
«Με την πρώτη σταγόνα της βροχής σκοτώθηκε το καλοκαίρι…»
Οδυσσέας Ελύτης
Οι Αγώνες ως ιστορική τομή
Τι ακριβώς σημαίνει «ολυμπιακή κληρονομιά»; Οι ορισμοί ποικίλλουν και περιλαμβάνουν έναν ευρύτατο κύκλο αποτελεσμάτων, συνεπειών και επιδράσεων σε μια χώρα της οποίας μια πόλη διοργάνωσε Ολυμπιακούς Αγώνες.
Τα μεγέθη της έχουν θετικά και αρνητικά πρόσημα, είναι μετρήσιμα ή όχι, υπάρχουν ως ευκρινή δεδομένα ή ως γενικές επιρροές σε συνήθειες και διαθέσεις.
Η πολύπλοκη φύση της διοργάνωσης και οι ποικίλες συνιστώσες της αποτυπώνονται σε ομόκεντρους κύκλους σε εθνικό, περιφερειακό και τοπικό επίπεδο –με εσωτερικές διαφοροποιήσεις– και δυσχεραίνουν την καταγραφή.
Υπάρχει η –υπολογίσιμη– κληρονομιά των αριθμών: στην οικονομία, στις υποδομές, στην αθλητική δραστηριότητα. Λιγότερο ευδιάκριτα, αλλά με αποτέλεσμα, στην τεχνολογία, την πληροφορική, την τεχνογνωσία, την οργάνωση αντίστοιχων γεγονότων, τις τεχνικές κατασκευών, την προστασία του περιβάλλοντος.
Μετά από Ολυμπιακούς Αγώνες υπάρχουν ποιοτικές επιδράσεις στην εκπαίδευση, τον πολιτισμό, τη συλλογική ψυχολογία. Ενισχύονται, ή αποδυναμώνονται, ενδιαφέροντα και σημειώνονται μεταβολές σε έννοιες και μεθόδους. Επηρεάζεται επίσης η δημόσια ζωή και ο λόγος των πολιτικών δυνάμεων. Η κοινωνία εμπλουτίζεται με νέες συμπεριφορές, όπως είναι ο εθελοντισμός, η τάση για συμμετοχή σε συλλογικές δράσεις και στον αθλητισμό, η διεθνοποίηση αντιλήψεων. Ενδεχομένως διαμορφώνεται μια ολυμπιακή γενιά με ξεχωριστά βιώματα και παραστάσεις. Κοντολογίς, οι Ολυμπιακοί Αγώνες συνιστούν τομή σε μια χώρα. Σε πολλά πεδία χωρίζουν το «μετά» από το «πριν».
Όλοι οι ερευνητές συμφωνούν ότι η ολυμπιακή κληρονομιά, όταν δεν είναι υλική και ορατή, ώστε να γίνεται αισθητή με οπτική παρατήρηση, εκτείνεται σε βάθος χρόνου με μη μετρήσιμες επιπτώσεις – όπως είναι η φήμη, η αναβάθμιση, η διεθνής αναγνώριση.
Η ολυμπιακή κληρονομιά της Αθήνας δεν έχει αποτιμηθεί με αυτόν τον τρόπο σε εύρος, βάθος και διάρκεια. Παρότι έχουν παρέλθει δύο δεκαετίες, δεν υπολογίστηκε ποτέ στο σύνολό της. Είναι όμως αναγνωρισμένη η επίδρασή της σε πολλούς τομείς και προεκτείνεται έως τις μέρες μας. Τα μετρήσιμα μεγέθη είναι θετικά – πλην του στοιχείου «αξιοποίηση μετά τους Αγώνες». Ειδικά στο Λεκανοπέδιο της Αττικής, που ζει σχεδόν ο μισός πληθυσμός της χώρας, ο ολυμπιακός κύκλος βελτίωσε αισθητά την καθημερινότητα των ανθρώπων – και πάντως δεν τον επιδείνωσε σε τίποτε και πουθενά. Το πρόβλημα είναι ότι η συντεταγμένη Πολιτεία δεν οργάνωσε ποτέ τη μεγιστοποίηση της ολυμπιακής ωφέλειας για τη χώρα.
Χωρίς σχέδιο
Παρότι και στους δύο φακέλους υποψηφιότητας υπήρχαν αναφορές για μεταολυμπιακή αξιοποίηση, η Ελλάδα σχεδόν αποποιήθηκε την κληρονομιά των Ολυμπιακών Αγώνων σαν να της ήταν βάρος. Σε κάποιους κύκλους συμφερόντων πράγματι ήταν.
Όλες οι πόλεις –και οι χώρες ασφαλώς– που οργάνωσαν Αγώνες είχαν εγκαίρως στόχους και τους επικαιροποίησαν ανάλογα με τα αποτελέσματά τους. Παραδείγματος χάριν, η Ατλάντα επιδίωξε και πέτυχε να αυξηθεί ο ρυθμός εγκατάστασης επιχειρήσεων στην επικράτειά της. Η Βαρκελώνη ανανέωσε στοχευμένα το brand name της Ισπανίας.

Στην Ελλάδα δεν «έτρεξε» κανένα συγκροτημένο μεταολυμπιακό σχέδιο, με στόχους. Αντίθετα εγκαταλήφθηκαν και όσα υπήρχαν στα χαρτιά και τη θέση τους πήραν πολιτικές αντιδικίες και διαγκωνισμοί παραπληροφόρησης. Στο τέλος της ημέρας κάποιοι έφταναν να συκοφαντούν τους Αγώνες, κυρίως με αβάσιμους ισχυρισμούς για το κόστος τους και αυθαιρεσίες για τη σκοπιμότητά τους.
