Από τη Συνθήκη του Δουβλίνου στη Μεταναστευτική Ασφάλεια: Θεσμικά και Πολιτικά Αδιέξοδα της Ε.Ε. μετά το 2015

Του Σωκράτη Αργύρη 

Η Ευρωπαϊκή Ένωση θεμελιώθηκε σε αρχές όπως η ελευθερία κυκλοφορίας, η αλληλεγγύη και η προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Ωστόσο, από το 2015 και μετά, η λεγόμενη “προσφυγική κρίση” — που δεν ήταν τόσο κρίση αριθμών όσο κρίση διαχείρισης και πολιτικής βούλησης — έφερε στην επιφάνεια τις εσωτερικές αντιφάσεις του ευρωπαϊκού οικοδομήματος. Η Ε.Ε., αν και αυτοπαρουσιάζεται ως μία ενιαία κοινή αγορά, δεν διαθέτει έναν ουσιαστικά ενιαίο χώρο προστασίας για τους αιτούντες άσυλο.

Κομβικό ρόλο στο αδιέξοδο αυτό διαδραματίζει το Σύστημα του Δουβλίνου, και ειδικότερα η Συνθήκη του Δουβλίνου ΙΙ, η οποία προβλέπει ότι η αίτηση ασύλου πρέπει να εξετάζεται από το πρώτο κράτος-μέλος στο οποίο ο αιτών εισέρχεται. Η ρύθμιση αυτή, σε συνδυασμό με τη γεωγραφία των εξωτερικών συνόρων της Ε.Ε., έχει ως αποτέλεσμα τη δυσανάλογη επιβάρυνση χωρών όπως η Ελλάδα, η Ιταλία και η Ισπανία. Ουσιαστικά, οι χώρες πρώτης εισόδου μετατράπηκαν σε χώρους κράτησης, αποτροπής και διαλογής ανθρώπων, οδηγώντας αρκετούς νομικούς και πολιτικούς στο να μιλήσουν για μια «Συνθήκη στρατοπέδων συγκέντρωσης», που λειτουργεί εις βάρος του Διεθνούς Δικαίου Προσφύγων και των αρχών του κράτους δικαίου.

Η απουσία ουσιαστικού μηχανισμού υποχρεωτικής μετεγκατάστασης και η αποτυχία επίτευξης μιας δεσμευτικής συμφωνίας επιμερισμού των ευθυνών εντός της Ένωσης ενίσχυσαν τις φυγόκεντρες δυνάμεις. Οι χώρες του ομίλου Βίζεγκραντ (Πολωνία, Ουγγαρία, Τσεχία, Σλοβακία) αρνήθηκαν κατηγορηματικά οποιαδήποτε αναλογική κατανομή προσφύγων, επικαλούμενες ζητήματα εθνικής κυριαρχίας και πολιτισμικής ασφάλειας. Η Πολωνία, ειδικά μετά το 2021, διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο στην επανεμφάνιση σκληρών συνόρων, συγκρουόμενη τόσο με τη Γερμανία όσο και με τη Λιθουανία, εντός ενός γενικότερου πλαισίου επανεθνικοποίησης της ευρωπαϊκής μεταναστευτικής πολιτικής.

Η Μεσόγειος, που άλλοτε χαρακτηριζόταν ως mare nostrum — κοινή θάλασσα πολιτισμών, εμπορίου και ανταλλαγών — μετατράπηκε σταδιακά σε χώρο επιχειρήσεων αποτροπής, ναυτικών αποκλεισμών και καταστολής της μετακίνησης. Αντί να είναι πεδίο έρευνας και διάσωσης, λειτουργεί πλέον ως mare mortis δηλαδή θάλασσα του θανάτου: γεωπολιτική ζώνη ελέγχου και στρατιωτικοποίησης, με διαρκή παρουσία της FRONTEX και τη συνεργασία με τρίτες χώρες (όπως η Λιβύη και η Τυνησία), οι οποίες αναλαμβάνουν τον ρόλο «προπυργίου» της ευρωπαϊκής ασφάλειας — πολλές φορές σε βάρος των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Το 2015, εν μέσω της προσφυγικής κρίσης, ο τότε Υπουργός Εξωτερικών της κυβέρνησης Τσίπρα, Νίκος Κοτζιάς, ζήτησε την εμπλοκή του ΝΑΤΟ στη διαχείριση των μεταναστευτικών ροών. Η πρόταση στόχευε στην αποτροπή ναυτικών τραγωδιών και την ενίσχυση της συνεργασίας με τις εθνικές ακτοφυλακές. Η ελληνική πλευρά ξεκαθάρισε ότι δεν επιθυμούσε στρατιωτική δράση κατά των μεταναστών, αλλά υποστήριξη σε επίπεδο επιτήρησης και συντονισμού.

