
Σε ηλικία 96 ετών έφυγε από τη ζωή ο μεγάλος Γερμανός φιλόσοφος και κοινωνιολόγος Γιούργκεν Χάμπερμας, ο πλέον επιδραστικός Γερμανός διανοητής της γενιάς του που θεωρούσε πως η Ευρώπη είναι η μοναδική λύση στην άνοδο του εθνικισμού και αφιέρωσε τα τελευταία του χρόνια στην προώθηση ενός ευρωπαϊκού ομοσπονδιακού σχεδίου.
Πρόσφατα μίλησε σε εκδήλωση στο Μόναχο για το ερεβώδες μέλλον της Δύσης, χωρίς ψήγματα ελπίδας ή αυταπάτης, και η εφημερίδα Süddeutsche Zeitung αναδημοσίευσε αυτή την ομιλία σε ειδικό ένθετο πριν από λίγες μέρες με τον τίτλο: «Από εδώ και πέρα πρέπει να συνεχίσουμε μόνοι μας».
Για τον ίδιο η Ευρώπη έχει αργήσει να αντιληφθεί τη νέα πραγματικότητα των διεθνών ισορροπιών. Όπως σημειώνει: «Η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, μεταξύ άλλων, προκάλεσε μια καθυστερημένη συνειδητοποίηση των λαών της Ευρώπης ως προς τη ριζικά μεταβαλλόμενη παγκόσμια κατάσταση. Αυτή η αλλαγή, ωστόσο, άρχισε να αναδύεται εδώ και αρκετό καιρό μαζί την παρακμή των ΗΠΑ, της υπερδύναμης του 20ού αιώνα. Ένα προειδοποιητικό σημάδι ήταν η ραγδαία μεταβολή στη διάθεση της κοινωνίας των πολιτών στις ΗΠΑ, ήδη μετά την 11η Σεπτεμβρίου του 2001.».
Ο Χάμπερμας έβλεπε ότι τίθεται σε κίνδυνο η «κανονιστική ταυτότητα» της Ευρώπης, δεδομένης της απόλυτης σχεδόν ακόμη εξάρτησής της από τις ΗΠΑ και όπως αναφέρει χαρακτηριστικά, η Γηραιά Ήπειρος κινδυνεύει να απωλέσει τη «φιλελεύθερη αυτοκατανόησή της». Και θέτει ένα βασικό ερώτημα: θα καταφέρει η ΕΕ να υπερασπιστεί τα δημοκρατικά της θεμέλια σε έναν κόσμο ολοένα περισσότερο αυταρχικό;
Για τον Χάμπερμας, η Ευρώπη δεν ήταν απλώς ένας τεχνοκρατικός μηχανισμός ούτε μόνο μια αγορά. Ήταν η δυνατότητα συγκρότησης μιας μεταεθνικής πολιτικής κοινότητας, ενός νέου δημόσιου χώρου πέρα από τα παλιά σύνορα των εθνικών κρατών. Ήταν, με άλλα λόγια, η μεγάλη ιστορική δοκιμή του αν μπορεί να υπάρξει δημοκρατική νομιμοποίηση και πολιτική αλληλεγγύη σε κλίμακα ευρύτερη από το έθνος.
Στο κεφαλαιώδες έργο του Θεωρία της Επικοινωνιακής Δράσης (1981) εντόπισε την αυξανόμενη παρέμβαση των τυπικών συστημάτων στην καθημερινή μας ζωή ως παράλληλη στην ανάπτυξη του ‘’κράτους ευημερίας’’, του ‘’κορπορατικού καπιταλισμού’’ και της κουλτούρας της ‘’μαζικής κατανάλωσης’’.