Επ’ αυτού, ο Βαγγέλης Βενιζέλος σημείωνε, προολυμπιακά ακόμα: «Αν μιλάμε για “κόστος” της ολυμπιακής προετοιμασίας και όχι για επένδυση, εάν ψάχνουμε να βρούμε την απόσβεση μέχρι τις 15 Σεπτεμβρίου του 2004 και όχι τις επόμενες δεκαετίες, τότε δεν έχουμε καταλάβει απολύτως τίποτα από αυτό που επιχειρήσαμε να κάνουμε».
Όσοι ανακινούσαν κατά καιρούς αυτή τη συζήτηση κακόπιστα και μονομερώς, αναζητούσαν το κόστος, παραλείποντας το όφελος. Απέφευγαν τον διαχωρισμό ανάμεσα στο κόστος της αθλητικής διοργάνωσης και στο κόστος για τις υποδομές. Πιο απλά: Καλλιεργούσαν σύγχυση.
Έτσι θόλωσε ο διαχωρισμός ανάμεσα στις κυβερνήσεις που υστερούσαν στον προγραμματισμό και την εκτέλεση όσων ανέλαβαν και την Οργανωτική Επιτροπή που, μετά το 2000, έγινε η λοκομοτίβα της χώρας. Αποσιωπήθηκε ποιος αποφάσιζε για τις εργολαβίες και ποιος απλώς οργάνωσε τους Αγώνες και με την επιτυχία τους ανέδειξε τη χώρα.
Επειδή οι Αγώνες υπήρξαν, ως πραγματικότητα με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά και αποτελέσματα, προκαλεί απορία ότι μέχρι σήμερα δεν έχει τεθεί στον δημόσιο διάλογο το κρίσιμο ερώτημα:
«Γιατί η Πολιτεία δεν αξιοποίησε συστηματικά το –υλικό και άυλο– “κεφάλαιο” που άφησαν οι Αγώνες στη χώρα;»
Εσωτερική υπονόμευση της επιτυχίας
Στις προολυμπιακές συζητήσεις οι μεγαλύτερες πολιτικές δυνάμεις της χώρας ομονοούσαν στη σημασία που είχαν οι Ολυμπιακοί Αγώνες για την Ελλάδα. Ειδικά το ΠΑΣΟΚ και η ΝΔ συμφωνούσαν ότι ήταν «σπουδαία εθνική υπόθεση».
Παρά τις επί μέρους ενστάσεις τους και τις κατά καιρούς θεατρικές αντιδικίες τους, δεν αμφισβήτησαν τη διοργάνωση ως κινητήρια δύναμη ανάπτυξης, που έδινε ώθηση στην οικονομία και απέφερε διεθνή απήχηση.
Ο Κώστας Σημίτης έλεγε, ως πρωθυπουργός στη Βουλή:
«Οι Ολυμπιακοί Αγώνες είναι μια μεγάλη πρόκληση, ένα εθνικό θέμα, εθνικός στόχος. Για μας, δεν μπορούν να λήγουν τον Σεπτέμβρη του 2004. Διαμορφώνουμε το πρόγραμμά μας ώστε για αρκετά χρόνια μετά το 2004 η Αθήνα και η Ελλάδα να καρπωθούν τα πολλαπλά οφέλη από τη διεθνή προβολή της χώρας».
Ο υπουργός του, ο Κώστας Λαλιώτης, είπε στον δημοσιογράφο Τάσο Παππά, στην Ελευθεροτυπία: «Το νέο όραμα, το συνεκτικό μεγάλο σχέδιο και η μεγάλη ιδέα για τον ελληνισμό και την Ελλάδα του 21ου αιώνα ταυτίζεται με τις προκλήσεις, τις ευκαιρίες, τις δυνατότητες και τις ελπίδες που περικλείει το 2004 με τους Ολυμπιακούς Αγώνες».
Η ΝΔ, ως αξιωματική αντιπολίτευση στην περίοδο της ολυμπιακής προετοιμασίας, δήλωνε ότι «θα συνδράμει με όλες της τις δυνάμεις στην επιτυχία της διοργάνωσης των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004, γιατί αποτελούν εθνική υπόθεση».
Άλλωστε μετείχε στην υπόθεση. Οι δήμαρχοι της ελληνικής πρωτεύουσας που φιλοξενούσε τους Αγώνες ήταν μέλη της και πρόσωπα της επιρροής της μετείχαν στην Επιτροπή ΑΘΗΝΑ 2004.
Ο Κώστας Καραμανλής είχε μόλις οκτώ μήνες στην ηγεσία του κόμματος, όταν ανέλαβε η Αθήνα τη διοργάνωση. Οι αντιπολιτευτικές ενστάσεις του αφορούσαν τις καθυστερήσεις. Θεωρούσε «θετική την υιοθέτηση της πρότασής μας για την τοποθέτηση της κυρίας Αγγελοπούλου στην κορυφή της διοργάνωσης» και τόνιζε:
«Πεποίθησή μας είναι ότι όλοι οι Έλληνες θεωρούν τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2004 δική τους υπόθεση. Απαιτούν να γίνει το καλύτερο και το ταχύτερο δυνατόν».
Ζήτησε μάλιστα από τα στελέχη του να παρακολουθούν την πορεία των έργων και τη διαχείριση των κονδυλίων, γιατί «αύριο-μεθαύριο θα είμαστε κυβέρνηση».
Κανείς δεν αμφισβήτησε την ειλικρίνειά του. Και το 2004, όταν αναδείχθηκε πρωθυπουργός, ανέλαβε συγχρόνως και το Υπουργείο Πολιτισμού, ώστε να τονίσει «τη σημασία που αποδίδει στην επιτυχή διοργάνωση των Ολυμπιακών Αγώνων».
Το ΚΚΕ στην αρχή στήριξε, με τους δικούς του όρους, τη διεκδίκηση των Ολυμπιακών Αγώνων με δήλωση της Αλέκας Παπαρήγα, όταν συναντήθηκε με την ηγεσία της Επιτροπής Διεκδίκησης: «Αναμφισβήτητα εμείς συμφωνούμε και στηρίζουμε τις ενέργειες για διεκδίκηση από την Αθήνα των Ολυμπιακών Αγώνων», είχε δηλώσει στις 3 Ιανουαρίου του 1996. Αλλά οι αποφάσεις του κόμματος στα επόμενα χρόνια ήταν επικριτικές.
