
Του Θωμά Νούσια
Κνίτης και Ρηγάς στα νιάτα του, ερωτευμένος με τον Μητσοτάκη τώρα στα γεράματα. Ακούει «αριστερά» και βγάζει φλύκταινες. Το κόμμα του Ανδρέα, της 3ης Σεπτέμβρη και της Αλλαγής το θέλει παράρτημα της Ν.Δ. Άβυσσος η ψυχή.
Τον αφήνουν παγερά αδιάφορο τα κακουργήματα και τα κουκουλώματα, ο κατ’ εξακολούθηση βιασμός της δημοκρατίας και της δικαιοσύνης, τον βγάζει όμως από τα ρούχα του η λαϊκή οργή. Ο ακροκεντρώος είναι με τους θύτες και όχι με τα θύματα. Είναι το δεκανίκι του σάπιου καθεστώτος και όλων των μαφιόζων που κάνουν πλιάτσικο στη χώρα μας και στη ζωή μας.
Τους βλέπει να πιάνονται με την γίδα στην πλάτη και να καταρρέουν και τρέχει να τους στηρίξει. Άλλοτε με το αζημίωτο, άλλοτε σαν πρόθυμος ηλίθιος.
Φωνάζει ο κλέφτης να φοβηθεί ο νοικοκύρης. Κι αυτός αφήνει τον κλέφτη και κυνηγάει τον νοικοκύρη. Στηρίζει με λύσσα τις μαφίες της πολιτικής, των ΜΜΕ, της ενέργειας, των καυσίμων, των τροφίμων, των τραπεζών, των δημοσίων έργων, της υγείας, της παιδείας.
Στηρίζει τους υπουργούς της διάλυσης του ΕΣΥ και της διάλυσης του ΟΣΕ. Και παίρνει στο λαιμό του ανθρώπινες ζωές: Χιλιάδες από την ολέθρια διαχείριση της πανδημίας, 57 από το δυστύχημα-έγκλημα στα Τέμπη, αμέτρητες κάθε μέρα από το μπάχαλο στα νοσοκομεία, από κλειστά χειρουργεία, από ανύπαρκτες ΜΕΘ.
Θυμίζει τον κάποτε αντισυμβατικό τραγουδοποιό που τώρα θαυμάζει τον Κυριάκο «γιατί φοράει γραβάτα και ντύνεται ωραία». Και τον πάλαι ποτέ αριστερό ηθοποιό που διαφημίζει την υποψηφιότητα Διαμαντοπούλου «γιατί μιλάει πολιτισμένα και όχι σαν τους κατσαπλιάδες τους αριστερούς».
Δεκανίκι κι ο μια ζωή ψηφοφόρος όσων «φοράνε γραβάτα, ντύνονται ωραία, μιλάνε πολιτισμένα». Ο σανοφάγος – λωτοφάγος. Μπορεί εξ αιτίας τους να μην έχει να φάει μετά από πενήντα χρόνια σκληρής δουλειάς, να πεθαίνει αβοήθητος περιμένοντας ατέλειωτες ώρες τη σειρά του στα Επείγοντα, αλλά μυαλό δεν βάζει.
Δεκανίκια ακόμα:
– Ο κυβερνητικός βουλευτής-κότα που κάνει την πάπια. Ο πρόεδρος της Βουλής που έφερε σε πέρας τη βρόμικη δουλειά και πήρε ως ανταμοιβή το ύπατο αξίωμα. Η απερχόμενη Πρόεδρος που πέντε χρόνια ήταν η ηχώ του Κυρίου της για να μη γίνει απερχόμενη αλλά δεν της βγήκε.
– Ο ακροδεξιός βουλευτής και ευρωβουλευτής που στις κρίσιμες ψηφοφορίες δίνει χείρα βοηθείας και σώζει τους καταρρέοντες. Το αίμα νερό δεν γίνεται.
– Η δημοκρατική αντιπολίτευση-σκορποχώρι. Πολυδιασπασμένη, αλληλοσπαρασσόμενη, απορροφημένη σε βυζαντινολογίες περί του φύλου των αγγέλων και περί όνου σκιάς, κατώτερη των περιστάσεων. Η κατηγορία πως είναι αυτή που υποκινεί τον λαϊκό ξεσηκωμό είναι πέρα για πέρα άδικη. Η αντιπολίτευση δεν είναι ικανή να γεμίσει ούτε το μεσοχώρι της Κάτω Ραχούλας.
– Ο μιντιάρχης-ολιγάρχης που φοβάται μην αλλάξουν τα πράγματα και χάσει τα «τυχερά» του: Τσάμπα δημόσιες συχνότητες, σβήσιμο χρεών και προστίμων, θαλασσοδάνεια με εγγύηση αέρα, απευθείας αναθέσεις, εταιρείες ενέργειας για καταλήστευση του κοσμάκη, ασυλία για τα ναρκόπλοια.
– Ο καλοταϊσμένος από τον κρατικό κορβανά δημοσιογράφος-τζουκ μποξ, ο παρουσιαστής-κλαρινιτζής. Του ρίχνουν κέρμα και κελαϊδάει ό,τι τον διατάξουν. Του κολλάνε χαρτονόμισμα στο μέτωπο και παίζει ό,τι του παραγγέλνουν.
– Η «πνευματική ηγεσία» που τους γλείφει μπας και της πετάξουν κανένα κοκαλάκι. Ο «αθάνατος» ακαδημαϊκός που χειροκροτούσε με ενθουσιασμό το παραλήρημα του δικτάτορα Παπαδόπουλου μέσα στην Ακαδημία Αθηνών.
– Τα τρολ, οι ψυχάκηδες και οι Νεάντερταλ του Διαδικτύου και των Σόσιαλ. Βοθρολύματα, αποπνικτική μπόχα αλλά και… χριστιανικά σχόλια σαν αυτό που έγραψε κάποιος σε ανάρτησή μου: «Αφήστε τα συλλαλητήρια, πάψτε να τα βάζετε με την δικαιοσύνη και τον πρωθυπουργό μας και προσευχηθείτε για τα νεκρά παιδιά». Για να έχουμε αύριο κι άλλα νεκρά παιδιά.
Δεν χάθηκε ο κόσμος αν πήγαν περίπατο η δημοκρατία, η ισονομία, το κράτος δικαίου. Τα δεκανίκια διόλου δεν τα πειράζει που Βουλή, Δικαιοσύνη και ΜΜΕ συγκαλύπτουν τα κυβερνητικά εγκλήματα αντί να τα αποκαλύπτουν. Γι’ αυτούς η εθνική ανωμαλία είναι μία και λέγεται συλλαλητήρια-λαοθάλασσες.
Η περασμένη Κυριακή ήταν του Τελώνου και του Φαρισαίου. «Ουαί υμίν γραμματείς και φαρισαίοι υποκριταί, οι διυλίζοντες τον κώνωπα την δε κάμηλον καταπίνοντες».
