
Της Θεοδώρας Προβοπούλου*
Πήρα τη μικρή απο ένα σπίτι στο Σύνταγμα για να πάμε Κολωνό. Λόγω κάποιας συνάντησης-αγώνα για τον καρκίνο του μαστού διάφορες κύριες αλληλοπατιόντουσαν για το ποια θα μπει στο πρώτο δυσεύρετο ταξί. Δεν πειράζει, λέω, ευκαιρία να περπατήσουμε.
Αυτή τη διαδρομή την κάνω συχνά, αλλά μόνη μου, με ακουστικά, χωρίς παιδί. Είδαμε: πάμπολλα κλειστά ημιερειπωμενα καταστήματα, με κανενός είδους ελπίδα για άνοιγμα στο κοντινό μέλλον. Είδαμε: εξαθλιωμένους ανθρώπους πεταμένους στα πεζοδρόμια δίπλα στα καροτσάκια τους όπου μαζεύουν και κουβαλάνε το βίος τους, ένα σωρό χαρτινα και πλαστικά σκουπίδια που θα τους σκεπάσουν στο κρύο η τη βροχή ή που απλά τους προσφέρουν μια αίσθηση ασφαλειας, απλά επειδή τα έχουν, είναι δικά τους.
Είδαμε: έναν αριθμό ανεπίτρεπτο απο ζωντανούς-νεκρούς, όλων των ηλικιών, άλλους να εκδίδονται για να μπορέσουν να ανακουφιστούν, άλλους να τρυπιούνται στα γεννητικά όργανα, άλλους να χύνουν σκόνες στα σκαλοπάτια των νέων ξενοδοχείων που φέρνουν την -πάντα τουριστική- ανάπτυξη.
Είδαμε: αστυνομικούς να φυλάνε συντριβάνια, αστυνομικούς να φυλάνε περιφραγμένη πλατεία, αστυνομικούς με μοντέρνα κουρέματα και τατουάζ να συζητάνε πως έχει «φτιάξει» ο καθένας τη μηχανή του, πίνοντας καφέ και καπνίζοντας και στα τρία μέτρα εγώ με το παιδί μου απλά δεν ξέρουμε που να πατήσουμε το πόδι μας ώστε να μην αναστατώσουμε αυτούς που τρυπιούνται.
Είδαμε: όμορφα μπαλκόνια μιας άλλης εποχής να απειλούν πως ανά πάσα στιγμή θα πέσουν στο κεφάλι καποιου, πεζοδρόμια κλειστά με μεταλλικές περιφράξεις γιατί τα κτίρια πέφτουν, πεζοδρόμια με αυτοκίνητα, μεζοδρομια με ξεχειλισμένους κάδους, πεζοδρόμια με καπάκια που λείπουν, πεζοδρόμια με κατούρα και εμετό και μένει μόνο η άσφαλτος για να περπατήσεις.
Και φτάνουμε στην πλατεία Καραϊσκάκη και λέω στη μικρή, παίρνοντας μιαν ανάσα, εντάξει απο δω και πέρα θα ναι οκ (στα τελευταία 500μ δηλαδή), αλλά δεν υπάρχει πουθενά ούτε φανάρι ούτε διάβαση σε αυτή την πλατεία με στάση μέτρο, χιλιάδες αυτοκίνητα και δεκάδες ξενοδοχεία. Αλλά είχαμε λέει καλή τουριστική χρόνια φέτος. Αλλά δεν μπορώ να καταλάβω ποιος τους είπε ότι αυτός ο τουρίστας απο τους χιλιάδες που πέρασαν φέτος έστω και ένα βράδυ γύρω απο την πλατεία Καραϊσκάκη θα προτείνει σε οποιονδήποτε γνωστό του να επισκεφθεί την Αθηνα.
Μπορεί να ήταν καλή χρόνια κατά λάθος. Μπορεί να πουλάει η εξαθλίωση. Όπως πουλάει η εξαρχειωση (μόνο τουρίστες και αστυνομικούς συνάντησα στα Εξαρχεια το πρωί στις 11:00. Το τουριστικό πλέον προϊόν της περιοχής ξυπνάει μετά τις 13:00). Γράφω ένα σεντόνι και γίνομαι γραφική, το ξέρω, αλλά νιώθω ότι ΠΝΙΓΟΜΑΙ, ότι πρέπει να ανοίξω το στόμα και να αρχίσω να ουρλιάζω. Διασχίζω τη γειτονιά μου (εδώ που όλα είναι «οκ») και ΟΛΟΙ πίνουν! Μπίρες, κρασί και τσίπουρο, πολλοί απο το πρωί και αυτό είναι το «οκ» αυτής της πόλης!
Κάπως νιώθω ότι δεν αντέχω άλλο να υποκρίνομαι ότι είναι οκ. Κι αυτό γιατί σήμερα ένιωσα πως έχω την ευθύνη όλη αυτή τη δυστυχία να την εξηγήσω, δηλαδή να τη δικαιολογήσω (;) στον έναν άνθρωπο απέναντι στον οποίο έχω απόλυτη ευθύνη, το ένα παιδί που μεγαλώνω. Και δε δικαιολογείται με τίποτα. Πραγματικά. Γιατί στα παιδιά οφείλεις να λες μόνο αλήθεια. Και η Αθήνα, αλήθεια τώρα, ζέχνει. Η Αθηνα πάσχει απο σοβαρή κατάθλιψη. Και για να κλείσω τη γραφικότητα με τον πιο γραφικό τρόπο: φυσικά και δεν υπάρχει ούτε Δήμος, ούτε κράτος. Οι ίδιοι οι δημότες πρέπει να πάρουμε το δήμο στα χέρια μας. Δεν γνωρίζω τον τρόπο, αλλά είμαι σίγουρη πως θα με απασχολήσει πολύ.
*Από το FB