Ο Συνασπισμός της εποχής, με τον Ν. Κωνσταντόπουλο στην ηγεσία του –και επικεφαλής στην οργάνωση Νεολαίας τον Αλέξη Τσίπρα–, είχε εναντιωθεί στη διεκδίκηση και μετείχε σε δραστηριότητες ακτιβιστών που εξέφραζαν την αντίθεσή τους. Ωστόσο, αναγνώριζε ότι επρόκειτο για σημαντικό γεγονός και
«αφ’ ης στιγμής ανετέθη η διοργάνωση στην Ελλάδα, αυτή η επιχείρηση πρέπει να πετύχει, αλλά με σωστούς σχεδιασμούς». Ανεξάρτητα όμως από τις πολιτικές συγκλίσεις και αποκλί- σεις, από την υποστήριξη ή την κριτική των κομμάτων, στο τέλος ένα πράγμα δεν αμφισβητήθηκε:
Οι Ολυμπιακοί Αγώνες ήταν από τις ευτυχέστερες στιγμές του νεότερου ελληνικού βίου.
Στις 13 Αυγούστου 2004 στην Αθήνα, το «αρχαίο πνεύμα, το αθάνατο, κατέβηκε, φανερώθηκε κι άστραψε εδώ πέρα» και άλλαξε την ιστορία των Ολυμπιακών Αγώνων. Πολλά πλέον στη μεγαλύτερη διοργάνωση του πλανήτη απέκτησαν ως μέτρο το ελληνικό 2004.
Αυτό προοιωνιζόταν ότι μπορούσε να αλλάξει και τη χώρα. Να περάσει σε φάση αναβάθμισης, ακολουθώντας την κεκτημένη ταχύτητα του Αυγούστου. Αλλά απεδείχθη αυταπάτη. Το επί- τευγμα ανασκευάσθηκε από οικονομικές σκοπιμότητες, πολιτικές ανασφάλειας και τη μιντιακή ασυδοσία που τις συντηρούσε. Κάποιες οικονομικές και πολιτικές ελίτ συνήργησαν στην εσωτερική υπονόμευση της επιτυχίας και τη συρρίκνωση του πραγματικού θησαυρού που είχε στη διάθεσή του ο ελληνικός λαός.
Γιατί;
Το βράδυ της τελετής Λήξης των Αγώνων, η Ελλάδα διέθετε τρία αναπτυξιακά εργαλεία: νέο μοντέλο μάνατζμεντ στον δημόσιο τομέα, άρτιες υποδομές και φιλικό διεθνές περιβάλλον.
Με τη δουλειά της Οργανωτικής Επιτροπής ΑΘΗΝΑ 2004, η Γιάννα Αγγελοπούλου κατάφερε όσα δεν είχαν συμβεί ποτέ ως τότε: η διοίκηση δούλεψε, η κυβέρνηση έγινε αποτελεσματική, εμφανίστηκε ένα πρωτοφανές κίνημα νέων εθελοντών, η ελληνική κοινωνία μπήκε στο φιλότιμο που την ώθησε στις υποδειγματικές συμπεριφορές εκείνων των ημερών. Ήταν θαύμα.
Γιατί εκείνος ο θρίαμβος μετατράπηκε σε ξεχασμένο παρελθόν; Γιατί η παγκόσμια αναγνώριση δεν αξιοποιήθηκε, το σύστημα δουλειάς της ΑΘΗΝΑ 2004 εγκαταλείφθηκε, οι εθελοντές ξεχάστηκαν, οι υποδομές χορτάριασαν; Γιατί η χώρα που πέτυχε το ακατόρθωτο το απαξίωσε και… τιμωρούσε τον εαυτό της, αντί να το προβάλει ως επίτευγμα και να το αξιοποιήσει ως κεφάλαιο;
Μετά από είκοσι χρόνια, αυτά παραμένουν μεγάλα ερωτήματα των Ολυμπιακών Αγώνων της Αθήνας.
Η Ελλάδα έφτασε θριαμβευτικά στο τέλος των Αγώνων – παρότι είχε χάσει τρία χρόνια από την προετοιμασία– και εκ των πραγμάτων απέκτησε ιδανικές προϋποθέσεις συνέχειας. Όχι απλώς για απόσβεση του κόστους, αλλά για διαρκές όφελος σε βάθος χρόνου. Για τη μετεξέλιξή της σε σύγχρονη χώρα – με μοχλό την ολυμπιακή εμπειρία. Οι Αγώνες διαμόρφωσαν προϋποθέσεις για ποιοτικό άλμα. Αλλά από την επομένη επι- κράτησε νοοτροπία σχεδόν σαν να μην έγιναν. Η κυρίαρχη μεταολυμπιακή τάση ήταν να κοντύνουν οι διοργανωτές, όχι να συνεχιστεί αυτό που πέτυχαν.
Στην πράξη συρρικνώθηκε αβασάνιστα, ό,τι είχε αποτυπωθεί από τα μεγάλα μέσα ενημέρωσης και στη συνείδηση της διεθνούς κοινής γνώμης, ως το μεγαλύτερο μεταπολιτευτικό επίτευγμα της Ελλάδας, από πλευράς οργάνωσης και παγκόσμιας προβολής.
Βεβαίως το σύνολο των υποδομών, των αθλητικών εγκα- ταστάσεων και των λοιπών έργων που άφησαν ως κληρονομιά οι Αγώνες θα συνέχιζαν να εξυπηρετούν το κοινό και την οικονομία. Αλλά αυτό ήταν ήδη εμφανές κέρδος. Από εκεί και πέρα όμως δεν αναζητήθηκε κάτι περισσότερο.
