Φασιστολογία

Του Ιωάννη Δαμίγου

Δεν φτάνει που τα είχαμε χύμα, μας έρχονται και τσουβαλάτα. Ο λόγος για την πρόκληση της φασιστολογίας που επιβάλλεται κατά κόρον, τόσο από τα ΜΜΕ όσο και από τα κόμματα που ωφελούνται. Τέτοια η ανάγκη που αισθάνονται, που έχει μονοπωλήσει την προεκλογική συζήτηση, εκτοπίζοντας τα ουσιαστικά και πρωταρχικά θέματα, που θα έπρεπε να μας προβληματίζουν.

Μονόδρομος επιλογής, αυτής της λαβωμένης και παραπαίουσας σκληρής δεξιάς, που όταν συναντά τις δυσκολίες των ορίων της στρέφεται στο σίγουρο και αναγκαίο δεκανίκι της, την ελεγχόμενη ρεζέρβα της. Πέρα από τους φασίστες, με προβιά Νεοδημοκράτη, που διαθέτει η κυβέρνηση και μάλιστα σε υπουργικές θέσεις, διατηρεί διαύλους άμεσης επικοινωνίας με ηγέτες της εγκληματικής οργάνωσης, που χρηματοδοτεί η επιχειρηματική “ελίτ” της χώρας.

Ρίχνουν μάλιστα το “δημοκρατικό” τους τάχα βάρος, στον αποκλεισμό του φυλακισμένου φασίστα, με την ανοχή ηλιθίων, ενώ συζητούν με άλλα στελέχη, ίσως πιο “σοβαρής” Χρυσής Αυγής, όπως ο αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου και οι συν αυτώ! Λες και το όνομα του φασίστα είναι αυτό που έχει σημασία κάνοντας την διαφορά και όχι αυτό που εκπροσωπεί δηλαδή τον φασισμό.

Φασιστολογία. Και αλλάζει η ατζέντα, από την δολοφονία των 57 στα Τέμπη, από τις παρακολουθήσεις, των 40.000 χιλιάδων αβοήθητων θυμάτων της πανδημίας, την ιδιωτικοποίηση της ΔΕΗ, την καλπάζουσα ακρίβεια τροφίμων και τόσα άλλα, συζητώντας για τους φασίστες και του τρόπου, δήθεν, αποκλεισμού των. Προκαλώντας έτσι την όρεξη αδαών και απαίδευτων να στραφούν για μια ακόμη φορά ως βορρά στο στόμα του τέρατος του φασισμού. Συνεισφέρει σε αυτό και η έλλειψη πολιτικής σοβαρότητας των περισσοτέρων κομμάτων της αντιπολίτευσης και δη των “προοδευτικών”, που περί άλλων τυρβάζουν.

Φασιστολογία κι όπου βγεί λοιπόν. Κανένα ενδιαφέρον για προγράμματα κομμάτων. Πάμε να ψηφίσουμε όπως πάμε στο γήπεδο, Με στημένα παιχνίδια, μεθυσμένους διαιτητές, με απαράδεχτο θέαμα, αλλά τους οπαδούς να αλαλάζουν ή να σφάζονται στους δρόμους ως φανατικοί οπαδοί. Τουλάχιστον εκεί απολύονται οι προπονητές ως υπεύθυνοι. “Τ’ είχες Γιάννη, τ’ είχα πάντα”.