Το Ιερό και το Κενό: Η Αμφισημία του Συμβόλου στη Μεταπολίτευση 

Του Απόστολου Λουλουδάκη 

Η 24η Ιουλίου, ως επέτειος της αποκατάστασης της Δημοκρατίας στην Ελλάδα, δεν αποτελεί απλώς μια θεσμική υπενθύμιση πολιτικής ομαλότητας. Συνιστά, περισσότερο, ένα συμβολικό γεγονός επανίδρυσης της πολιτικής κοινότητας, το οποίο αντλεί τη σημασία του από μια βαθύτερη ιεροποιητική δυναμική, παρούσα σε κάθε συλλογική αφήγηση που επιχειρεί να νοηματοδοτήσει ιστορικά ρήγματα.

Σύμφωνα με την ερμηνευτική του ιερού όπως την διατύπωσε ο Μιρτσέα Ελιάντε, οι κοινωνίες αναζητούν στα σημεία καμπής του ιστορικού χρόνου μορφές συμβολικής υπέρβασης, τελετουργικές πράξεις που μεταμορφώνουν το «χάος» σε τάξη. Η πτώση της δικτατορίας το 1974, και η επιστροφή της δημοκρατίας, εγγράφηκε στη συλλογική φαντασία ως τέτοια καθαρτήρια τομή: ένα γεγονός που διαχώρισε ριζικά το «πριν» από το «μετά», νομιμοποιώντας τη νέα πολιτική πραγματικότητα όχι μόνο θεσμικά αλλά και σχεδόν μεταφυσικά.

Η επέτειος, με τις ετήσιες τελετουργικές της πρακτικές, αναλαμβάνει τον ρόλο ενός συμβολικού επανακαθορισμού της θεσμικής συνέχειας, παρόμοιου με τα ιερά αρχέτυπα που περιγράφει ο Ελιάντε στις μελέτες του για την ιεροφάνεια και τον μύθο. Επαναλαμβάνει το «ιερό γεγονός» της Δημοκρατίας με σκοπό να επανεντάξει την πολιτική κοινότητα στο αξιακό της κέντρο.

Ωστόσο, αυτή η ερμηνευτική δεν είναι χωρίς αντιρρήσεις. Όπως έχουν επισημάνει στοχαστές της μνήμης και του πολιτικού φαντασιακού —από τον Καστοριάδη και τον Lefort, μέχρι τον Daniel Connerton και τον Andreas Huyssen—, το σύμβολο δεν λειτουργεί πάντοτε ως φορέας αλήθειας και ενότητας. Αντιθέτως, μπορεί να εξελιχθεί σε εργαλείο λήθης, σε μηχανισμό κανονικοποίησης της μερικότητας, σε ρητορικό κάλυμμα ιστορικών και πολιτικών αντιφάσεων. Η μεταπολιτευτική αφήγηση, μέσα από την καθολικοποίηση της 24ης Ιουλίου, κινδυνεύει να εδραιώσει μια μονοφωνική πρόσληψη της ιστορίας, αποσιωπώντας εναλλακτικές μνήμες, κοινωνικά τραύματα και αποκλεισμούς.

Η απόσταση ανάμεσα στη συμβολική πράξη και τη βιωματική πραγματικότητα γίνεται ιδιαίτερα αισθητή στις δεκαετίες μετά το 2010, όταν κρίσεις κοινωνικής εμπιστοσύνης, πολιτικής αντιπροσώπευσης και οικονομικής κυριαρχίας ανέδειξαν το κενό μεταξύ θεσμικής κανονικότητας και κοινωνικής εμπειρίας. Το τελετουργικό της Δημοκρατίας, αντί να λειτουργεί ως ενωτικό κέντρο, τελεί ενίοτε εν απουσία των κοινωνικών νοημάτων που καλείται να φέρει.

Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν τα σύμβολα πρέπει να διατηρηθούν —αυτό είναι δεδομένο σε κάθε συλλογική ταυτότητα—, αλλά πώς μπορούν να επανανοηματοδοτηθούν μέσα σε ένα κριτικό και δημοκρατικό ορίζοντα. Η θεώρηση του ιερού ως μορφής επανένταξης στο νόημα, όπως προτείνει η σκέψη του Ελιάντε, παραμένει χρήσιμη: όχι για να απολυτοποιήσει το πολιτικό σύμβολο, αλλά για να το εκθέσει στη δυναμική της ανάγνωσης, της αμφισβήτησης, της ιστορικής ευθύνης.

Η Δημοκρατία, αν θέλει να τιμήσει το όνομά της, οφείλει να φέρει το σύμβολό της στο φως της διαρκούς κριτικής. Όχι ως ιερό λείψανο, αλλά ως ζωντανή δομή σημασίας, που παραμένει ανοιχτή στην επερώτηση, στη μνήμη και στη διαρκή επανίδρυση.