
Του Κώστα Παπαθεοδώρου
Ας αφήσουμε κατά μέρος τις μπούρδες περί «αστικής ευγένειας». Το σκάνδαλο των υποκλοπών δεν αποτελεί ακόμα μία ατυχή παρένθεση στη λειτουργία της Δημοκρατίας. Δεν είναι «λάθος» που διορθώνεται με συγγνώμες και θεσμικές νουθεσίες. Συνιστά ρωγμή απ’ όπου φαίνεται καθαρά το πρόσωπο της εξουσίας: αυταρχικό, ανεξέλεγκτο και επικίνδυνο.
Διότι όταν κάποιος δηλώνει δημόσια ότι συνεργάζεται μόνο με κράτη και κυβερνήσεις, τότε το ζήτημα παύει να είναι υπαινικτικό. Μετατρέπεται σε ευθύ ερώτημα που απαιτεί ονόματα, υπογραφές και ευθύνες. Ποιος υπέγραψε; Ποιος διαπραγματεύτηκε; Ποιος ενέκρινε; Και τελικά, ποιος πλήρωσε;
Γιατί ο λογαριασμός δεν είναι ποτέ αφηρημένος. Αν πρόκειται για κρατική σύμβαση, τότε πληρώθηκε από το υστέρημα των πολιτών που δεν γνώριζαν ότι τα χρήματά τους ενδέχεται να χρηματοδοτούν μηχανισμούς παρακολούθησης, ίσως και εναντίον τους.
Από ποιον κωδικό εκταμιεύτηκαν αυτά τα ποσά; Ποιος άναψε το πράσινο φως; Υπήρξε έστω ένας στοιχειώδης έλεγχος ή όλα έγιναν μέσα σε ένα θεσμικό ημίφως, εκεί όπου η ευθύνη διαλύεται και η αυθαιρεσία βαφτίζεται «αναγκαιότητα»;
Και ύστερα, έρχεται η πιο βαριά σκιά: η πιθανότητα εγκατάστασης αυτού του μηχανισμού σε χώρους που συνδέονται με κρατικές υπηρεσίες. Αν αυτό ισχύει, τότε δεν μιλάμε για απόκλιση. Πρόκειται για σύμπραξη. Για ένα κράτος που είτε συμμετέχει είτε ανέχεται. Και στις δύο περιπτώσεις, η ζημιά είναι η ίδια.
Ποιος έδωσε την άδεια; Ποιος γνώριζε; Ποιος σιώπησε;
Ή μήπως κανένας δεν ήξερε; Και αν πράγματι, κανένας από την κυβέρνηση δεν γνώριζε, τότε το ερώτημα γίνεται ακόμη πιο σκοτεινό: ποιος κυβερνά;
Στην περίπτωση αυτή δεν είναι απλώς μια υπόθεση. Έχουμε μια εικόνα αποσύνθεσης. Πολιτικοί αρχηγοί, υπουργοί, απλοί πολίτες, όλοι δυνητικά στόχοι. Και όταν σε αυτό το κάδρο προστίθενται και στρατιωτικοί ηγέτες, τότε το θέμα ξεφεύγει από τα όρια της πολιτικής αντιπαράθεσης και εισέρχεται σε επικίνδυνα πεδία εθνικής ασφάλειας.