Τον Φεβρουάριο 2016, το ΝΑΤΟ ανέπτυξε την Standing NATO Maritime Group 2 (SNMG2) στο Αιγαίο, με αποστολή την παρακολούθηση, αναγνώριση και ανταλλαγή πληροφοριών με τις ελληνικές και τουρκικές ακτοφυλακές και τη Frontex. Δεν υπήρξε εμπλοκή σε επαναπροωθήσεις ή επιχειρησιακές ενέργειες.

Την ίδια χρονιά, καθιερώθηκε η Operation Sea Guardian, ναυτική αποστολή στην Ανατολική Μεσόγειο, με στόχο την επιτήρηση, την καταπολέμηση της παράνομης διακίνησης και την ενίσχυση της θαλάσσιας ασφάλειας. Η αποστολή συνεχίζεται μέχρι σήμερα, με ελληνική συμμετοχή και τακτικές περιπολίες της SNMG2, κυρίως για τη συλλογή πληροφοριών και την υποστήριξη των ακτοφυλακών.

Η Τουρκία έχει εκφράσει την πρόθεση αποχώρησης του ΝΑΤΟ από το Αιγαίο, θεωρώντας ότι μπορεί να διαχειριστεί τις ροές αυτόνομα. Ωστόσο, το ΝΑΤΟ έχει διατηρήσει την παρουσία του, κρίνοντας ότι η αποστολή εξακολουθεί να προσφέρει επιχειρησιακή αξία στην ασφάλεια της περιοχής.

 Αν και δεν υπήρξε συνέχεια με νέα αιτήματα, οι αποστολές SNMG2 και Sea Guardian παραμένουν ενεργές και αποτελούν τη βασική παρουσία της Συμμαχίας στην Ανατολική Μεσόγειο.

Η μετακίνηση ανθρώπων — που θεσμικά προστατεύεται εντός της Ε.Ε. για τους πολίτες της — αντιμετωπίζεται πλέον όχι ως δικαίωμα αλλά ως απειλή, όταν αφορά εξωτερικούς πληθυσμούς. Έτσι, το μεταναστευτικό γίνεται η λυδία λίθος του ευρωπαϊκού κεκτημένου: εκεί όπου δοκιμάζεται η συνοχή της Ένωσης, η αξιοπιστία των θεσμών της και η πίστη της στις θεμελιώδεις αξίες της.

Η αντιμετώπιση του μεταναστευτικού ζητήματος στην Ε.Ε. απαιτεί όχι μόνο πολιτική βούληση, αλλά και νομική αναδιάρθρωση των υπαρχουσών θεσμικών ρυθμίσεων. Η αναθεώρηση του Κανονισμού του Δουβλίνου οφείλει να προβλέπει έναν δεσμευτικό μηχανισμό επιμερισμού ευθυνών, βασισμένο στις αρχές της αλληλεγγύης και της αναλογικότητας, όπως προβλέπονται στο άρθρο 80 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ε.Ε. (ΣΛΕΕ). 

