
Του Απόστολου Λουλουδάκη
Κατεπείγουσα προκαταρκτική εξέταση διέταξε η Εισαγγελέας Πρωτοδικών Λάρισας μετά από καταγγελίες συγγενών θυμάτων σχετικά με το συγκρότημα «ΓΑΙΟΠΟΛΙΣ», όπου διεξάγεται η πολύκροτη δίκη για το σιδηροδρομικό δυστύχημα στα Τέμπη – Εφημερίδες, 7 Απριλίου 2026
Η είδηση για ακόμη μία κατεπείγουσα προκαταρκτική εξέταση, αυτή τη φορά με αφορμή καταγγελίες για το συγκρότημα «ΓΑΙΟΠΟΛΙΣ» και τη δίκη για το δυστύχημα στα Τέμπη, επαναφέρει ένα ερώτημα που εδώ και χρόνια αιωρείται στη δημόσια σφαίρα: πόσο συχνά η ελληνική Δικαιοσύνη καταφεύγει σε τέτοιες εντολές και, κυρίως, πόσες από αυτές καταλήγουν τελικά σε ακροατήριο.
Τα τελευταία περίπου είκοσι χρόνια, η κατεπείγουσα προκαταρκτική εξέταση έχει εξελιχθεί σε ένα από τα πιο συχνά χρησιμοποιούμενα εργαλεία της εισαγγελικής λειτουργίας, ιδίως σε υποθέσεις με έντονο κοινωνικό ή πολιτικό ενδιαφέρον. Με μια πρώτη αποτίμηση της περιόδου, γίνεται σαφές ότι ο αριθμός των σχετικών παραγγελιών είναι πολύ μεγάλος, αριθμούμενος σε εκατοντάδες περιπτώσεις πανελλαδικά, αν συνυπολογιστούν υποθέσεις διαφθοράς, αστυνομικής βίας, μεγάλων ατυχημάτων, οικονομικών σκανδάλων, φυσικών καταστροφών και υποθέσεων που έλαβαν δημοσιότητα μέσω των ΜΜΕ.
Ωστόσο, η πορεία αυτών των εξετάσεων δεν είναι ενιαία. Η κατεπείγουσα προκαταρκτική εξέταση αποτελεί το αρχικό στάδιο διερεύνησης και όχι κατ’ ανάγκη προάγγελο ποινικής δίωξης. Σε ένα σημαντικό ποσοστό των περιπτώσεων, η διαδικασία αυτή ολοκληρώνεται χωρίς να προκύψουν επαρκείς ενδείξεις για την άσκηση δίωξης, οδηγώντας την υπόθεση στο αρχείο. Σε άλλες περιπτώσεις, προκύπτουν ενδείξεις, αλλά η υπόθεση καθυστερεί, συμπληρώνεται με περαιτέρω έρευνα ή «σκαλώνει» σε διαδικαστικά ή αποδεικτικά ζητήματα.
Αν επιχειρηθεί μια πιο ουσιαστική εκτίμηση, θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι μόνο ένα μειοψηφικό ποσοστό των κατεπειγόντων προκαταρκτικών εξετάσεων οδηγείται τελικά σε δίκη. Το ποσοστό αυτό, χωρίς να υπάρχουν επίσημα συγκεντρωτικά στοιχεία, εκτιμάται από νομικούς κύκλους ότι κυμαίνεται χαμηλά, πιθανόν κάτω από το ένα τρίτο των περιπτώσεων. Ακόμη μικρότερο είναι το ποσοστό εκείνων που ολοκληρώνονται με τελεσίδικες αποφάσεις, ιδίως όταν μεσολαβούν αναβολές, εφέσεις ή και παραγραφές.
Η παραγραφή, άλλωστε, αποτελεί κρίσιμο παράγοντα στην αποτίμηση των τελευταίων είκοσι ετών. Πολλές υποθέσεις που ξεκίνησαν με κατεπείγουσες διαδικασίες δεν έφτασαν ποτέ σε οριστική κρίση, όχι απαραίτητα λόγω έλλειψης στοιχείων, αλλά εξαιτίας της χρονικής διάρκειας της ποινικής διαδικασίας. Η πολυπλοκότητα των υποθέσεων, η έλλειψη πόρων, οι καθυστερήσεις στα δικαστήρια και οι συνεχείς αναβολές δημιουργούν ένα περιβάλλον όπου ο χρόνος λειτουργεί συχνά υπέρ της αδράνειας.
