
Του Απόστολου Λουλουδάκη
Η εκλογή της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ τον Ιανουάριο του 2015 σηματοδότησε τη ριζική μεταβολή του πολιτικού σκηνικού στην Ελλάδα και μια τομή στον τρόπο προσέγγισης της ευρωπαϊκής κρίσης χρέους. Η νέα κυβέρνηση, με επικεφαλής τον Αλέξη Τσίπρα, εισήλθε στο πεδίο της διακυβέρνησης με μια έντονα αντισυστημική και αντιμνημονιακή ρητορική, επιδιώκοντας όχι την απλή αναθεώρηση των όρων της προηγούμενης συμφωνίας, αλλά την πλήρη επαναδιαπραγμάτευση των θεμελίων της.
Η επιλογή αυτή εγγράφεται σε μια σχολή σκέψης περί πολιτικής ηγεσίας που αντιλαμβάνεται τον ηγέτη ως εκφραστή της “γενικής βούλησης” του λαού, και όχι απλώς ως διαχειριστή των συσχετισμών εξουσίας. Ειδικότερα, η κυβέρνηση Τσίπρα συγκρότησε μια ρητορική ηγεμονίας βασισμένη στη διάκριση ανάμεσα στον λαό και τις “ελίτ” των Βρυξελλών, εναρμονιζόμενη με τη λογική του λαϊκισμού, όπως έχει οριστεί από θεωρητικούς όπως ο Ernesto Laclau ή η Chantal Mouffe.
Στην πράξη, όμως, η μετάβαση από τη ριζοσπαστική ρητορική στην κυβερνητική ευθύνη αποκάλυψε τα όρια αυτής της στρατηγικής. Η διαπραγμάτευση με τους θεσμούς (ΕΕ, ΕΚΤ, ΔΝΤ) έλαβε χώρα σε συνθήκες ασύμμετρης ισχύος. Όπως έχει επισημάνει η σχετική θεωρία των διαπραγματεύσεων (π.χ. Zartman, 2000), οι αδύναμοι δρώντες που δεν διαθέτουν πειστικές εναλλακτικές (BATNA – Best Alternative to a Negotiated Agreement) καταλήγουν συχνά να εγκλωβίζονται σε φαύλους κύκλους αβεβαιότητας ή να υποχρεώνονται σε πλήρη συμμόρφωση. Η Ελλάδα δεν διέθετε αξιόπιστο σχέδιο εξόδου από το ευρώ, ενώ η στάση της ΕΚΤ, που περιόρισε την πρόσβαση σε ρευστότητα, επιβεβαίωνε την απουσία εναλλακτικής στήριξης.
Στο πλαίσιο αυτό, η στρατηγική της ελληνικής κυβέρνησης, ιδίως η περίφημη «δημιουργική ασάφεια» (creative ambiguity), επιχειρούσε να αναβάλει τη στιγμή της σύγκρουσης ή της συνθηκολόγησης. Η ασάφεια λειτουργούσε ως πολιτικό εργαλείο: στο εξωτερικό δημιουργούσε την εντύπωση κάποιας ευελιξίας, στο εσωτερικό διατηρούσε την ελπίδα μιας επαναστατικής ανατροπής των όρων λιτότητας. Ωστόσο, όπως έχει καταδείξει η εμπειρική ανάλυση κρίσεων, η ασάφεια, όταν δεν συνοδεύεται από αξιόπιστη στρατηγική βάθους, οδηγεί σε αμοιβαία καχυποψία και απώλεια εμπιστοσύνης.
Η κορύφωση της κρίσης ήρθε τον Ιούνιο του 2015, όταν, μετά από αλλεπάλληλες αποτυχημένες επαφές, η ελληνική κυβέρνηση επέλεξε τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος για να επικυρώσει ή να απορρίψει την πρόταση των θεσμών. Η επιλογή αυτή, ερμηνευμένη από τους υποστηρικτές της ως κορυφαία δημοκρατική πράξη, μπορεί επίσης να ιδωθεί μέσα από το πρίσμα της πολιτικής αποποίησης ευθύνης (blame avoidance). Αντί να εξηγήσει ξεκάθαρα στον λαό την ασυμβατότητα ανάμεσα στη διακηρυγμένη γραμμή και τις δυνατότητες εντός Ευρωζώνης, η κυβέρνηση επέλεξε να μεταβιβάσει την ευθύνη της απόφασης στην κοινωνία, σε μια μορφή πολιτικού διλήμματος χωρίς στρατηγική διέξοδο.
