συγκεντρώνει όλο και περισσότερους οπαδούς, δεν πετυχαίνει τίποτα παραπέρα σε πολιτικό επίπεδο. Και µπορεί µεν η απαλλαγή από τον χειρότερο πρωθυπουργό της µεταπολίτευσης να είναι ευεργετική από κάθε άποψη, δεν θα µπορέσει όµως να αντεπεξέλθει στις προσδοκίες της κοινωνίας. Το ζητούµενο δεν είναι η αλλαγή του προσώπου (ακόµη κι αν είναι το χειρότερο), αλλά της πορείας της χώρας.
Αν πεθάνει ο βασιλιάς για να ανακράξουµε «ζήτω ο βασιλεύς» δεν έχει κανένα νόηµα. Αν φύγει ο Μητσοτάκης για να αλλάξουν καρέκλες τα οπίσθια, τότε θα βρεθούν κάποιοι στο µέλλον που θα βρίσκουν καλό ακόµη και τον Μητσοτάκη. Οι οµιλίες των πολιτικών αρχηγών στη ∆ΕΘ οδήγησαν, λόγω ακριβώς της κενότητάς τους, στην κορύφωση αυτού του προβληµατισµού. Ποιος, µε ποιους και γιατί; Ποιος θα αναλάβει για να κάνει τι, όχι για να φύγει ο Μητσοτάκης αλλά αφού φύγει.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης στη ∆ΕΘ δεν µπορούσε να κάνει τίποτα διαφορετικό από αυτό που έκανε και που συνηθίζει. Να αντιστρέψει την πραγµατικότητα (αποκορύφωµα ήταν όσα είπε για τα ακριβά ενοίκια), να υποσχεθεί ένα µέλλον τυλιγµένο σε πειραγµένους αριθµούς και στατιστικά και να αποφύγει την ουσία. Το µόνο για το οποίο µίλησε µε βεβαιότητα ο Κυριάκος Μητσοτάκης ήταν η µη επιστροφή του πρωθυπουργικού ανιψιού Γρηγόρη ∆ηµητριάδη στο Μέγαρο Μαξίµου. Τη δήλωση αυτή έκανε παρόντος του ∆ηµητριάδη, που παρακολουθούσε την οµιλία του στην αίθουσα, αλλά περιέργως δεν την έπαιξαν τα φιλοκυβερνητικά µέσα ενηµέρωσης. Συνεπώς είτε έγινε για λόγους ανωτέρας βίας και συµµόρφωσης µε τις ιδιοτροπίες µελών της οικογενείας, που δεν θέλουν να δουν τον ∆ηµητριάδη ούτε σε κακοτραβηγµένη φωτογραφία, είτε πρέπει να αναρωτηθούµε ποιος κυβερνάει αυτό το κόµµα και τα φιλικά του Μέσα. Μήπως κάποιος που αγαπάει τον ∆ηµητριάδη περισσότερο από τον Μητσοτάκη; Σε κάθε περίπτωση δεν είναι το µοναδικό στοιχείο που δείχνει ότι ο Μητσοτάκης ζει πλέον καθηµερινά την αγωνία όχι της απώλειας της εξουσίας, αλλά του τρόπου µε τον οποίο θα τη χάσει.
Οι ηγέτες της αντιπολίτευσης δεν απάντησαν στη ∆ΕΘ υπέρ ποιας πρότασης θέλουν να αποπεµφθεί ο Μητσοτάκης. Βέβαια στη ∆ΕΘ ξεχώρισε ο Σωκράτης Φάµελλος, ο οποίος αναγκάστηκε να απαντήσει (και µε αυτό τον τρόπο να παραδεχτεί κιόλας) σε δέκα τουλάχιστον ερωτήσεις γι’ αυτό που θα σηµάνει το τέλος του ΣΥΡΙΖΑ, την επιστροφή Τσίπρα. Ηταν ο µόνος λόγος για τον οποίο είχε ενδιαφέρον η εµφάνιση Φάµελλου. Εµοιαζε µε τον µελλοθάνατο τον οποίο όλοι ρωτούσαν για την εκτέλεση ενώ προσπαθούσε να τους πείσει και να πιστέψει κι ο ίδιος ότι θα του δοθεί χάρη.
Η εµφάνιση του Αλέξη Τσίπρα ως παράλληλου και σκιώδους αρχηγού δεν συγκέντρωσε τον απαιτούµενο ενθουσιασµό. ∆ηµοσιεύµατα τον παροµοίασαν ειρωνικά µε τον Γιάννη Ζίγδη, ενώ ο Μητσοτάκης µίλησε για τους «χρυσούς χορηγούς του». Σε µια άλλη εποχή θα µιλάγαµε για το αντιΣΥΡΙΖΑ µέτωπο που τον αντιµάχεται, σήµερα όµως ο ίδιος ο πρώην πρωθυπουργός κάνει όλο και πιο ξεκάθαρο ότι είναι ένας συστηµικός παίκτης. Τόσο συστηµικός που εφηύρε τον «δηµοκρατικό καπιταλισµό» ως νέο όραµα και στόχο.
Τη µάχη των ιδεών και των οραµάτων σήµερα έχει αντικαταστήσει η µάχη των χορηγών. Ολο και περισσότεροι επιχειρηµατίες δηλώνουν τη συµπάθειά τους προς τον Αλέξη Τσίπρα, τον οποίο αντιλαµβάνονται ως ένα εργαλείο που µπορεί να κοντύνει τον Μητσοτάκη και κυρίως την πολιτική του αδηφαγία. Αν και κανένας τους δεν φοβάται πως ο Τσίπρας µπορεί να ανέλθει στην εξουσία για να τους φορολογήσει ή να απειλήσει τον πυρήνα των συµφερόντων τους, τον αντιλαµβάνονται ως τον παίκτη που µπορεί να παίξει ρόλο στην αναδιαµόρφωση των συσχετισµών.
