
Του Μελέτη Ρεντούμη
Η πρόσφατη ανακοίνωση της Τουρκίας για την ίδρυση θαλάσσιων πάρκων στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο αποτελεί μια άμεση και μελετημένη απάντηση στην πρόσφατη ελληνική πρωτοβουλία για τη δημιουργία αντίστοιχων θαλάσσιων προστατευόμενων περιοχών. Παρότι παρουσιάζεται ως περιβαλλοντική πρωτοβουλία, η τουρκική κίνηση εντάσσεται ξεκάθαρα στο ευρύτερο γεωπολιτικό πλαίσιο που διαμορφώνει εδώ και χρόνια η Άγκυρα με βάση το δόγμα της Γαλάζιας Πατρίδας, ένα δόγμα που επεκτείνει τις τουρκικές θαλάσσιες διεκδικήσεις πέραν του διεθνούς δικαίου της θάλασσας, σε βάρος κυριαρχικών δικαιωμάτων της Ελλάδας και της Κύπρου.
Το πλέον χαρακτηριστικό στοιχείο της τουρκικής ανακοίνωσης είναι ο επιμελής αποκλεισμός της περιοχής του Καστελόριζου από οποιαδήποτε αναφορά ή σχεδιασμό θαλάσσιου πάρκου. Η συγκεκριμένη απουσία δεν είναι τυχαία, αλλά αντανακλά τη συνεχή τουρκική άρνηση να αναγνωρίσει υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ στο νησιωτικό σύμπλεγμα του Καστελόριζου, αμφισβητώντας έτσι ευθέως τα κυριαρχικά δικαιώματα της Ελλάδας.
Αντιθέτως, η Τουρκία επιχειρεί να παρουσιάσει την κίνηση αυτή ως περιβαλλοντική πρωτοβουλία, ενισχύοντας όμως ταυτόχρονα την εικόνα της ως “διαχειριστή” της Ανατολικής Μεσογείου, παρακάμπτοντας τις ελληνικές και κυπριακές θέσεις.
Πιο συγκεκριμένα, η χρονική συγκυρία της ανακοίνωσης δεν είναι τυχαία, καθώς έρχεται λίγες μόλις ημέρες μετά τη δημοσιοποίηση από την Ελλάδα του σχεδίου για θαλάσσια πάρκα σε περιοχές στρατηγικού ενδιαφέροντος, περιλαμβανομένων και περιοχών της Ανατολικής Μεσογείου. Επομένως, η τουρκική αντίδραση συνιστά όχι μόνο προσπάθεια εξισορρόπησης της ελληνικής πρωτοβουλίας στο πεδίο της διεθνούς κοινής γνώμης και των οργανισμών περιβάλλοντος, αλλά κυρίως μία πολιτική απάντηση που σκοπεύει να παγιώσει εδαφικές διεκδικήσεις μέσω ενός οικολογικού μανδύα.
Η κίνηση αυτή μπορεί να θεωρηθεί έμμεση απειλή για την Ελλάδα, όχι τόσο με τη μορφή άμεσης στρατιωτικής πρόκλησης, όσο ως βήμα προς την εμπέδωση ενός νέου status quo σε θαλάσσιες περιοχές υπό αμφισβήτηση. Η Τουρκία επιχειρεί να δημιουργήσει τετελεσμένα, με απώτερο στόχο την ενίσχυση της ρητορικής περί της Γαλάζιας Πατρίδας και την προβολή αυτής στο πλαίσιο διεθνών οργανισμών, ενδεχομένως με αίτημα στήριξης από οικολογικούς φορείς και θεσμούς.
Οι επόμενες κινήσεις της Ελλάδας θα πρέπει να είναι προσεκτικές αλλά αποφασιστικές. Χρειάζεται διπλωματική κινητοποίηση τόσο στην Ευρωπαϊκή Ένωση όσο και σε διεθνείς περιβαλλοντικούς οργανισμούς, προκειμένου να αποδομηθεί το αφήγημα της Άγκυρας ως περιβαλλοντικού προστάτη.
Παράλληλα, η Ελλάδα οφείλει να συνεχίσει την ενίσχυση της παρουσίας της στις επίμαχες θαλάσσιες ζώνες μέσω επιστημονικών αποστολών, ενεργοποίησης εθνικών και διεθνών μηχανισμών επιτήρησης, αλλά και επίσημης οριοθέτησης θαλάσσιων ζωνών με όμορες χώρες όπως η Αίγυπτος και η Κύπρος.
Σε κάθε περίπτωση, η τουρκική πρωτοβουλία για θαλάσσια πάρκα δεν είναι απλώς μια οικολογική εξαγγελία, αλλά ένα στρατηγικό εργαλείο προώθησης εθνικών επιδιώξεων σε βάρος της Ελλάδας. Αποτελεί μια ακόμη απόπειρα εργαλειοποίησης του περιβάλλοντος ως γεωπολιτικού όπλου. Αυτό σημαίνει πως η Ελλάδα καλείται να απαντήσει όχι μόνο με επιχειρήματα περιβαλλοντικής ευαισθησίας, αλλά και με συνολική στρατηγική εθνικής αυτοπροστασίας στο ευρύτερο πλαίσιο του διεθνούς δικαίου και της εθνικής κυριαρχίας.
Ο Μελέτης Ρεντούμης είναι οικονομολόγος τραπεζικός

