
Της Θεοδώρας Χλέτσου
Αν ρωτήσουμε τους γονείς μας, η πλειοψηφία αυτών θα μας πει με σιγουριά πως η πιο χαρούμενη στιγμή της ζωής τους ήταν η μέρα που ήρθαμε στον κόσμο. Η μέρα που μας πήραν αγκαλιά στο μαιευτήριο, όμως η λέξη «αγκαλιά» από εκείνη ακριβώς τη στιγμή και μετά απέκτησε άλλη σημασία.
Οι γονείς μας θυμούνται ποια ήταν η πρώτη λέξη που είπαμε, την ώρα και το λεπτό και με τι ύφος και τι τόνο φωνής.
Θυμούνται πότε πατήσαμε όρθιοι στα δύο στο έδαφος και ήταν περήφανοι με αυτό το πρώτο βήμα της μίνι ανεξαρτησίας μας.
Θυμούνται ακόμα και το πόσο ανησύχησαν όταν πιάσαμε πολύ γενναία το κατακόκκινο μάτι της κουζίνας έχοντας άγνοια κινδύνου για το γεγονός ότι αυτό ζεματάει.
Θυμούνται τι ώρα κλαίγαμε πιο συχνά τα βράδια, όσο εκείνοι έμεναν ξάγρυπνοι να μας ηρεμήσουν.
Θυμούνται τότε που ελέγχανε πολύ σχολαστικά τη θερμοκρασία του γάλατός μας και καλύπτανε με τις παλάμες τους τις γωνίες των τραπεζιών και των πάγκων μη τυχόν και χτυπήσουμε.
Θυμούνται ποια ήταν τα παιχνίδια αυτά που μας έκαναν τη μεγαλύτερη συντροφιά.
Θυμούνται το άγχος τους όταν βήχαμε έντονα και έσπευδαν να μας πάνε στο γιατρό και θυμούνται και την αλλεργία που έχουμε σε εκείνη τη συγκεκριμένη αντιβίωση.
Θυμούνται την πρώτη φορά που ντυθήκαμε για τις Απόκριες πριγκίπισσα ή κάποιος σούπερ ήρωας και νιώθαμε όντως ότι ζούμε σε ένα παραμύθι ή ότι έχουμε τέτοιες υπερδυνάμεις που μπορούμε να σώσουμε τον κόσμο.
Θυμούνται εκείνη τη φορά που είπαμε το πρώτο μας ποίημα στο νηπιαγωγείο και δεν είχε καμία σημασία εάν είχαμε τον πρώτο ρόλο ή εάν κεκεδίζαμε – αυτό που είχε εν τέλει σημασία ήταν το θάρρος μας να εκτεθούμε.
Θυμούνται τότε που είπαμε τι θέλουμε να γίνουμε όταν μεγαλώσουμε, απόφαση που άλλαζε ανάλογα με το φύσημα του ανέμου και που όσοι είμαστε από τους τυχερούς, η απόφασή μας αυτή συνοδευόταν από την εξής φράση «ό,τι και αν θες να γίνεις, εγώ θα σε στηρίξω».
Θυμούνται εκείνη τη φορά που τους σπάσαμε εκείνο το ωραίο βάζο που τους άρεσε στο τραπέζι του σαλονιού, γιατί επιμέναμε να παίξουμε πετώντας πέρα δώθε αντικείμενα, όμως αυτό που είχε σημασία δεν ήταν το μάζεμα των γυαλιών αλλά το γεγονός ότι ζητήσαμε συγγνώμη.
Θυμούνται εκείνη τη φορά που πήραμε το πρώτο μας Α στον έλεγχο του Δημοτικού αλλά ακόμα και Β εάν παίρναμε, δεν πειράζει, γιατί μας έλεγαν ότι δε μπορούμε να είμαστε το ίδιο καλοί σε όλα.
