Οι εκλογές θα είναι δημοψήφισμα για το καθεστώς Μητσοτάκη με το βασικό ερώτημα: “Δημοκρατία ή Ολιγαρχία”

Του Νίκου Λακόπουλου

Oι εκλογές της 21ης Μαϊου θα μείνουν στην Ιστορία ως εκλογές που έγιναν όχι για να βγάλουν κυβέρνηση, αλλά να διαμορφώσουν το πολιτικό σκηνικό για τις επόμενες -που είναι πιθανό να μην βγάλουν κυβέρνηση.

Φαινομενικά το ερώτημα είναι τελικά αν το ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ θα συνεργασθεί με τη Νέα Δημοκρατία ή τον ΣΥΡΙΖΑ. δηλαδή ποιο από τα δύο κόμματα θα έλθει πρώτο. Στην πραγματικότητα οι εκλογές που θα ακολουθήσουν τις μάλλον άκαρπες εκλογές της 21ης Μαϊου θα πάρουν χαρακτήρα δημοψηφίσματος για την παραμονή του Μητσοτάκη στην εξουσία.

Το πραγματικό ερώτημα είναι αν ο Μητσοτάκης θα καταφέρει να σχηματίσει κυβέρνηση -με αυτοδυναμία, συνεργασία με το ΠΑΣΟΚ ή αποστασία- ή θα βρεθεί σε ειδικό δικαστήριο -όχι μόνο για τις υποκλοπές.

Για πρώτη φορά η Δικαιοσύνη καλείται να αποκλείσει κόμμα από τις εκλογές με ένα νόμο που “διορθώνει” το Σύνταγμα -με ένα τρόπο αντισυνταγματικό- και μ΄΄αλλον αποκλείει περισσότερα από ένα με κοινό στοιχείο ότι εμποδίζουν την αυτοδυναμία.

Μετά τις αποκαλύψεις για τις υποκλοπές από την κυβέρνηση Μητσοτάκη ένας αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου παραιτήθηκε καταγγέλλοντας προσπάθεια επηρεασμού του και απόπειρα δωροδοκίας του από την Κυβέρνηση, αλλά δεν έτρεξε τίποτα.

Ένας αρχηγός κ΄όμματος κατήγγειλε απόπειρα αποστασίας με μαύρες σακούλες σε βουλευτές του, αλλά η Δικαιοσύνη βρέθηκε να ερευνά ξέπλυμα μαύρου χρήματος από τον ίδιο -με ταχύτητα που δεν έχει επιδείξει σε άλλες πιο σοβαρές πολιτικές υποθέσεις.

Οι δικαστές του Α1 Τμήματος του Αρείου Πάγου απέκλεισαν το κόμμα Μπογδάνου – Εμφιετζόγλου, πέρα από το ότι έκριναν ότι το όνομα ταυτίζεται με μέρος του ονόματος, αλλά κόμματο και για το έμβλημά του – τον Ήλιο της Βεργίνας- πράγμα που δεν είχε συμβεί όταν το εθνικό σύμβολο χρησιμοποιήθηκε στο παρελθόν από άλλο κόμμα χωρίς να απαγορευθεί.

Ενδιαφέρον είναι πως οι δικαστές του Αρείου Πάγου οδηγήθηκαν στην απόφαση αυτεπάγγελτα, χωρίς σχετική προσφυγή και χωρίς να υπάρχει τέτοια πρόβλεψη.

Οι εκλογές και η σύνθεση της νέας Βουλής

Η εμφανής προσπάθεια να αποκλείσει ένα συγκεκριμένο κόμμα από τις εκλογές αναγκάζοντας μάλιστα σε παραίτηση έναν αρειοπαγίτη μπορεί λύνει -με τροπολογίες- ένα εκλογικό της πρόβλημα, αλλά μακροπρόθεσμα δημιουργεί τις προϋποθέσεις για να μπει στην Βουλή στο μέλλον -ένα μεγαλύτερο κόμμα.

Μπορεί να απαγορευθεί να μπουν στη Βουλή πρόσωπα που έχουν καταδικασθεί, αλλά δεν μπορεί να στερηθεί το δικαίωμα εκλογής σε ένα ποσοστό των ψηφοφόρων.

Επιπλέον η διαδικασία έκδοσης των αποτελεσμάτων τίθεται σε αμφισβήτηση καθώς την έχει αναθέσει αναλάβει μία εταιρία που οι σημερινοί ιδιοκτήτες της έχουν στενές σχέσεις με την οικογένειά Μητσοτάκη.

Με την διαφορά μεταξύ Νέας Δημοκρατίας και ΣΥΡΙΖΑ- ΠΣ να βρίσκεται στα όρια του στατιστικού λάθους οι εκλογές θα κριθούν στον πόντο και θα έχουν χαρακτήρα δημοψηφίσματος με την μορφή «Αυτοδυναμία ή Ειδικό Δικαστήριο;».

Όλα τα θέματα που αφορούν το καθεστώς Μητσοτάκη είναι ανοιχτά και μια κυβέρνηση προοδευτικής συνεργασίας -ακόμα και μια κυβέρνηση ειδικού σκοπού αν οι εκλογές δεν μπορέσουν να δώσουν κυβερνητική λύση- θα θέσουν ως πρώτο ζήτημα τις υποκλοπές με το τρίπτυχο «κάθαρση- αποκατάσταση-δημοκρατία».

