
Toυ Ιωάννη Δαμίγου
Αβάσταχτο να ακούς αυτά που γνωρίζεις από πριν, να επαναλαμβάνονται από “προοδευτικούς” πολιτικούς, να ανακοινώνουν με στόμφο κιόλας προτάσεις που ψιθυρίζει κανείς σαν χιλιοειπωμένη ατάκα παλιάς ελληνικής κωμωδίας. Τίποτα πρωτότυπο, ξεχωριστό, που θα σου τραβήξει την προσοχή, θα σταθείς και θα πεις, για κάτσε τι λέει αυτός τώρα! Ούτε καν τους παρατηρείς, καθώς έχουν το ίδιο ύφος, λένε τα ίδια και τα ίδια και μας ενημερώνουν για τα χθεσινά μπαγιάτικα καθέκαστα. Προφέρουν αυτονόητες προτάσεις, που μικρά παιδιά έχουν προηγηθεί με άνεση, ως να κομίζουν επαναστατικές και πρωτάκουστες ιδέες, τόσο γερασμένες και στείρες, προκαλώντας βαρεμάρα και αποστροφή.
Τόσοι μηχανισμοί, τόσοι νέοι άνθρωποι, τόσα σύγχρονα μέσα και καμιά καινοτομία, καμία έκπληξη, καμία ανατάραξη στα λιμνάζοντα νερά; Όλοι συστηματοποιημένοι, με πάγια παλαιοκομματική τακτική, σαν κυβερνητικοί εκπρόσωποι της … αντιπολίτευσης! Λίγη τόλμη, λίγη φαντασία, κάτι διαφορετικό και άμεσο, ένα πείραμα βρε αδελφέ στο τέλος τέλος! Εκεί στο σίγουρο και απωθητικό, στο αποτυχημένα παλιό και στην πεπατημένη.
Αντιπολιτευτική τακτική βουλής στην απλή καθημερινότητα του πολίτη, που αδιαφορεί λογικά, σε πολύ γνωστά του πράγματα, ειπωμένα σε κατηγορητήριο πρωθυπουργού, με σπουδαία διαπίστωση “Δεν πάει άλλο”! Και; Είναι νέο αυτό; Νέο είναι πως δεν εντυπωσιάζεται, νέο είναι πως δεν συγκινείται κι ας το πληρώνει πρώτος και ακριβά σε όλους τους προσωπικούς λογαριασμούς! Γιατί άραγε; Από την απογοήτευση των διαπιστώσεων που τον κούρασαν και τον προκαλούν, φταίχτης και ο ίδιος, εδώ και ένα, δυο, τρία και πάει λέγοντας, χρόνια. Κουράστηκε, απηύδησε, απογοητεύτηκε με τους εφιαλτικά πανομοιότυπους, σε λόγο, σε έργα και σε ιδέες, σαν ενοικιαστήρια και πωλητήρια σε τζαμαρίες μαγαζιών.
Οι νέοι, το νέο αίμα, λακίζει για άλλα ακούσματα, διψώντας και δείχνοντας ελπίδα στο άλλο στο διαφορετικό, από το οικείο της μάννας μου και το δικό μου, που γεράσαμε μαζί του! Κλείνοντας να παραφράσω: “Άλλο δεν έχουν να σε δώσουν οι γέροντες”! Οι νέοι έχουν το όραμα, την ελπίδα και τους δικούς τους ποιητές και στίχους, αυτούς που τραγουδούν στα στάδια. Έχουν και την φαντασία τους, που δεν περνά από κεντρικές επιτροπές και κοινοβουλευτικές ομάδες. Που εγκρίνεται από την ίδια την ζωή τους! Αναμένοντας το απρόσμενο, των νέων.
Υ.Γ. Ακόμα και ο ρυθμός των συνθημάτων από την ντουντούκα παραμένει αναχρονιστικός. Έχετε ακούσει κάποιον νέο να μιλά έτσι; Με ρώτησε νεαρή, αν υπάρχει ιδιαίτερος λόγος αυτής της εκφώνησης; Απάντησα με σωτήριο χιούμορ, πως γεράσαμε πιά! Κοίτα μπαμπά, χωρίς … ντουντούκα…….