Ένα τμήμα της πολιτικής τάξης, κάποια μέσα ενημέρωσης και ορισμένοι παράγοντες της οικονομίας εναντιώθηκαν, συχνά με χτυπήματα κάτω από τη μέση, σ’ αυτή την εθνική κατάκτηση. Έτσι παρεμπόδισαν την αξιοποίησή της, που δεν συνιστούσε ανακάλυψη της πυρίτιδας: Υπήρχαν πρακτικές από τις προηγούμενες ολυμπιακές πόλεις.
Ο Γιάννης Σγουρός, γενικός γραμματέας Αθλητισμού, μέλος της Οργανωτικής Επιτροπής και κατόπιν νομάρχης και περιφερειάρχης, σημείωνε: «Η μεταολυμπιακή οργάνωση της χώρας δεν θα ξεκινούσε από μηδαμινή βάση – υπήρχε αφετηρία για να προχωρήσει». Φωνή βοώντος…
Μην πυροβολείτε την πιανίστρια
Το 2004, είχαν περάσει πολλές δεκαετίες από την τελευταία φορά που η διεθνής οικογένεια είχε εκδηλώσει αισθήματα ευγνωμοσύνης για την Ελλάδα. Τα επανέλαβε, λόγω των Ολυμπιακών Αγώνων, και αφορούσαν όλους τους Έλληνες. Αλλά δεν υπήρξε αντίκρισμα στο εσωτερικό της χώρας τους…
Η Ιστορία, παίζοντας τα παιχνίδια της, ήθελε η απόφαση για τη διεκδίκησή τους να ληφθεί με κυβέρνηση Ανδρέα Παπανδρέου, η προετοιμασία να γίνει με κυβέρνηση Σημίτη και η διεξαγωγή τους με κυβέρνηση Καραμανλή.
Στον τελικό απολογισμό, κανείς δεν αμφισβήτησε ότι η επιτυχής διοργάνωσή τους ήταν «έργο της Γιάννας». Και καμία πλευρά δεν της καταλόγισε ότι επιδίωξε να προσποριστεί οικονομικό όφελος για την ίδια, ή την οικογένειά της. Στην πορεία προς τον Αύγουστο του 2004, όλοι είχαν αντιληφθεί ότι η Οργανωτική Επιτροπή που διοικούσε δεν ήταν ΔΕΚΟ. Υπήρξε το πιο εξελιγμένο σύστημα μάνατζμεντ και ο πιο αποδοτικός μηχανισμός εργασίας που «στήθηκε» ποτέ στην Ελλάδα. Και ως «επιχείρηση» έβγαλε περισσότερα από όσα επένδυσε.
Δεν είναι υπερβολή ότι η Αγγελοπούλου το 2000 παρέλαβε παράγκα και το 2004 παρέδωσε παλάτι. Έργο, φήμη, αποτέλεσμα, προσωπικό υψηλής απόδοσης και ένα σύστημα εργασίας που θα που μπορούσε να μετατρέψει τις ολυμπιακές υποδομές σε βατήρα εκτόξευσης σε πολλούς τομείς.
Η ολυμπιακή δόξα θα έφερνε χρυσάφι, αν δεν την αφάνιζε η πολιτική τάξη –από αδράνεια ή σκοπιμότητα– και το κατεστημένο της εποχής, για λόγους συμφερόντων. Κακά τα ψέματα: Υπήρξαν πολιτικοί και επιχειρηματίες –όπως και μιντιακά παρακολουθήματά τους– που δεν συμφιλιώθηκαν με την επιτυχία του 2004. Επειδή είχε όνομα στην ούγια.
Σε άλλη χώρα θα είχαν ανακηρύξει την Οργανωτική Επιτροπή εθνικό υπόδειγμα και την Αγγελοπούλου σε ηρωίδα. Στην Ελλάδα οργανώθηκε ακατανόητη επιχείρηση εναντίωσης στην ίδια, που συμπαρέσυρε την ολυμπιακή επιτυχία. Ήταν εμφανές ότι σε μια συγκεκριμένη κάστα δεν άρεσε ότι ο πήχης πήγε ψηλά – με τη δουλειά της στην Επιτροπή. Τον ξανακατέβαζαν, πυροβολώντας στα τυφλά, για να αλλοιώσουν την ταυτότητα του επιτεύγματος.
Ένα τμήμα πολιτικής τάξης δεν αντιμετώπιζε με ειλικρίνεια την Αγγελοπούλου, ακόμα και όταν την καλούσε για σωτηρία ή την επαινούσε. Ένα άλλο θεωρούσε ότι, αν συνεχίσει να πιστώνεται την επιτυχία, θα τη βρει αντίπαλο στον πολιτικό στίβο. Οπότε ας πάει και το παλιάμπελο.
Το αποτέλεσμα ήταν απογοητευτικό. Στους Ολυμπιακούς Αγώνες η χώρα ήταν παρούσα στο ραντεβού με το μέλλον της. Οι δημιουργικές δυνάμεις της ήταν εκεί.
Όχι όμως και η «άρχουσα» κάστα της…
Αυτοεκπληρούμενη προφητεία
Με την επιτυχία της τον Αύγουστο του 2004, η Ελλάδα αναγνωρίστηκε παγκοσμίως ως σύγχρονη χώρα με προοπτικές. Το μήνυμα που έστειλε ήταν ότι οι Έλληνες μπορούν, όταν έχουν κατάλληλη ηγεσία. Έκτοτε όμως, σε κάθε επέτειο, εμφανίζονται μόνο αναπολήσεις μελαγχολίας: Αυτό που αναδείχθηκε ως ελληνικός θρίαμβος και υποσχόταν άλματα άρχισε νωρίς να προκαλεί απογοήτευση.