Θα είναι το μοτίβο μιας νέας μεταπολίτευσης με βασικά θέματα την λειτουργία της Δικαιοσύνης και των μέσων ενημέρωσης και την λειτουργία του κράτους δικαίου στην Ελλάδα που απειλήθηκε από την προσπάθεια επιβολής ενός αυταρχικού μοντέλου διακυβέρνησης με ένα προσωπικό καθεστώς που συχνά παραβίασε το Σύνταγμα.

Η απαλλαγή από το καθεστώς Μητσοτάκη προϋποθέτει την συνεργασία των κομμάτων της αντιπολίτευσης και αυτό που κρίνεται στις εκλογές είναι τελικά η δυνατότητα συγκρότησης δημοκρατικής κυβέρνησης ή η συνεργασία του ΠΑΣΟΚ ή μέρους του με ένα καθεστώς.

Η Δημοκρατία σε κινδυνο

Η Βουλή επί πρωθυπουργίας Μητσοτάκη ψήφισε και νομιμοποίησε την δημιουργία ενός παρακράτους μέσα στο κράτος υπό τον απόλυτο έλεγχο του συγκεκριμένου Πρωθυπουργού που αντιμετώπισε την κυβέρνηση ως ιδιωτική -οικογενειακή επιχείρηση και την ΕΥΠ ως προσωπική υπηρεσία.

Mια εισαγγελέας μέσα στην Βουλή έδειξε πως είναι πάνω από την Πρόεδρο Δημοκρατίας, αν και πολλοί αναρωτιούνται -όπως πρόσφατα ο πρόεδρος του ΔΣΑ, Δημήτρης Βερβεσός- “γιατί μέχρι σήμερα ο προϊστάμενος της εισαγγελίας δεν έχει ζητήσει ακόμα την πειθαρχική της δίωξη”.

Το έγκλημα του Κυριάκου Μητσοτάκη δεν είναι μόνο η παρακολούθηση ενός πολιτικού αντιπάλου, αλλά η υπονόμευση του δημοκρατικού καθεστώτος με την δημιουργία μιας μυστικής αστυνομίας μέσα σε ένα κράτος που λειτουργεί με μεθόδους παρακράτους.

Η Δικαιοσύνη καταγγέλεται ανοιχτά ως χειραγωγούμενη από την κυβέρνηση και καθώς μόνο η Βουλή έχει την αρμοδιότητα να ασκεί δίωξη κατά όσων διατελούν ή διετέλεσαν μέλη της Κυβέρνησης ή Υφυπουργοί για ποινικά αδικήματα που τέλεσαν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους οι παρεμβάσεις της αλλοιώνουν το εκλογικό αποτέλεσμα.

Η Δικαιοσύνη λειτουργεί με επιστολές του Πρωθυπουργού στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου- όπως έγινε για την υπόθεση των Τεμπών, όπου η κυβέρνηση συγκρότησε η ίδια την επιτροπή που θα την… ελέγξει.

Οι ανεξάρτητες αρχές διώκονται στη χώρα που η εισαγγελέας που ασχολήθηκε με την υπόθεση Novartis βρέθηκε κατηγορούμενη και ο υπεύθυνος για το σκάνδαλο χορηγός του πολιτικού που έγινε αρχηγός κόμματος με περίεργες διαδικασίες.

Να θυμίσουμε πως η έκθεση της LΙΒΕ αναφέρει ότι “σημαντικό μέρος των μέσων ενημέρωσης βρίσκεται στα χέρια ολιγαρχών, με κίνδυνο παρέμβασης στη δραστηριότητά τους και ότι γενικά υπάρχουν ζητήματα σχετικά με τη διαφάνεια της ιδιοκτησίας και την πολυφωνία των μέσων ενημέρωσης».

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης δημιούργησε ένα καθεστώς χωρίς λογοδοσία με τελευταίο κρούσμα -όπως επισημαίνει η Επιτροπή LIBE- την «πιθανή σύγκρουση συμφερόντων του Υπουργού Επικρατείας και Μεταφορών-Υποδομών, Γιώργου Γεραπετρίτη λόγω των στενών οικογενειακών δεσμών του με τον Διευθύνοντα Σύμβουλο της Τέρνα Α.Ε.”.

Μέσα σ’ αυτό το κλίμα οι εκλογές αποχτούν μια κρίσιμη σημασία: δεν κρίνεται μια κυβέρνηση, αλλά ένα καθεστώς που επικαλείται την σταθερότητα, ενώ αποτελεί πολιτική ανωμαλία.

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης το έθεσε πολύ καθαρά όταν είπε πως η χώρα δεν χρειάζεται πρωθυπουργό, αλλά Κυβερνήτη. Ένα πρόσωπο δηλαδή που θα ελέγχει την Βουλή, την Δικαιοσύνη και τα μέσα ενημέρωσης σε ένα καθεστώς προσωπικής “δημοκρατίας” όπου η χώρα θα κυβερνάται από μια ολιγαρχία και μια οικογένεια.