Αυτές οι ισχυρές τάσεις εκλογικεύουν διευρυμένες περιοχές της δημόσιας ζωής, καθυποτάσσοντας τις σε μια γενικευμένη λογική επάρκειας και ελέγχου. Καθώς τα παραδοσιακά πολιτικά κόμματα και οι ομάδες συμφερόντων λειτουργούν ως υποκατάστατα για τη συμμετοχική δημοκρατία, η κοινωνία ολοένα και περισσότερο διοικείται σε ένα επίπεδο μακριά από την ενεργό συνεισφορά των πολιτών με αποτέλεσμα να εξαλείφονται τα όρια μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού, ατ’ομου και κοινωνίας.
Σήμερα η μιντιακή κοινωνία έχει γίνει πολύ πιο συγκεχυμένη εξαιτίας του ραγδαίου πολλαπλασιασμού των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Οι συνέπειες είναι πολλές και κάποιες ιδιαίτερα ανησυχητικές. Μπορεί μεν να έχουμε έναν πλουραλισμό των απόψεων, αλλά και μια «αυξανόμενη ασυμφωνία των ποικίλων φωνών» με αποτέλεσμα οι μιντιακοί καταναλωτές «να χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες για να αποσύρονται σε θωρακισμένους θαλάμους αντήχησης ομοϊδεατών».
Οι ψηφιακές πλατφόρμες είναι τα νέα μέσα που ασκούν τεράστια πίεση στα παλιά, όμως ταυτόχρονα οδηγούν και σε μια πολυδιάσπαση της δημόσιας σφαίρας. Αναπόφευκτα, «στα νέα μέσα ενημέρωσης εντείνονται οι τάσεις προς την ψυχαγωγία, τη συναισθηματική φόρτιση και την προσωποποίηση των ζητημάτων που διακυβεύονται στην πολιτική δημόσια σφαίρα». Αφού στο Διαδίκτυο όλα είναι δωρεάν, ο καθένας μπορεί να παριστάνει τον δημοσιογράφο.
Τα κείμενά του δεν περνούν από το φίλτρο του αρχισυντάκτη και για τη δημοσίευσή τους παίρνει άδεια «από τη σημαία». Επιπλέον, όταν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης υπάρχουν σε τέτοια αφθονία οι πολίτες γίνονται καταναλωτές και οι τάσεις απολιτικοποίησης αυξάνονται. Και το ερώτημα που προκύπτει είναι κατά πόσο τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης μεταλλάσσουν τον τρόπο με τον οποίο οι χρήστες τους αντιλαμβάνονται την πολιτική δημόσια σφαίρα.
Ζούμε, λοιπόν, την «πλατφορμοποίηση της δημόσιας ζωής», η οποία στρέφεται εναντίον των θεμελίων μιας διαλογικής δημόσιας σφαίρας. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι για το φαινόμενο αυτό ασκείται σκληρή κριτική από τα ραδιοτηλεοπτικά μέσα, με τη σύμπραξη βεβαίως του ποιοτικού Τύπου, η οικονομική βάση του οποίου, κατά τον Χάμπερμας, μπορεί να διασφαλιστεί μόνο με τη βοήθεια δημόσιας υποστήριξης. Μόνο έτσι θα αποφευχθεί εκείνο που τόσο καίρια χαρακτηρίζει ως «εμπορευματοποίηση της δημόσιας συνείδησης».
Σε πρόσφατη δημόσια παρέμβασή του ο Γιούργκεν Χάμπερμας αναπτύσσει ένα ερμηνευτικό σχήμα για την ιστορική συγκυρία στην οποία ζούμε (μετά την εκλογή του Ντόναλντ Τραμπ), σύμφωνα με το οποίο η παγκόσμια διακυβέρνηση και οι επιμέρους εθνικοί τύποι διακυβέρνησης θα έχουν τεχνοκρατικό-αυταρχικό χαρακτήρα. Η ίδια η πολιτική θα μετατραπεί σ’ έναν τρόπο εταιρικής διαχείρισης, ο οποίος θα ελέγχεται από τις νέες τεχνολογίες.