Χαρακτηριστικά, ο Γιάνης Βαρουφάκης, παραδέχεται ότι στη συνεδρίαση του Eurogroup στις 27 Ιουνίου 2015, ανακοίνωσε την απόφαση της ελληνικής κυβέρνησης να θέσει σε δημοψήφισμα την πρόταση των θεσμών. Την ίδια στιγμή, επεσήμανε ότι η κυβέρνηση θα στήριζε το «Όχι», αν και — όπως ανέφερε ο ίδιος — πίστευε ότι οι Έλληνες πολίτες θα επέλεγαν τελικώς το «Ναι».
[Από την πλευρά μου, κατέληξα ως εξής:
Συνάδελφοι, η άρνηση παράτασης της δανειακής συμφωνίας για λίγες μόνο εβδομάδες, με σκοπό να δοθεί στον ελληνικό λαό η δυνατότητα να εξετάσει με ηρεμία και νηφαλιότητα την πρόταση των θεσμών — ιδίως λαμβάνοντας υπόψη τη μεγάλη πιθανότητα να την αποδεχθεί (παρά τη διαφορετική σύσταση της κυβέρνησής μας) — θα πλήξει ανεπανόρθωτα την αξιοπιστία του Eurogroup ως ένα δημοκρατικό όργανο λήψης αποφάσεων, που αποτελείται από κράτη-εταίρους τα οποία δεν μοιράζονται μόνο ένα κοινό νόμισμα, αλλά και κοινές αξίες.]
Η παρέμβαση αυτή, με την ενσωματωμένη αντίφαση μεταξύ επίσημης κυβερνητικής θέσης και εκτίμησης εκλογικού αποτελέσματος, φανερώνει την απουσία ενός συνεκτικού στρατηγικού σχεδίου. Αντί για θεσμική υπευθυνότητα, παρατηρείται μια προσπάθεια πολιτικής αποφόρτισης μέσω της επίκλησης του λαϊκού παράγοντα, χωρίς επαρκή ενημέρωση ή ξεκάθαρη εναλλακτική πρόταση.
Επίσης, μόλις λίγες ημέρες πριν το δημοψήφισμα, η κυβέρνηση κατέθεσε πρόταση προς τους θεσμούς που περιείχε σειρά παραχωρήσεων – με σημαντικές συγκλίσεις με την πρόταση που υποτίθεται ότι τέθηκε υπό την κρίση των πολιτών. Αυτό επιβεβαιώνει ότι το δημοψήφισμα λειτούργησε όχι ως διαδικασία επιλογής πολιτικής κατεύθυνσης, αλλά ως εργαλείο εσωτερικής πολιτικής διαχείρισης. Η κυβέρνηση επιδίωξε την ενίσχυση της διαπραγματευτικής της θέσης μέσω της λαϊκής εντολής, χωρίς όμως να έχει καθορίσει εκ των προτέρων τη στρατηγική της για την περίπτωση ρήξης – εντός ενός περιβάλλοντος που δεν προσέφερε περιθώρια ανεξάρτητης νομισματικής πολιτικής ή αυτόνομης χρηματοδότησης.
Η παρακάτω επιστολή του Πρωθυπουργού Αλέξη Τσίπρα προς τους θεσμούς της 30ής Ιουνίου 2015, στην οποία δηλώνεται ρητά η αποδοχή του πυρήνα της Συμφωνίας σε Τεχνικό Επίπεδο (Staff Level Agreement) υπό ήπιες τροποποιήσεις, φέρνει στο φως μια χαρακτηριστική περίπτωση πολιτικής αμφισημίας και στρατηγικής διγλωσσίας.
Το γεγονός ότι, μόλις λίγα 24ωρα πριν το κρίσιμο δημοψήφισμα της 5ης Ιουλίου 2015, ο Έλληνας Πρωθυπουργός απευθύνεται στους θεσμούς με πνεύμα συμβιβαστικότητας και πρόθεσης αποδοχής των όρων, ενώ παράλληλα καλεί τον ελληνικό λαό να καταψηφίσει την ίδια πρόταση μέσω της ψήφου «Όχι», συνιστά περίπτωση πολιτικού διχασμού λόγου και πράξης.
“ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
Ο ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ
Αθήνα, 30 Ιουνίου 2015
Προς:
Τον Πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,
κ. Jean-Claude Juncker
Τον Πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας,
κ. Mario Draghi
Την Γενική Διευθύντρια του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου,
κα. Christine Lagarde
Αξιότιμη Γενική Διευθύντρια, αξιότιμοι Πρόεδροι,
Με την παρούσα επιστολή θα ήθελα να σας γνωστοποιήσω τη θέση της Ελληνικής Δημοκρατίας αναφορικά με τον κατάλογο των Προαπαιτούμενων Μέτρων της Συμφωνίας σε Τεχνικό Επίπεδο (Staff Level Agreement), όπως δημοσιεύθηκε στον ιστότοπο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στις 28 Ιουνίου 2015. Η Ελληνική Δημοκρατία είναι έτοιμη να αποδεχθεί τη Συμφωνία σε Τεχνικό Επίπεδο υπό τις εξής τροποποιήσεις, προσθήκες ή διευκρινίσεις, στο πλαίσιο μίας παράτασης του υφιστάμενου προγράμματος του EFSF και της νέας Δανειακής Σύμβασης μέσω του ESM, για την οποία υποβλήθηκε αίτημα σήμερα, Τρίτη 30 Ιουνίου 2015. Όπως θα διαπιστώσετε, οι τροποποιήσεις μας είναι συγκεκριμένες και σέβονται πλήρως τη συνοχή και την αξιοπιστία του συνολικού σχεδιασμού του προγράμματος.
Μεταρρύθμιση ΦΠΑ:
Να διατηρηθεί η έκπτωση 30% για τα νησιά, η οποία θα εφαρμοστεί στους νέους συντελεστές.
Δομικά δημοσιονομικά μέτρα:
Να αυξηθεί σταδιακά η προκαταβολή φόρου εισοδήματος για τους ελεύθερους επαγγελματίες στο 100% και να καταργηθεί σταδιακά η προνομιακή φορολογική μεταχείριση των αγροτών (συμπεριλαμβανομένων των επιδοτήσεων για τον ειδικό φόρο κατανάλωσης στο πετρέλαιο) έως τα τέλη του 2017.
Να μειωθεί το ανώτατο όριο στρατιωτικών δαπανών κατά 200 εκατ. ευρώ το 2016 και κατά 400 εκατ. ευρώ το 2017, μέσω στοχευμένων δράσεων, όπως μείωση του προσωπικού και των προμηθειών.
Συντάξεις:
Η μεταρρύθμιση του 2010 θα εφαρμοστεί πλήρως, αλλά η μεταρρύθμιση του 2012 (παράγοντας βιωσιμότητας) θα αναβληθεί έως την υιοθέτηση νέας νομοθετικής μεταρρύθμισης τον Οκτώβριο 2015.
Το ΕΚΑΣ θα καταργηθεί σταδιακά έως τα τέλη του 2019, χωρίς όμως άμεση κατάργηση για το ανώτατο 20% των δικαιούχων.
Όλες οι μη ανταποδοτικές χρεώσεις θα καταργηθούν έως τα τέλη του 2017, αρχής γενομένης από τις 31 Οκτωβρίου 2015.
Αγορά εργασίας:
Το νέο θεσμικό πλαίσιο θα νομοθετηθεί το φθινόπωρο του 2015.
Αγορές προϊόντων:
Άμεση εφαρμογή συγκεκριμένων συστάσεων από το Εργαλείο Ανταγωνιστικότητας του ΟΟΣΑ (OECD toolkit 1: τουριστικές μισθώσεις, τουριστικά λεωφορεία, άδειες φορτηγών, κώδικας παραδοσιακών τροφίμων και ευρωκώδικες για οικοδομικά υλικά, toolkit 2: ποτά και πετρελαιοειδή), καθώς και άνοιγμα των κλειστών επαγγελμάτων (συμβολαιογράφοι, αναλογιστές, δικαστικοί επιμελητές), απελευθέρωση της αγοράς γυμναστηρίων και κατάργηση μεγάλου μέρους των μη ανταποδοτικών χρεώσεων.
Επιπλέον, σε συνεργασία με τον ΟΟΣΑ, να εφαρμοστεί ένα φιλόδοξο πακέτο μεταρρυθμίσεων που περιλαμβάνει:
Δημιουργία Υπηρεσιών Μίας Στάσης (One-Stop-Shop) για τις επιχειρήσεις (ανάλυση βέλτιστων πρακτικών και χάρτης πορείας που έχει ήδη ετοιμαστεί σε συνεργασία με τον ΟΟΣΑ).Άμεση διεξαγωγή ολοκληρωμένης αξιολόγησης του ανταγωνισμού σε τομείς με ολιγοπωλιακές πρακτικές (π.χ. κατασκευές, χονδρικό εμπόριο, αγροτικά προϊόντα, μέσα ενημέρωσης), και εφαρμογή των συστάσεων με βάση ήδη προετοιμασμένο χρονοδιάγραμμα.Άμεση εφαρμογή ολοκληρωμένης στρατηγικής κατά των φαινομένων διαφθοράς στον επιχειρηματικό τομέα, ιδίως στις δημόσιες συμβάσεις, με βάση χάρτη πορείας που έχει ήδη εκπονηθεί από τον ΟΟΣΑ.