Η ελληνική Ολυμπιάδα, από χαμένο παιχνίδι του 2000, έγινε κερδισμένο στοίχημα εθνικής υπέρβασης του 2004 και από το 2005 υπόθεση εκποίησης εθνικού κέρδους. Ο σπουδαίος Αδαμάντιος Πεπελάσης έγραφε:
«Οργανώσαμε πετυχημένους Ολυμπιακούς Αγώνες και αυτό μας πιστώθηκε από την καχύποπτη διεθνή κοινότητα, αλλά δεν μπορέσαμε να κάνουμε το επόμενο βήμα. Να κεφαλαιοποιήσουμε την επιτυχία τους. Αφήσαμε σε εκκρεμότητα την ανακοίνωση των επίσημων οικονομικών τους στοιχείων, δείγμα και αυτό της αντίληψης περί μη-αξιοποίησής τους».
Η διεκδίκηση, η διοργάνωση και μετά τίποτε. Τρίτο ημίχρονο για τους Ολυμπιακούς Αγώνες δεν υπήρξε. Η Αξιοποίηση δεν επιχειρήθηκε ποτέ. Σαν να κερδίζεις τον πρώτο λαχνό στο λαχείο και να μην προσέρχεσαι για να εισπράξεις τα κέρδη. Να ξοδεύεις για μια μεγάλη επένδυση και, όταν ολοκληρώνεται, να την κλειδώνεις και να πετάς το κλειδί στη θάλασσα.
Αυτή η συζήτηση πήρε χαρακτήρα αυτοεκπληρούμενης προφητείας και η απαξίωση των Αγώνων, με κορυφή του παγόβουνου τις αθλητικές υποδομές, προέκυψε σαν άδηλη επιδίωξη αυτοκαταστροφής.
Είναι στα όρια του σκανδάλου ότι κάποιες πολιτικές ηγεσίες και συγκεκριμένες ομάδες της επιχειρηματικής τάξης και των μίντια δεν θέλησαν να αξιοποιηθεί το επίτευγμα ενός λαού…
Χαμένη ευκαιρία
Ωστόσο, στις συζητήσεις για τους Ολυμπιακούς Αγώνες, απέναντι σε όσους τους στιγμάτιζαν ως πηγή της κακοδαιμονίας, αναδείχθηκε –έστω αμυδρά– και το αντίθετο: Μήπως οι Αγώνες ήταν το πρώιμο αντίδοτο για την κρίση, προτού κάνει την εμφάνισή της; Δεν είναι λίγες οι αναφορές ότι, αν είχαν αξιοποιηθεί συστηματικά τα ποικίλα κέρδη από τους Αγώνες, ενδεχομένως η χώρα δεν θα έφτανε στη δημοσιονομική εκτροπή του 2009 – και στον διεθνή οικονομικό έλεγχο το 2010. Τουλάχιστον δεν θα είχε περιέλθει στη δραματική κατάσταση που επέβαλαν τα βαριά Μνημόνια, με κοινωνικό κόστος και περιορισμό της εθνικής κυριαρχίας στη διακυβέρνηση, για οκτώ χρόνια.
Κανείς δεν μπορεί να μιλάει με υποθέσεις, αλλά δεν είναι αβάσιμος ο ισχυρισμός ότι η ελληνική οικονομία θα είχε αποκτήσει αντισώματα, αν διατηρούσε την κεκτημένη ταχύτητα του 2004. Καμία άλλη ευρωπαϊκή χώρα δεν είχε αυτό το προνόμιο εκείνα τα χρόνια. Η οικονομία θα ήταν σε καλύτερη κατάσταση και ελληνική κοινωνία θα ήταν περισσότερο έτοιμη να υπερβεί την κρίση, χωρίς «σωτήρες».
Ο Άλαν Χούμπαρντ, βετεράνος αθλητικογράφος, έγραψε ότι ενδεχομένως η ελληνική οικονομική κατάρρευση θα μπορούσε να αναχαιτιστεί αν η χώρα έκανε κάτι αντίστοιχο με τη διάσωση της ολυμπιακής διοργάνωσης από την Αγγελοπούλου.
Ενδεχομένως με την ίδια σε ρόλους που αφορούσαν τη διεθνή απήχηση, τις επαφές με επενδυτές και την οργανωτική πρακτική στο εσωτερικό.
Υποθέσεις; Καθόλου. Το 2022, σε ημερίδα που οργάνωσε ο Κύκλος Ιδεών με θέμα Μνήμη και συνέχεια – η οργάνωση του κράτους για τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2004 ως μοντέλο διαχείρισης κρίσεων, ο Βαγγέλης Βενιζέλος τόνιζε: «Το οργανωτικό σχήμα της προετοιμασίας του κράτους για τους Ολυμπιακούς Αγώνες μπορεί να χρησιμοποιηθεί δεκαοκτώ χρόνια μετά για να αντιμετωπισθούν ποικίλες κρίσεις με αποελεσματικότητα, με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα αυτό που ονομάζεται Πολιτική Προστασία». Κοντολογίς, οι Αγώνες, ως υπόδειγμα, ήταν ιστορική ευκαιρία συνολικής αναβάθμισης της χώρας, που έμεινε σε μεγάλο βαθμό ανεκμετάλλευτη. Στη μονογραφία τους οι Π. Συναδινός και Ν. Χούτας σημείωναν: «Οι Αγώνες αυτό που προσφέρουν είναι ευκαιρίες. Στην ελληνική περίπτωση ορισμένες έγιναν άμεσα αναγνώσιμες και αξιοποιήθηκαν, άλλες παραλείφθηκαν και μερικές αγνοήθηκαν σχεδόν επιδεικτικά. Σήμερα οι Αγώνες της Αθήνας μπορούν να συμπεριληφθούν στον κατάλογο των “χαμένων ευκαιριών” της Μεταπολίτευσης…»
Εν πάση περιπτώσει τα πράγματα πήραν την πορεία που πήραν και δεν αλλάζουν. Σε κάθε επέτειο όμως καλό είναι να θυμόμαστε ότι η χώρα θριάμβευσε, γιατί δούλεψε με σχέδιο, με πρόγραμμα, επιμονή και έμπνευση. Πρωτίστως γιατί υπήρξε ηγεσία ικανή, ανιδιοτελής και αποφασισμένη να κατακτήσει τον στόχο.