Παράλληλα, δεν μπορεί να αγνοηθεί και η επικοινωνιακή διάσταση των κατεπειγόντων εντολών. Σε αρκετές περιπτώσεις, η άμεση εισαγγελική παρέμβαση λειτουργεί ως απάντηση στην κοινωνική πίεση και στη δημοσιότητα που λαμβάνει ένα γεγονός. Αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα ότι η υπόθεση στερείται ουσίας, αλλά ότι η έναρξη της διαδικασίας δεν εγγυάται την εξέλιξή της μέχρι το τέλος. Η κατεπείγουσα προκαταρκτική εξέταση είναι, κατά βάση, μια υπόσχεση διερεύνησης — όχι από μόνη της απόδειξη ότι θα υπάρξει καταλογισμός ευθυνών.
Αν απομακρυνθεί κανείς από τις μεγάλες, εμβληματικές υποθέσεις και εστιάσει σε εκείνες που απασχόλησαν λιγότερο τη δημοσιότητα, αλλά ακολούθησαν την ίδια εισαγγελική διαδρομή, διαπιστώνει ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο που δύσκολα μπορεί να αμφισβητηθεί. Από τις αρχές της δεκαετίας του 2010 έως και σήμερα, δεκάδες υποθέσεις ξεκίνησαν με κατεπείγουσες προκαταρκτικές εξετάσεις, αλλά ένα σημαντικό μέρος τους δεν έφτασε ποτέ στο ακροατήριο, καταλήγοντας τελικά στο αρχείο.
Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση των παράνομων επιδομάτων τυφλότητας στη Ζάκυνθο την περίοδο 2012–2013. Η υπόθεση ξεκίνησε με έντονη εισαγγελική κινητοποίηση και κατεπείγουσα προκαταρκτική εξέταση, καθώς επρόκειτο για μαζική απάτη εις βάρος του Δημοσίου. Παρότι ορισμένες περιπτώσεις οδήγησαν σε διώξεις, ένα μεγάλο μέρος των επιμέρους φακέλων δεν κατέληξε ποτέ σε δίκη, είτε λόγω αδυναμίας τεκμηρίωσης είτε επειδή τα χρήματα επιστράφηκαν, οδηγώντας ουσιαστικά σε αρχειοθέτηση.
Ανάλογη εικόνα παρουσίασαν και οι καταγγελίες για τη λειτουργία ΜΚΟ κατά την περίοδο της προσφυγικής κρίσης το 2016–2017. Τότε διατάχθηκαν αλλεπάλληλες κατεπείγουσες προκαταρκτικές εξετάσεις για τη διαχείριση ευρωπαϊκών και κρατικών κονδυλίων. Ωστόσο, παρά την αρχική ένταση της έρευνας, πολλές από αυτές τις υποθέσεις δεν προχώρησαν σε ποινικές διώξεις και τελικά τέθηκαν στο αρχείο, κυρίως λόγω έλλειψης επαρκών αποδεικτικών στοιχείων.
Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσονται και οι έρευνες για περιπτώσεις αδικαιολόγητου πλουτισμού δημοσίων υπαλλήλων την περίοδο 2014–2015. Οι προκαταρκτικές εξετάσεις που διατάχθηκαν τότε, συχνά με κατεπείγοντα χαρακτήρα, αφορούσαν λίστες με ακίνητα και περιουσιακά στοιχεία. Παρά τη βαρύτητα των καταγγελιών, οι περισσότερες από αυτές τις υποθέσεις δεν κατέληξαν σε δικαστική κρίση, καθώς δεν προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την άσκηση διώξεων.
Ιδιαίτερη κατηγορία αποτελούν οι υποθέσεις θανάτων σε κρατητήρια και αστυνομικά τμήματα την περίοδο 2010–2018. Σε κάθε τέτοιο περιστατικό διατάχθηκε άμεσα κατεπείγουσα προκαταρκτική εξέταση, με συλλογή στοιχείων και ιατροδικαστικών εκθέσεων. Ωστόσο, σε πολλές περιπτώσεις, τα πορίσματα απέδωσαν τους θανάτους σε παθολογικά αίτια ή δεν κατέστη δυνατή η στοιχειοθέτηση ποινικών ευθυνών, με αποτέλεσμα οι υποθέσεις να αρχειοθετηθούν χωρίς να φτάσουν ποτέ σε δίκη.
Παρόμοια πορεία ακολούθησαν και επιμέρους σκέλη ερευνών για τη χρηματοδότηση κομμάτων και τραπεζικά δάνεια την περίοδο 2013–2016. Ενώ αρχικά διατάχθηκαν προκαταρκτικές εξετάσεις με έντονο ενδιαφέρον, αρκετά από τα επιμέρους αυτά σκέλη κατέληξαν στο αρχείο, είτε λόγω παραγραφής είτε λόγω έλλειψης αποδεικτικών στοιχείων, χωρίς να οδηγηθούν στο ακροατήριο.