Αν πιστέψουµε τις δηµοσκοπήσεις (αυτές που δεν πίστευε ο Αλέξης Τσίπρας), τότε το µελλοντικό κόµµα Τσίπρα είναι µια ΙΧ πολιτική επένδυση, που πιθανόν να κινηθεί µεταξύ 10% και 20%, παίρνοντας ψήφους από τον ΣΥΡΙΖΑ, το ΠΑΣΟΚ και την Πλεύση Κωνσταντοπούλου. Η Ν∆ µένει αδιατάρακτη από την επανεµφάνιση του Τσίπρα. Ο Στέλιος Πέτσας (γνωστός από τη λίστα του) έσπευσε σε τηλεοπτική συνέντευξη να χρίσει το νέο κόµµα ως τον πραγµατικό αντίπαλο του Μητσοτάκη.
Αν ο Τσίπρας πάρει το ποσοστό των προηγούµενων εκλογών, αφήνοντας τον Μητσοτάκη στα ίδια ποσοστά, τότε θα έχει κάνει έναν κύκλο για να επιστρέψει στην αφετηρία της τελευταίας ήττας του και να ικανοποιήσει όχι µια πολιτική αναγκαιότητα αλλά µια προσωπική φιλοδοξία. Στο µεσοδιάστηµα έχει βοηθήσει στο να εξαερωθεί το κόµµα του οποίου υπήρξε ηγέτης συντελώντας σε τρεις διασπάσεις.
Το πρόβληµα ωστόσο δεν είναι η διάλυση του µηχανισµού του ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος (όπως πλέον αποδεικνύεται εκ των υστέρων αλλά εν τοις πράγµασι) στάθηκε ανίκανος να αντεπεξέλθει στις ανάγκες της εποχής. Επί των ηµερών του στην εξουσία η ∆ικαιοσύνη δεν εξυγιάνθηκε, η διαφθορά δεν χτυπήθηκε, οι θεσµικές µεταβολές οι οποίες θα άλλαζαν την Ελλάδα δεν επήλθαν. Ο ΣΥΡΙΖΑ, πολύ πριν από τον Σωτήρη Τσιόδρα, υπήρξε οπαδός του δόγµατος «κι εµείς τον Τσιόδρα θα βάζαµε», τοποθετώντας σε καίριες θέσεις Στουρνάρηδες, Πιτσιλήδες και τεχνοκράτες της συστηµικής ανακύκλωσης. Επί των ηµερών του στην αντιπολίτευση διέπρεψε αναλύοντας το ορθόν του όρου «η βουλεύτρια» έναντι του καταπιεστικού-πατριαρχικού «η βουλευτής», ενώ ο Μητσοτάκης έσφαζε στο γόνατο την κοινωνία. Αν ο ΣΥΡΙΖΑ δεν ήταν τόσο αναποτελεσµατικός και υποκριτικοπροοδευτικός, ο Κυριάκος Μητσοτάκης, ένας βουλευτής δεύτερης κατηγορίας χωρίς πολιτικό και κοινοβουλευτικό έργο, δεν θα ταλαιπωρούσε την Ελλάδα ως σήµερα.
Με αυτή την έννοια, η διάλυση του ΣΥΡΙΖΑ ή η απορρόφησή του από το υβριδικό κόµµα Τσίπρα δεν θα ήταν κάποιο τεράστιο πολιτικό πρόβληµα. Αντιθέτως, µπορεί να ήταν και πράξη ανανέωσης της πολιτικής.
Αρα το ζητούµενο παραµένει στο τι θα είναι το κόµµα Τσίπρα. Η στέγη των αστέγων της πολιτικής απόγνωσης; Η εξ ανάγκης «εναλλακτική» πρόταση για να αντιµετωπιστεί το επιχείρηµα του Μητσοτάκη ότι δεν υπάρχει εναλλακτική; Η εξυπηρέτηση όσων θέλουν να δροµολογήσουν εξελίξεις στη Ν∆ για να διαιωνίσουν την πολιτική της µε νέα διεύθυνση; Την απάντηση δίνει προκαταβολικά ο ίδιος ο Αλέξης Τσίπρας, ξεκαθαρίζοντας µε τον τρόπο του ότι ετοιµάζει ένα κόµµα των δικών του αρίστων, επωνύµων και τεχνοκρατών. Μα, αν η λύση για τη χώρα ήταν η αποπολιτικοποίηση και η προσχώρηση στην πολιτική κενολογία και όχι το χτύπηµα στα καρτέλ, στη διαφθορά και στα παρακρατικά παρακλάδια της ∆ικαιοσύνης, τότε γιατί δεν το είχε κάνει τόσα χρόνια;
∆ηµοσιεύτηκε µια δηµοσκόπηση που εµφανίζει τη Μαρία Καρυστιανού, αν κάνει κόµµα και κατέλθει στις εκλογές, να συγκεντρώνει ποσοστό 25%. Μια πιθανολόγηση δεν µπορεί να αναλυθεί ως πολιτικό φαινόµενο. Αλλά η τάση αυτή που καταγράφεται δείχνει ότι η κοινωνία επιµένει σε κάτι οραµατικό και ελπιδοφόρο. Μπορεί να το εγγυηθεί ο Τσίπρας; Είναι αντίπαλος του Μητσοτάκη ή της πολιτικής του; Με ποια πολιτική;
AΠΟ ΤΟ DOCUMENTO