Αντιθέτως, από την αδυναμία διαδοχικών κυβερνήσεων να αξιοποιήσουν το ολυμπιακό κεφάλαιο, χάθηκαν το υλικό και άυλο όφελος.
Η ολυμπιακή κληρονομιά έμεινε ανεκμετάλλευτη… Και παραμένει ακόμη…
Η αθλητική προίκα
Τα περιουσιακά στοιχεία της Οργανωτικής Επιτροπής ΑΘΗΝΑ 2004 περιήλθαν στο ελληνικό δημόσιο και διανεμήθηκαν σε αθλητικές ομοσπονδίες και σωματεία.
Λόγω των Ολυμπιακών Αγώνων, ο αθλητικός τομέας προικίστηκε με σύγχρονες και λειτουργικές υποδομές. Οι εγκαταστάσεις όλων των αγωνισμάτων θεωρούνται ακόμη καινούργιες. Υποστηρίζουν τον επαγγελματικό αθλητισμό και αποτελούν κίνητρα για ενασχόληση των νέων με κάποιο άθλημα.
Ίσως όχι τόσο μαζικά όσο μετά το Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα Μπάσκετ του 1987, που γέμισε η Ελλάδα γήπεδα μπάσκετ και ανέδειξε νέες γενιές αθλητών, αλλά αισθητά.
Δεν αξιοποιήθηκε όμως η δυνατότητα για μετατροπή της χώρας σε ιδανικό παγκόσμιο προπονητήριο σε όλα τα αθλήματα. Με εφόδιο τις ολυμπιακές υποδομές, τη γεωγραφική θέση και το κλίμα, που έγιναν στοιχεία παγκόσμιας αναφοράς. Είχε την ολυμπιακή φήμη και τις προϋποθέσεις, αλλά δεν υπήρξε ποτέ αντίστοιχος σχεδιασμός.
Πολλές εγκαταστάσεις, ακόμα και τώρα, μπορούν να υποστηρίξουν προγράμματα εξυπηρέτησης των αναγκών του διεθνούς αθλητισμού, κατά αγώνισμα. Όχι μόνο δεν επιχειρήθηκε καν, αλλά μένουν ανεκμετάλλευτες, ή χάνονται. Όταν δεν διατίθενται ως χώροι για άλλες χρήσεις – όπως συμβαίνει στην έκταση του παλαιού αεροδρομίου.
Κατά περίπτωση, υπάρχουν τομείς στους οποίους η ολυμπιακή κληρονομιά λειτούργησε ως εσωτερικός αιμοδότης, έστω εμμέσως ή με καθυστέρηση. Ορισμένες σχολάζουσες υποδομές διατέθηκαν σε εναλλακτικές χρήσεις: στέγαση δημοσίων υπηρεσιών, μαζικές εκδηλώσεις, εκθέσεις και συνέδρια – ακόμα και κομμάτων. Αλλά αυτό δεν συνιστά μεταολυμπιακή αξιοποίηση. Δεν υπήρξε πλάνο, προγραμματισμός και στόχος. Κυρίως ούτε διάθεση. Έτσι, σταδιακά χάθηκε η αύρα των Αγώνων και περιορίστηκαν τα πλεονεκτήματα.
Πολλά ακίνητα περιήλθαν στην περιουσία της εταιρείας Ολυμπιακά Ακίνητα και στο διάδοχο σχήμα της και τελικά, διά των Μνημονίων, πέρασαν στο ΤΑΙΠΕΔ. Δεν διαμορφώθηκαν ποτέ όροι αξιοποίησής τους. Ορισμένα έχουν παραχωρηθεί με μακροχρόνιες συμβάσεις για εμπορική εκμετάλλευση σε ιδιώτες και κατά κάποιον τρόπο σώθηκαν – παρότι δεν ήταν αυτός ο προορισμός τους.
Υπάρχουν όμως εγκαταστάσεις που ρημάζουν. Συχνά, δημοσιεύματα παρουσιάζουν την εγκατάλειψη ολυμπιακών υποδομών, για τις οποίες δίνονται διαρκώς κυβερνητικές διαβεβαιώσεις αξιοποίησης. Αλλά περιμένουν μάταια να καρποφορήσουν οι σχετικοί διαγωνισμοί.
Κατά καιρούς έχουν ασκηθεί μέχρι και ποινικές διώξεις από τις εισαγγελικές αρχές για κακοδιαχείριση των Ολυμπιακών Ακινήτων αλλά μετά από ένα διάστημα χάνονται στη λήθη.
Υπάρχουν επίσης ερωτηματικά για τον κινητό εξοπλισμό πολλών εγκαταστάσεων. Ένα μέρος του… αγνοείται. Και πολλά είδη του έχουν διανεμηθεί σε… ημέτερους φορείς. Είναι μια εξέλιξη που δεν απέχει πολύ από το –νομιμοφανές– πλιάτσικο. Αν και σε κάποιες περιπτώσεις έχει συμβεί και στην κυριολεξία.
Κουφάρια
Σύμφωνα με την καταγραφή που έκαναν στις αρχές του 2024 για το Βήμα οι δημοσιογράφοι Κώστας Χολίδης και Γιάννης Ζωιτός, οι αθλητικές εγκαταστάσεις βρίσκονται πάντα στο έλεος του χρόνου: «Ορισμένες από τις εγκαταστάσεις δεν έπαψαν να λειτουργούν, σε άλλες δόθηκε λύση μέσα από την παραχώρησή τους, είτε σε ιδιώτες είτε σε συλλόγους, ενώ υπάρχουν και αυτές που κατέληξαν να σαπίζουν».