Σε τοπικό επίπεδο, δεκάδες καταγγελίες για οικονομικές ατασθαλίες σε δήμους και σχολικές επιτροπές κατά την περίοδο 2010–2019 ακολούθησαν την ίδια διαδρομή. Οι εισαγγελικές αρχές διέταξαν κατεπείγουσες προκαταρκτικές εξετάσεις, όμως η πολυπλοκότητα των διοικητικών διαδικασιών και η δυσκολία τεκμηρίωσης οδήγησαν σε μεγάλο ποσοστό αυτών των υποθέσεων σε αρχειοθέτηση.
Την ίδια εικόνα επιβεβαιώνουν και οι έρευνες για προμήθειες νοσοκομείων και πιθανές υπερτιμολογήσεις την περίοδο 2012–2015. Παρά την αρχική κινητοποίηση της Δικαιοσύνης, πολλές από τις υποθέσεις αυτές δεν προχώρησαν, είτε λόγω τεχνικών δυσκολιών στις πραγματογνωμοσύνες είτε λόγω καθυστερήσεων, με αποτέλεσμα να μην οδηγηθούν σε δίκη.
Ακόμη και σε υποθέσεις που τελικά έφτασαν στο ακροατήριο, η εικόνα δεν είναι απαραίτητα διαφορετική. Στην υπόθεση της Siemens Ελλάς, η οποία ξεκίνησε με επανειλημμένες προκαταρκτικές εξετάσεις, μεγάλο μέρος των αδικημάτων παραγράφηκε πριν υπάρξει οριστική δικαστική κρίση. Αντίστοιχα, η υπόθεση της Λίστα Λαγκάρντ οδήγησε μεν σε δίκες, αλλά με περιορισμένα αποτελέσματα σε σχέση με την αρχική έκταση των καταγγελιών.
Ανάλογη ήταν και η πορεία μετά τις πυρκαγιές στην Ηλεία το 2007, όπου η κατεπείγουσα εισαγγελική παρέμβαση οδήγησε σε δικαστική διαδικασία, χωρίς όμως να ικανοποιηθεί η κοινωνική απαίτηση για πλήρη απόδοση ευθυνών.
Η τραγωδία στο Μάτι το 2018 επανέλαβε το ίδιο μοτίβο: άμεση κατεπείγουσα προκαταρκτική εξέταση, πολυετής καθυστέρηση μέχρι τη δίκη και μια διαδικασία που εξακολουθεί να γεννά ερωτήματα ως προς την ταχύτητα και την αποτελεσματικότητά της.
Αντίθετα, σε πολλές άλλες υποθέσεις —ιδίως καταγγελίες για κακοδιοίκηση, τοπικά σκάνδαλα ή περιστατικά μικρότερης δημοσιότητας— οι κατεπείγουσες προκαταρκτικές εξετάσεις δεν κατέληξαν ποτέ σε δίκη ή «χάθηκαν» στη διαδρομή, είτε λόγω έλλειψης στοιχείων είτε λόγω καθυστερήσεων.
Ένα επιπλέον στοιχείο που αναδεικνύεται μέσα από αυτές τις περιπτώσεις είναι η «διάσπαση» των υποθέσεων. Συχνά, μια αρχική κατεπείγουσα προκαταρκτική εξέταση οδηγεί σε πολλαπλούς επιμέρους φακέλους, οι οποίοι εξετάζονται χωριστά. Σε αυτό το σημείο, η συνολική εικόνα χάνεται: κάποιοι φάκελοι προχωρούν, άλλοι καθυστερούν και πολλοί τελικά αρχειοθετούνται, χωρίς να υπάρχει μια ενιαία αποτίμηση του τι απέγινε η αρχική έρευνα.
Επιπλέον, η εξάρτηση από πραγματογνωμοσύνες, οικονομικούς ελέγχους και διοικητικές διαδικασίες επιμηκύνει δραματικά τον χρόνο ολοκλήρωσης. Σε τεχνικές ή οικονομικές υποθέσεις, η καθυστέρηση αυτή δεν είναι απλώς διαδικαστική — συχνά αποβαίνει καθοριστική, καθώς οδηγεί είτε σε αποδυνάμωση των στοιχείων είτε σε παραγραφή.