Θυμούνται τότε που τους είπαμε ότι τα μαθηματικά είναι το αγαπημένο μας μάθημα και η Μαρία η καλύτερη μας φίλη γιατί «μοιραζόμαστε τα πράγματα η μια της άλλης και παίζουμε μαζί καλό κρυφτό».
Θυμούνται την πρώτη φορά που κολυμπήσαμε χωρίς μπρατσάκια και θυμούνται και την πρώτη φορά που κάναμε ποδήλατο χωρίς βοηθητικές και έμοιαζε τότε αυτό σα να οδηγάμε Ferrari.
Θυμούνται τότε που καταλάβαμε πως δεν υπάρχει Άγιος Βασίλης και απογοητευτήκαμε. Και θυμούνται και τότε που στεναχωρηθήκαμε που δεν κατατροπώσαμε τους πάντες στο τσούγκρισμα αυγών το Πάσχα.
Θυμούνται τότε που πήραμε 10 στο αγαπημένο μας μάθημα στο Δημοτικό και νιώθαμε λες και την επόμενη μέρα μπορούμε να το διδάξουμε στο Πανεπιστήμιο.
Και θυμούνται και τότε που τους είπαμε πόσο ενθουσιαστήκαμε που πήγαμε εκδρομή με το σχολείο, ή που μπήκαμε στο μετρό για πρώτη φορά ή που είδαμε ένα βακτήριο στο μικροσκόπιο του εργαστηρίου της βιολογίας. Θυμούνται τότε που κλάψαμε γιατί θέλαμε κάποιον ή κάποια και αυτός ο κάποιος ή αυτή η κάποια δεν μας ήθελε και μας αγνοούσε.
Ή θυμούνται και τότε που θέλαμε κάποιον ή κάποια και μας ήθελε και εκείνος/η πολύ και κάπως έτσι ευθυγραμμίστηκαν οι σεληνιακές τροχιές και όλα βαίνανε καλώς και μας έβλεπαν ευτυχισμένους.
Θυμούνται τότε που περάσαμε στη σχολή για την οποία τόσο μοχθήσαμε και έκλαψαν πολύ και ίσως μόνο τότε να ήταν η μοναδική φορά που χαρήκαμε με το κλάμα τους, γιατί είχε χροιά περηφάνειας και χαράς.
Θυμούνται τότε που πήραμε το πρώτο μας 8άρι στη σχολή, γιατί μας έβλεπαν κλεισμένους και αποκομμένους στο γραφείο μας πάνω από ένα βιβλίο να διανύουμε μονάχα την απόσταση μπάνιο-κουζίνα-δωμάτιο ανά 10 ώρες.
Θυμούνται και το πόσο τους λείπαμε γιατί φύγαμε μακριά τους να σαλπάρουμε με δικά μας πανιά και το «έλα, πότε θα σε δούμε τώρα πάλι;» ήτανε τόσο δελεαστικό ώστε να μας κάνει να τους επισκεπτόμαστε κάθε σαββατοκύριακο για μερικές αγκαλιές και ένα πιάτο φαΐ.
Θυμούνται την αγωνία τους κάθε φορά που το τηλέφωνό μας ήταν κατειλημμένο ή μη διαθέσιμο και τα πόσα καταστρεπτικά σενάρια περνούσαν από το μυαλό τους όσο εμείς δεν απαντούσαμε.
Θυμούνται όλες εκείνες τις φορές που τους κλείσαμε λίγο πιο βιαστικά γιατί θέλαμε να ετοιμαστούμε για τη βόλτα μας, όμως εκείνα τα «να προσέχεις», «να μου στείλεις ό,τι ώρα και αν γυρίσεις» και «μπορώ να έρθω να σε πάρω οποτεδήποτε, δεν με ταλαιπωρείς» στάζανε αγάπη και ενδιαφέρον και εκείνη την ώρα μάλλον τα πήραμε τοις μετρητοίς.
