Ο εφιάλτης της αρνητικής αποταμίευσης

Του Μελέτη Ρεντούμη

Με βάση την τρέχουσα οικονομική κατάσταση, δυστυχώς η εικόνα της αποταμίευσης στην Ελλάδα είναι εξαιρετικά ανησυχητική. Παρά τις  αυξήσεις στα ονομαστικά εισοδήματα, το κόστος ζωής και ο πληθωρισμός διαβρώνουν την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών, οδηγώντας σε αρνητική αποταμίευση. Οι τελευταίες έρευνες του ΙΟΒΕ δείχνουν ότι οκτώ στα δέκα νοικοκυριά δεν καταφέρνουν να αποταμιεύσουν ούτε ένα ευρώ τον μήνα, ενώ οι εκτιμήσεις για το μέλλον είναι ακόμα πιο ζοφερές, καθώς το 84% θεωρούν ελάχιστες έως μηδενικές τις πιθανότητες να δημιουργήσουν πλεόνασμα στον οικογενειακό τους προϋπολογισμό μέσα στον επόμενο χρόνο. Τ

 Επίσης τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ επιβεβαιώνουν την εικόνα αυτή καθώς για το πρώτο τρίμηνο του 2025 η ακαθάριστη αποταμίευση ως ποσοστό του εισοδήματος έφτασε το ανησυχητικό  -8,5%, σημειώνοντας δραματική επιδείνωση σε σχέση με το -2,4% του αντίστοιχου τριμήνου του 2024.

Πιο συγκεκριμένα, η αρνητική αποταμίευση δεν είναι απλώς ένας στατιστικός δείκτης αλλά ένα δομικό πρόβλημα που λειτουργεί σαν τροχοπέδη στην οικονομική ανάπτυξη. Σε ένα περιβάλλον όπου οι αποταμιεύσεις είναι ελάχιστες, οι επενδύσεις χρηματοδοτούνται κυρίως μέσω εξωτερικού δανεισμού ή δημόσιων κονδυλίων, περιορίζοντας τη δυναμική της εγχώριας παραγωγής κεφαλαίου.

Παρά το γεγονός ότι η Ελλάδα εμφανίζει δημοσιονομικό πλεόνασμα και το δημόσιο χρέος της θεωρείται προς το παρόν βιώσιμο, η έλλειψη αποταμιευτικών αποθεμάτων από τα νοικοκυριά μπορεί μακροπρόθεσμα να αποσταθεροποιήσει την οικονομία, καθώς μειώνεται η ανθεκτικότητα απέναντι σε κρίσεις, περιορίζονται οι δυνατότητες χρηματοδότησης νέων επιχειρήσεων και υπονομεύεται η κοινωνική συνοχή.

Η συμπεριφορά των νοικοκυριών διαμορφώνεται όχι μόνο από τα εισοδήματα αλλά και από παράγοντες όπως η ασφάλεια της εργασίας, η υγεία, η μακροζωία και τα λεγόμενα κίνητρα κληρονομιάς. Αυτό σημαίνει πως όταν οι πολίτες αισθάνονται αβεβαιότητα για το μέλλον ή όταν βλέπουν ότι η φορολογία εξανεμίζει τα όποια αποθέματα συσσωρεύουν, μειώνεται η διάθεσή τους να αποταμιεύσουν.

Παράλληλα, η ανυπαρξία ελκυστικών αποταμιευτικών προϊόντων ή φορολογικών κινήτρων ενισχύει την τάση προς κατανάλωση και όχι προς αποταμίευση.

Για να αλλάξει αυτή η εικόνα απαιτείται συνδυασμός πολιτικών που θα αυξάνουν το διαθέσιμο εισόδημα αλλά και θα ενισχύουν τα κίνητρα για αποταμίευση. Η μείωση της φορολογίας στη μεσαία τάξη, η προώθηση μακροπρόθεσμων αποταμιευτικών προϊόντων με φοροαπαλλαγές, η ενίσχυση της χρηματοοικονομικής εκπαίδευσης, καθώς και η δημιουργία σταθερών θέσεων εργασίας με προοπτικές εξέλιξης, μπορούν να λειτουργήσουν ως πολλαπλασιαστές αποταμιευτικής κουλτούρας.

Επιπρόσθετα, η ανάπτυξη του τρίτου πυλώνα ασφάλισης και ιδιωτικών συνταξιοδοτικών σχημάτων μπορεί να ενθαρρύνει τους πολίτες να αποταμιεύουν για το μέλλον, μειώνοντας την πίεση στο δημόσιο σύστημα και δημιουργώντας εγχώρια κεφάλαια για επενδύσεις.

Εν κατακλείδι, η αρνητική αποταμίευση αποτελεί ένα από τα πιο σοβαρά διαρθρωτικά προβλήματα της ελληνικής οικονομίας. Εάν δεν υπάρξει συντονισμένη δράση, η έλλειψη αποταμιευτικής βάσης θα περιορίσει την ικανότητα της χώρας να χρηματοδοτήσει τις δικές της επενδύσεις και θα αυξήσει την εξάρτηση από το εξωτερικό. Η επίλυση του προβλήματος απαιτεί πολιτική βούληση, στοχευμένα κίνητρα και μακρόπνοη στρατηγική, ώστε η αποταμίευση να ξαναγίνει συνώνυμο της ασφάλειας, της προόδου και της ευημερίας για τα ελληνικά νοικοκυριά.

Ο Μελέτης Ρεντούμης είναι οικονομολόγος τραπεζικός