Σε αυτό το πλαίσιο, δεν είναι λίγοι εκείνοι που υποστηρίζουν ότι η ίδια η διαδικασία της κατεπείγουσας προκαταρκτικής εξέτασης έχει καταστεί, στην πράξη, μια «ασφαλής ζώνη» για το σύστημα: μια κίνηση άμεσης αντίδρασης που ικανοποιεί την ανάγκη για θεσμική παρέμβαση, χωρίς όμως να συνοδεύεται από αντίστοιχη δέσμευση ως προς τον χρόνο ολοκλήρωσης. Η απουσία συγκεκριμένων χρονικών ορίων για τη διάρκεια της προκαταρκτικής εξέτασης, αλλά και για την απόφαση περί άσκησης δίωξης ή αρχειοθέτησης, δημιουργεί ένα πεδίο όπου οι υποθέσεις μπορούν να παραμένουν σε εκκρεμότητα επί μακρόν, συχνά μέχρι να αποδυναμωθούν ή να παραγραφούν.
Έτσι, διαμορφώνεται η αίσθηση ότι η Δικαιοσύνη έχει, άτυπα, βρει μια «βασιλική οδό» που την αφήνει στο απυρόβλητο: ξεκινά άμεσα τη διερεύνηση, ανταποκρίνεται θεσμικά και επικοινωνιακά, αλλά χωρίς σαφές και δεσμευτικό χρονοδιάγραμμα για το πότε —και αν— η υπόθεση θα οδηγηθεί στο ακροατήριο. Με αυτόν τον τρόπο, η ευθύνη μετατοπίζεται στον χρόνο, ο οποίος λειτουργεί συχνά ως ο τελικός «κριτής», όχι μέσα από μια δικαστική απόφαση, αλλά μέσα από την εξάντληση της διαδικασίας.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι οι παρακάτω ακριβείς διατυπώσεις εισαγγελικών παραγγελιών που έχουν δημοσιευτεί στα μέσα ενημέρωσης και αφορούν τόσο την έρευνα για τα βιντεοσκοπημένα στοιχεία όσο και για το πόρισμα του ΕΟΔΑΣΑΑΜ στην υπόθεση της τραγωδίας στα Τέμπη.
Σύμφωνα με την παραγγελία που απέστειλε η Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, Γεωργία Αδειλίνη, προς τον Διευθύνοντα την Εισαγγελία Πρωτοδικών Λάρισας:
«Σας αποστέλλουμε τα συνημμένα δημοσιεύματα και παρακαλούμε να διενεργήσετε κατεπείγουσα προκαταρκτική εξέταση, προκειμένου να διερευνηθεί για ποιο λόγο το υλικό από τις κάμερες του σιδηροδρομικού σταθμού Θεσσαλονίκης, που παραδόθηκε από τους υπευθύνους της εταιρείας διαχείρισής τους στον κ. Εφέτη Ανακριτή της υπόθεσης των Τεμπών (κατόπιν αιτήματός του για την παράδοση του βιντεοληπτικού υλικού από τον σιδηροδρομικό σταθμό Θεσσαλονίκης, στο οποίο έχει τυχόν καταγραφεί η φόρτωση και η αναχώρηση της εμπορικής αμαξοστοιχίας που ενεπλάκη στο δυστύχημα το βράδυ της 28/2/2023), δεν περιείχε τις βιντεοσκοπήσεις από το μηχανοστάσιο της Θεσσαλονίκης, στο οποίο έγινε η φόρτωση της εμπορικής αμαξοστοιχίας, προς διακρίβωση τυχόν τέλεσης αυτεπαγγέλτως διωκομένων αξιόποινων πράξεων. Παρακαλούμε να περατώσετε την προκαταρκτική εξέταση εντός μηνός από τη λήψη της παρούσας και να μας ενημερώσετε σχετικά.»
Αυτό σημαίνει ότι η εισαγγελική παραγγελία δεν ήταν γενική, αλλά αφορούσε συγκεκριμένα το γιατί το βιντεοληπτικό υλικό που ζητήθηκε από τις αρχές δεν περιείχε κρίσιμα πλάνα για τη φόρτωση και πορεία της εμπορικής αμαξοστοιχίας, δηλαδή στοιχεία που θα μπορούσαν να ρίξουν φως στο τι μετέφερε και πώς συνέβη η τραγωδία.