Θυμούνται με τι γελάμε, ποιο είναι το αγαπημένο μας φαγητό, ποιο έντομο σιχαινόμαστε, γιατί προτιμάμε το βουνό και όχι τη θάλασσα και όποτε μας βλέπουν αναπολούν τα παλιά παιδικά μας χρόνια και ονειρεύονται τα μελλοντικά γεγονότα της ζωής μας με την ίδια λαχτάρα που τα ονειρευόμαστε και εμείς.
Θυμούνται όλες εκείνες τις φορές που μας προέτρεπαν να κάνουμε ταξίδια και να γεμίσουμε με εμπειρίες τη ζωή μας.
Και ένα βράδυ κάποιοι επέλεξαν να κάνουν αυτό το ταξίδι, όμως δε γυρνάνε πίσω.
Είχα διαβάσει κάπου κάποτε πολύ μικρή ότι «η ζωή είναι σαν ένα ταξίδι με το τρένο» και το είχα πιστέψει τόσο πολύ αυτό που το έλεγα σε όλους μου τους φίλους, συνέχεια. Είναι ειρωνικό το ότι πράγματι για κάποιους η ζωή είναι όντως ένα ταξίδι με το τρένο. Ένα ταξίδι για το οποίο δεν υπάρχει εισιτήριο επιστροφής, όχι γιατί ξέχασαν να βγάλουν, ούτε γιατί δεν είχαν χρήματα να το πληρώσουν, ούτε γιατί όλες οι θέσεις είναι ήδη κρατημένες. Απλά γιατί κάποιοι τους στέρησαν αυτή την επιστροφή. Κάποιοι εγκληματίες, στους οποίους ας δώσει ο καθένας το προσωπείο που επιθυμεί.
Και μαζί με την επιστροφή αυτή, στέρησαν τις φιλοδοξίες, τους στόχους, όλα αυτά τα όνειρα που κουβαλούσε αυτή βαλίτσα που είχαν μαζί τους μαζί με ρούχα, προσωπικά αντικείμενα, μυρωδιές, εμπειρίες, αναμνήσεις, βιώματα, χαρές, τραύματα.
Στέρησαν την πηγή ζωής από το ελληνικό νοικοκυριό και στέρησαν και το από εδώ και στο εξής χαμόγελο όλων εκείνων που μάταια περίμεναν για ένα μήνυμα του τύπου «Φτάνω, θα έρθεις να με πάρεις από το σταθμό;», «Κοντεύουμε, άντε σε μία ώρα θα σε έχω αγκαλιά».
Γονείς θα περιμένουν με άδεια χέρια τα παιδιά τους και η οδύνη και η θλίψη που αισθάνονται θα είναι πιο εκκωφαντική από την ίδια τη σύγκρουση των τρένων. Αδέρφια θα στηθούν σε ουρές νεκροτομείων να αναγνωρίσουν τους δικούς τους από μια ελιά πάνω από το αριστερό φρύδι ή από μια αλυσίδα στο πόδι, γιατί το υπόλοιπο σώμα δεν βρέθηκε. Σύντροφοι και συντρόφισσες δεν θα δουν ποτέ ξανά με το ίδιο μάτι την αγάπη και φίλοι και λοιποί συγγενείς θα ζουν με ένα μόνιμο κόμπο στο στομάχι που με γόρδιο δεσμό θα μοιάζει.
Το χειρότερο είδος αναμονής είναι εκείνο στο οποίο περιμένεις κάποιον που δεν θα έρθει ποτέ, ό,τι μα ό,τι και αν κάνεις.
Τόσο μα τόσο πλούσια η ελληνική γλώσσα, μα ακόμη καμία λέξη δεν είναι αρκετή να περιγράψει την τραγικότητα της μοίρας.
Ξύπνησα σήμερα το πρωί και ούτε σήμερα μου άρεσε αυτός ο κόσμος
Και τι δε θα έδινα αύριο να έχω άλλη άποψη
Συγγνώμη