Στην Καλογρέζα, το Ολυμπιακό Στάδιο δεν έχει αξιοποιηθεί πέρα από κάποιους αγώνες στίβου και ποδοσφαίρου, ή σποραδικές συναυλίες και άλλες μαζικές εκδηλώσεις. Το πρόβλη- μα με τη συντήρηση της στέγης Καλατράβα και άλλων τμημάτων θέτει ερωτηματικά για την περαιτέρω χρήση τους.
Στο Ολυμπιακό Κέντρο Αντισφαίρισης, παρά τις υποσχέσεις ανακαίνισης, δεν έχουν γίνει παρεμβάσεις για την ανανέωσή του, ενώ το Ολυμπιακό Ποδηλατοδρόμιο παρουσίασε προβλήματα ασφάλειας.
Κολυμβητήρια, εγκαταστάσεις του τένις και προπονητήρια του στίβου περιμένουν βελτιώσεις και αποκατάσταση προβλημάτων. Οροφές που στάζουν, ηλεκτρολογικά συστήματα που δεν λειτουργούν και η έλλειψη… θέρμανσης φέρνουν σε απόγνωση τους προπονούμενους αθλητές.
Το ανοικτό Κολυμβητήριο έγινε χώρος αστέγων, οι πισίνες και τα προπονητήρια που χρησιμοποιεί ο «αφρός» του ελληνικού στίβου εμφανίζουν διαρκώς ελλείψεις. Είκοσι χρόνια μετά τους Ολυμπιακούς Αγώνες, η χώρα που έχει δύο παγκόσμιους αστέρες στο τένις δεν έχει χώρο για διεθνές τουρνουά.
Στο Ελληνικό και τον Άγιο Κοσμά, το κλειστό γήπεδο μπάσκετ, οι εγκαταστάσεις μετά από κάποιες μεταολυμπιακές χρήσεις κατεδαφίστηκαν, χάριν των έργων διαφορετικής «ανάπτυξης» για τη διαμόρφωση «ελληνικής Ριβιέρας». Η αί- θουσα ξιφασκίας διαλύθηκε για να μεταφερθεί στην επαρχία. Σαν να μην υπήρξαν ποτέ, είναι το Ολυμπιακό Κέντρο Κανόε, Καγιάκ, Σλάλομ, τα τρία γήπεδα στο Ολυμπιακό Κέντρο Σόφτμπολ-Μπέιζμπολ είναι πλέον μια μάζα από παρατημένα σίδερα. Το Ολυμπιακό Κέντρο Χόκεϊ επί Χόρτου δεν χρησιμοποιήθηκε από το 2004 και σαπίζει. Σε αυτό το μέτωπο, μόνο η Μαρίνα Αγίου Κοσμά χρησιμοποιείται πλέον ως ιδιωτική επιχείρηση για σκάφη και διασώθηκε.
Στο Φάληρο το κλειστό γήπεδο Τάε Κβο Ντο φιλοξενεί εκθέσεις και άλλες εκδηλώσεις. Χωρίς συντήρηση και αναβάθμισή του σε οργανωμένο συνεδριακό κέντρο θα εκπέσει. Το Ολυμπιακό Κέντρο Μπιτς Βόλεϊ εγκαταλείφθηκε και είναι πλέον σκουπιδότοπος.
Η δημοσιογραφική έρευνα του 2024 στην υπόλοιπη Αττική διαπίστωσε ότι το κλειστό γήπεδο Πυγμαχίας στο Περιστέρι λεηλατήθηκε, προτού ανασκευαστεί για κάποιες χρήσεις. Με απλά λόγια ολυμπιακές εγκαταστάσεις αφέθηκαν ακόμα και στη λεηλασία τους.
Το Σπίτι της Άρσης Βαρών στη Νίκαια, που θα αναβάθμιζε το «εθνικό άθλημα», εξαερώθηκε μαζί του και χρησιμοποιείται πλέον για αίθουσες διδασκαλίας και εργαστήρια του Πανεπιστημίου Πειραιώς.
Αντίστοιχα το Σπίτι της Πάλης υπέστη φθορές από την εγκατάλειψη και διασώθηκε ως χώρος για μπάσκετ. Την ίδια τύχη είχε και το Ολυμπιακό Γυμναστήριο Γαλατσίου, που, αφού λειτούργησε ως κέντρο υποδοχής προσφύγων, κατέληξε στον Δήμο.
Στο Μαρκόπουλο, το Κέντρο Σκοποβολής χρησιμοποιείται για εκπαίδευση αστυνομικών, και το Κέντρο Ιππασίας περιμένει να καρποφορήσει κάποιος διαγωνισμός του ΤΑΙΠΕΔ.
Από τις λοιπές ολυμπιακές εγκαταστάσεις συνέχεια εξα-φάλισαν το γήπεδο Γεώργιος Καραϊσκάκης –όπως και τα περιφερειακά ποδοσφαιρικά γήπεδα στο Ηράκλειο, τον Βόλο και την Πάτρα–, όχι όμως και το Καυτατζόγλειο, το ΣΕΦ, το Κωπηλατοδρόμιο στον Σχοινιά και το κλειστό γήπεδο μπάσκετ στο ΟΑΚΑ.
Οι δύο δημοσιογράφοι των Νέων αναφέρουν ότι «η ένταξη των εγκαταστάσεων στο ΤΑΙΠΕΔ και οι προσπάθειες για εκμεάλλευσή τους κατέληξαν σε μια μεγάλη μαύρη τρύπα».
Παρ’ όλα αυτά, οι εναλλασσόμενες κυβερνήσεις της 20ετίας ανανεώνουν τις υποσχέσεις για αξιοποίηση. Τελευταίο παρά- δειγμα το 2023 η –προεκλογική– παρουσία του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη στις ολυμπιακές εγκαταστάσεις της Παιανίας, που είχαν εγκαταλειφθεί για χρόνια.