Σε ξεχωριστή παραγγελία προς την Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθήνας, η ίδια εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζήτησε κατεπείγουσα προκαταρκτική εξέταση για το επίσημο πόρισμα του Εθνικού Οργανισμού Αεροπορικών και Σιδηροδρομικών Ατυχημάτων και Ασφάλειας Μεταφορών (ΕΟΔΑΣΑΑΜ) σχετικά με την ίδια υπόθεση. Σύμφωνα με τη δημοσιευμένη παραγγελία:
«Παρακαλούμε να διενεργηθεί κατεπείγουσα προκαταρκτική εξέταση, προκειμένου να διερευνηθούν οι συνθήκες κάτω από τις οποίες περιελήφθη στο πόρισμα του ΕΟΔΑΣΑΑΜ για την υπόθεση των Τεμπών, που ανακοινώθηκε στις 27‑2‑2025, συμπέρασμα σύμφωνα με το οποίο (με επίκληση της συμβολής των Πανεπιστημίων της Γάνδης και της Πίζας) θεωρήθηκε ως πιθανό αίτιο της πυρόσφαιρας που δημιουργήθηκε αμέσως μετά τη σύγκρουση των αμαξοστοιχιών, άγνωστο πτητικό εύφλεκτο υγρό τουλάχιστον 2,5 τόνων, που φέρεται ότι μετέφερε η εμπορική αμαξοστοιχία και το οποίο δεν σχετιζόταν με τις μηχανές των τραίνων ή το δηλωμένο φορτίο αυτών. Η παραγγελία ζητά επίσης να εξεταστεί ποιο ρόλο διαδραμάτισαν στη διατύπωση του ως άνω συμπεράσματος η Επιτροπή Διερεύνησης Ανεξάρτητων Πραγματογνωμόνων Οικογενειών (ΕΔΑΠΟ) και ο τεχνικός σύμβουλος οικογενειών θυμάτων των Τεμπών, Κώστας Λακαφώσης.»
Η παραγγελία αυτή επικεντρώνεται στα ειδικά συμπεράσματα του πορίσματος, δηλαδή πώς και γιατί συμπεριλήφθηκε αναφορά για ύπαρξη άγνωστου πτητικού εύφλεκτου υγρού που πιθανώς προκάλεσε πυρόσφαιρα, παρά τις διαψεύσεις από εκπροσώπους των πανεπιστημίων που φέρονται να συμμετείχαν στην τεχνική ανάλυση.
Πριν ένα χρόνο στις 8 Απριλίου 2025, η Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, Γεωργία Αδειλίνη, διέταξε την κατεπείγουσα προκαταρκτική εξέταση για το βιντεοληπτικό υλικό των Τεμπών, ζητώντας να διερευνηθεί γιατί τα κρίσιμα βίντεο από τις κάμερες ασφαλείας του σταθμού και του μηχανοστασίου δεν είχαν περιληφθεί σωστά στη δικογραφία και να εντοπιστούν τυχόν ευθύνες για την καθυστέρηση.
Ενώ στις 27 Φεβρουαρίου 2025, διέταξε επίσης προκαταρκτική εξέταση σχετικά με το πόρισμα του ΕΟΔΑΣΑΑΜ, προκειμένου να διαπιστωθεί με ποιο τρόπο περιλήφθηκε η αναφορά σε άγνωστο πτητικό εύφλεκτο υγρό ως πιθανό αίτιο της πυρόσφαιρας και ποιος ήταν ο ρόλος των συμβούλων και της Επιτροπής Οικογενειών θυμάτων στην κατάρτιση του πορίσματος. Και στις δύο περιπτώσεις, οι έρευνες συνεχίζονται για τη συλλογή στοιχείων και καταθέσεων, χωρίς μέχρι στιγμής να έχει εκδοθεί τελική δικαστική απόφαση ή ποινικές διώξεις.
Συνολικά, η εικόνα που διαμορφώνεται είναι αυτή μιας έντονης εισαγγελικής κινητικότητας στο αρχικό στάδιο, η οποία όμως δεν μεταφράζεται με την ίδια ένταση σε δικαστική κατάληξη. Το χάσμα ανάμεσα στις παραγγελίες και στις τελικές δίκες παραμένει σημαντικό και, σε συνδυασμό με την απειλή της παραγραφής, εγείρει ερωτήματα για την αποτελεσματικότητα και την ταχύτητα της ποινικής δικαιοσύνης.
Έτσι, κάθε νέα ανακοίνωση για κατεπείγουσα προκαταρκτική εξέταση, όσο δικαιολογημένη κι αν είναι, επαναφέρει το ίδιο βασικό ζητούμενο: όχι μόνο να ξεκινά η έρευνα, αλλά να ολοκληρώνεται έγκαιρα και με τρόπο που να οδηγεί, όπου υπάρχουν ευθύνες, στην ουσιαστική απονομή δικαιοσύνης.