Τι ειπώθηκε; Τι καταγράφηκε; Ποιος άκουγε πίσω από τις γραμμές; Πού κατέληξαν αυτές οι συνομιλίες; Σε ποια αρχεία; Σε ποια χέρια;
Υπάρχει κάποιος που να μπορεί να εγγυηθεί ότι τίποτα κρίσιμο δεν διέρρευσε; Ή απλώς πορευόμαστε με την ελπίδα ότι «δεν έγινε ζημιά»;
Έχει υπάρξει αποτίμηση; Έχει υπάρξει σχέδιο αποκατάστασης; Ή όλα θάβονται κάτω από τον θόρυβο της επικαιρότητας;
Και όσοι εκτέθηκαν; Ενημερώθηκαν ποτέ; Ή θεωρήθηκαν παράπλευρες απώλειες σε ένα παιχνίδι ισχύος που δεν τους αφορά, μέχρι να τους αγγίξει;
Και σαν να μην έφτανε το εσωτερικό σκοτάδι, υπάρχει και η διεθνής διάσταση. Ένας κόσμος όπου η τεχνολογία της παρακολούθησης δεν είναι εξαίρεση αλλά κανόνας. Η Intellexa δεν είναι μια «συνηθισμένη» εταιρεία τεχνολογίας. Πρόκειται για έναν πολυεθνικό όμιλο που δραστηριοποιείται στον σκοτεινό χώρο των λογισμικών παρακολούθησης, με πιο γνωστό προϊόν το Predator. Ένα εργαλείο που μπορεί να μετατρέψει ένα κινητό τηλέφωνο σε πλήρως ελεγχόμενο μηχανισμό καταγραφής.
Η Intellexa έχει συνδεθεί επανειλημμένα με υποθέσεις παρακολουθήσεων σε διάφορες χώρες, προκαλώντας πολιτικούς σεισμούς και έντονες αντιδράσεις για παραβιάσεις ιδιωτικότητας και δημοκρατικών δικαιωμάτων. Πίσω από την εταιρεία φέρεται ότι βρίσκεται ο Tal Dilian, πρώην αξιωματικός του ισραηλινού στρατού και δη της Unit 81 που ειδικεύεται στην παραγωγή λογισμικών παρακολούθησης, γεγονός που ενισχύει τις ανησυχίες για τη στενή διασύνδεση ιδιωτικών εταιρειών με κρατικούς μηχανισμούς πληροφοριών.
Το βασικό ερώτημα όμως παραμένει αμείλικτο: όταν τέτοια «εργαλεία» κυκλοφορούν στην αγορά, ποιος τα αγοράζει, ποιος τα χρησιμοποιεί και, κυρίως, ποιος ελέγχει τη χρήση τους; Και επίσης, ποιος ελέγχει ποιον; ποιος θέτει τα όρια; ποιος κρατά τα δεδομένα και ποιος τελικά, ασκεί την εξουσία;
Γιατί «εξουσία» δεν είναι μόνο οι αποφάσεις. Είναι και η πληροφορία. Είναι η δυνατότητα να γνωρίζεις πριν από τους άλλους, να ακούς χωρίς να φαίνεσαι, να κατευθύνεις χωρίς να εκτίθεσαι.
Και όταν αυτή η δύναμη συγκεντρώνεται χωρίς έλεγχο, τότε η Δημοκρατία καταλύεται και μετατρέπεται σε κοινοβουλευτισμό με θεσμούς που λειτουργούν ως βιτρίνα και μηχανισμούς που δρουν στο παρασκήνιο.
Και εδώ η σιωπή, δεν είναι ουδετερότητα αλλά συνενοχή.
Κάθε μέρα χωρίς απαντήσεις βαθαίνει το ρήγμα. Κάθε αποφυγή, κάθε θολή διατύπωση προσθέτει ένα ακόμη στρώμα δυσπιστίας στο ίζημα της απαξίωσης των θεσμών.
Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν υπήρξαν υποκλοπές. Αυτό είναι πλέον δεδομένο και με τη βούλα της Δικαιοσύνης.
Το ζήτημα λοιπόν είναι ποιος τις διέταξε. Ποιος τις επέτρεψε. Ποιος τις συγκάλυψε. Και ποιος εξακολουθεί να προστατεύει τους υπεύθυνους.
Και τελικά, ποιος κυβερνά;
Γιατί αν η απάντηση δεν είναι καθαρή, τότε η αλήθεια γίνεται επικίνδυνα απλή: Άλλοι κρατούν τα νήματα.
Και αυτοί που βλέπουμε… απλώς παριστάνουν τους κυβερνώντες.