Ο ΑΔΜΗΕ θα διαχωριστεί από τη ΔΕΗ και θα δημιουργηθεί ως ανεξάρτητη νομική οντότητα με κρατική πλειοψηφία.
Σας ευχαριστώ εκ των προτέρων για την υποστήριξή σας και προσδοκώ την απάντησή σας.
Με εκτίμηση,
[υπογραφή]
Κοινοποίηση:
κ. Jeroen Dijsselbloem, Πρόεδρος του Eurogroup και Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου του ESMκ. Klaus P. Regling, Γενικός Διευθυντής του ESM “.
Στο πλαίσιο της θεωρίας πολιτικής ηγεσίας, η εν λόγω επιλογή παραπέμπει σε ένα μοντέλο λαϊκιστικής ηγεσίας, όπου η πολιτική πράξη υποτάσσεται στην ανάγκη επιβεβαίωσης της λαϊκής κυριαρχίας, εις βάρος του στρατηγικού ορθολογισμού και της θεσμικής συνέπειας.
Η αποδοχή, τελικά, ενός τρίτου μνημονίου, σκληρότερου από την απόρριψη του Ιουνίου, υπέδειξε ότι η στρατηγική της αντίστασης δεν είχε στηριχθεί σε βιώσιμο σχέδιο. Ο Τσίπρας, όπως πολλοί λαϊκιστές ηγέτες, επιχείρησε να συμβιβάσει το αδύνατο: να ηγηθεί εντός του ευρωπαϊκού θεσμικού πλαισίου και ταυτόχρονα να το αμφισβητεί εκ των έσω.
Η εμπειρία του 2015 δεν αποτελεί μόνο ένα επεισόδιο στην ευρωπαϊκή κρίση, αλλά και μια εμβληματική περίπτωση αποτυχίας στρατηγικής ηγεσίας. Ανέδειξε τους περιορισμούς του ρητορικού λαϊκισμού όταν έρχεται αντιμέτωπος με υπερεθνικούς θεσμούς, καθώς και τη σημασία της προετοιμασίας και της διαπραγμάτευσης με πλήρη συνείδηση των πραγματικών συσχετισμών ισχύος. Η πολιτική χρήση του δημοψηφίσματος, σε συνθήκες χρηματοδοτικής ασφυξίας και θεσμικής απομόνωσης, φανέρωσε περισσότερο την έλλειψη στρατηγικής βάθους παρά την υπεράσπιση της δημοκρατίας.
Η στρατηγική αυτή δημιούργησε μια επικοινωνιακή δυσαρμονία: από τη μια, δαιμονοποιούνται οι ευρωπαϊκοί θεσμοί ως άτεγκτοι και εκδικητικοί, από την άλλη όμως, η κυβέρνηση δεν παρουσίασε ποτέ ένα συνεκτικό εναλλακτικό σχέδιο, το οποίο θα μπορούσε να τεθεί υπεύθυνα στην κρίση του ελληνικού λαού.
Ίσως η πλέον αποκαλυπτική πλευρά της αντίφασης αφορά το θέμα των ταμειακών αποθεμάτων. Την άνοιξη του 2015, εν μέσω διαπραγματεύσεων και χωρίς να έχει εξασφαλιστεί νέα χρηματοδότηση, η κυβέρνηση επέστρεψε τα αποθεματικά του ESM (European Stability Mechanism), δηλαδή το υπόλοιπο της δανειακής σύμβασης του δεύτερου μνημονίου, αδυνατώντας ή αρνούμενη να τα αξιοποιήσει για την κάλυψη των αναγκών της οικονομίας και την αποφυγή των capital controls.
Ωστόσο, αργότερα, το ίδιο το ταμειακό απόθεμα — που προέκυψε κυρίως από τα κεφάλαια του τρίτου μνημονίου και την αναδιάρθρωση χρέους μέσω ESM — παρουσιάστηκε ως επίτευγμα της κυβέρνησης Τσίπρα. Το λεγόμενο “μαξιλάρι ρευστότητας” προβλήθηκε ως απόδειξη καλής διαχείρισης και ανεξαρτησίας από την εποπτεία των θεσμών, παραγνωρίζοντας ότι επρόκειτο για χρηματοδοτικό υπόλοιπο μιας συμφωνίας την οποία η ίδια κυβέρνηση είχε αποκηρύξει στην αρχή και τελικώς συνυπέγραψε.
Όπως έχει σημειώσει ο Pierre Rosanvallon, η «διαφάνεια» και η «συνεκτικότητα» του πολιτικού λόγου αποτελούν απαραίτητους όρους για τη δημοκρατική νομιμοποίηση. (La légitimité démocratique, 2008)