Όπως είπε: «Ανακαινίζονται, αναβαθμίζονται και μετατρέ- πονται σε ένα προπονητικό κέντρο υψηλών προδιαγραφών για ολυμπιακά αθλήματα… Βήμα-βήμα αξιοποιούμε την προί- κα και τον πλούτο των ολυμπιακών εγκαταστάσεων και δίνου- με τις υποδομές σε όλη τη χώρα σε μια νέα γενιά αθλητών για να διακριθούν…»
Μια γενιά ήτανε νέα και γέρασε περιμένοντας…
Το αρχείο
Η διεκδίκηση και οργάνωση των ελληνικών Ολυμπιακών Αγώνων συνδέει τρεις διαφορετικές πολιτικές περιόδους, με τις κυβερνήσεις τριών διαφορετικών πρωθυπουργών από δύο διαφορετικά κόμματα. Δεν υπάρχουν πολλά αντίστοιχα παρα- δείγματα σε άλλον τομέα. Συνήθως ό,τι αρχίζει από τη μια κυβέρνηση, ανατρέπεται από την επόμενη – καμιά φορά και ό,τι αρχίζει από τον έναν υπουργό, ανατρέπεται από τον διάδοχό του, της ίδιας κυβέρνησης.
Οι Ολυμπιακοί Αγώνες υπήρξαν – δεν τους φανταστήκαμε. Η διεθνής αναγνώριση καταγράφηκε σε χαρτί, σε φιλμ, σε ψηφιακούς δίσκους σε δηλώσεις επιφανών – δεν ήταν μύθευμα. Η υποδειγματική διοργάνωση ήταν πραγματικότητα – δεν την κατασκεύασε κανείς.
Αυτά ήταν συλλογική κατάκτηση και το ανάγλυφό της είναι διακριτό και πλέον προσβάσιμο: Στις εγκαταστάσεις της Διεθνούς Ολυμπιακής Ακαδημίας στην Αρχαία Ολυμπία βρίσκεται το Ιστορικό Αρχείο της Οργανωτικής Επιτροπής των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004.
Περιλαμβάνει Ψηφιακή Βιβλιοθήκη με 345.000 ψηφιακά αρχεία: πρωτογενή έγγραφα, εκδόσεις, φωτογραφικό και οπτικοακουστικό υλικό και εικαστικές εφαρμογές για τους Ολυμπιακούς και Παραολυμπιακούς Αγώνες.
Υπάρχουν επίσης 250 πρωτότυπα αντικείμενα, όπως επίσημα σύμβολα, σημαίες, δάδες, μετάλλια, η στολή των Αγώνων, οι μασκότ των Αγώνων, αναμνηστικά, πόστερ, σχέδια ολυμπιακής λειτουργίας των εγκαταστάσεων κ.ά.
Η φυσική Βιβλιοθήκη περιλαμβάνει 2.000 πρωτότυπες εκδόσεις της Οργανωτικής Επιτροπής, βιβλία, μπροσούρες, οδηγούς, φυλλάδια. Μεταξύ αυτών και τις εκδόσεις για την ολυμπιακή εκπαίδευση μαθητών με θεματολογία την ιστορία των Ολυμπιακών Αγώνων, τα ολυμπιακά αθλήματα, την ελληνική ιστορία και τον ελληνικό πολιτισμό διαχρονικά, λεξικά σε πολλές γλώσσες και πολλά συναφή θέματα.
Επίσης υπάρχει ο απαραίτητος τεχνολογικός εξοπλισμός για πρόσβαση και δυνατότητα θέασης και προβολής οπτικοακουστικού υλικού, από την προετοιμασία και τη διεξαγωγή των Αγώνων, καθώς και των τελετών Έναρξης και Λήξης.
Στόχος είναι η αξιοποίηση, η προβολή και η διάθεσή του στο κοινό, τη σχολική, την αθλητική, την ακαδημαϊκή και καλλιτεχνική κοινότητα, προς όφελος της ελληνικής παιδείας και του πολιτισμού.
Η δημιουργία του Ιστορικού Αρχείου ήταν πρωτοβουλία της Γιάννας Αγγελοπούλου και του επικεφαλής διοίκησης επιχειρήσεων Αγώνων Μάρτων Σίμιτσεκ. Εξασφάλισαν αμέσως μετά το πέρας των Αγώνων την απαραίτητη έγκριση και χρηματοδότηση από τη ΔΟΕ.
Τελικά υλοποιήθηκε πολύ αργότερα, από τον Μάιο 2013 έως τον Ιούνιο 2014, από μια αστική μη κερδοσκοπική εταιρεία που δημιουργήθηκε από τον Σίμιτσεκ για αυτόν τον σκοπό, με την έγκριση και σχετική δωρεά της ΔΟΕ.
Ότι χρειάστηκαν περισσότερα από δέκα χρόνια για κάτι που έπρεπε να υπάρχει από την επόμενη μέρα των Αγώνων είναι μια άλλη συζήτηση. Έστω με καθυστέρηση, η λειτουργία αυτού του Αρχείου είναι θετικό υστερόγραφο εκείνης της εποχής. Κάτι σαν μηχανή του χρόνου, που μας γυρίζει σε μια περίοδο της χώρας που δεν θα ξανάρθει. Περιγράφει με ντοκουμέντα τι ακριβώς ήταν για την Ελλάδα ο Αύγουστος του 2004. Η παρα- βολή του με όσα ακολούθησαν μελαγχολεί αλλά και εμπνέει.
Επίσης, στο εμπορικό κέντρο Golden Hall, στο Μαρούσι, στεγάστηκε το Ολυμπιακό Μουσείο Αθήνας, που συγκεντρώνει ολόκληρη την ιστορία των Ολυμπιακών Αγώνων, από τις 293 Ολυμπιάδες της Αρχαιότητας μέχρι τις σημερινές.
ΑΥΡΙΟ Η ΣΥΝΕΧΕΙΑ