Παράλληλα, οι πρακτικές απώθησης (pushbacks), οι παράνομες κρατήσεις και η έλλειψη πρόσβασης σε διαδικασίες ασύλου προσκρούουν τόσο στο Διεθνές Δίκαιο Προσφύγων, όσο και σε θεμελιώδη δικαιώματα της ΕΣΔΑ (όπως το δικαίωμα στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια, την προστασία από απάνθρωπη μεταχείριση και την πρόσβαση στη δικαιοσύνη).

Σε αυτό το πλαίσιο, η νομολογία του ΕΔΔΑ αναδεικνύεται ως κρίσιμος μοχλός υπεράσπισης των δικαιωμάτων των προσφύγων και μεταναστών. Πολλές αποφάσεις καταδικάζουν κράτη-μέλη για παραβιάσεις που σχετίζονται με παράνομες απελάσεις, συνθήκες κράτησης και στέρηση ουσιαστικής εξέτασης των αιτήσεων ασύλου. Η επιτυχία προσφευγόντων στο ΕΔΔΑ υποδεικνύει πως, παρά τη θεσμική ασυμμετρία, τα νομικά μέσα μπορούν ακόμη να λειτουργήσουν ως ανάχωμα απέναντι στην αυθαιρεσία και την εργαλειακή διαχείριση του ανθρώπινου πόνου.

Ενδεικτικές υποθέσεις: M.S.S. κατά Βελγίου και Ελλάδας (2011): Το ΕΔΔΑ έκρινε ότι η επιστροφή ενός Αφγανού αιτούντος άσυλο από το Βέλγιο στην Ελλάδα (βάσει της Συνθήκης του Δουβλίνου) παραβίαζε το άρθρο 3 της ΕΣΔΑ, λόγω των απάνθρωπων συνθηκών διαβίωσης και έλλειψης ουσιαστικής εξέτασης ασύλου στην Ελλάδα. 

Hirsi Jamaa κ.ά. κατά Ιταλίας (2012): Η Ιταλία καταδικάστηκε για την επαναπροώθηση μεταναστών στη Λιβύη χωρίς εξατομικευμένη διαδικασία. Το Δικαστήριο έκρινε ότι υπήρξε παραβίαση των άρθρων 3 και 13 της ΕΣΔΑ και του άρθρου 4 του Πρωτοκόλλου 4 (συλλογικές απελάσεις).

 N.D. και N.T. κατά Ισπανίας (2020): Παρότι η απόφαση ήταν αμφιλεγόμενη, το Δικαστήριο επιβεβαίωσε ότι, υπό προϋποθέσεις, οι pushbacks χωρίς εξατομικευμένη αξιολόγηση μπορεί να συνιστούν παραβίαση των δικαιωμάτων.

 Sh.D. και άλλοι κατά Ελλάδας, Αυστρίας, Κροατίας, Ουγγαρίας, Βόρειας Μακεδονίας, Σερβίας και Σλοβενίας (2021): Καταγγελίες ανηλίκων για κακομεταχείριση, αυθαίρετη κράτηση και παραβίαση της οικογενειακής ζωής κατά μήκος της Βαλκανικής οδού. 

Οι υποθέσεις αυτές υποδεικνύουν ότι, ενώ τα κράτη παραβιάζουν συστηματικά το Δίκαιο των Δικαιωμάτων, το ΕΔΔΑ παραμένει ένας ζωντανός θεσμός λογοδοσίας. Ωστόσο, όσο οι καταδικαστικές αποφάσεις δεν συνοδεύονται από θεσμική μεταρρύθμιση σε επίπεδο Ε.Ε., το φαινόμενο αναπαράγεται.

Μια δίκαιη ευρωπαϊκή μεταναστευτική πολιτική δεν μπορεί να βασίζεται στην ασφάλεια των συνόρων εις βάρος των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Αντιθέτως, προϋποθέτει τη διατήρηση της Ε.Ε. ως ενιαίου νομικού χώρου, όπου ο σεβασμός των δικαιωμάτων του ανθρώπου παραμένει αδιαπραγμάτευτος πυλώνας του ευρωπαϊκού κεκτημένου.

Η συστηματική αναβλητικότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης να λάβει ριζικές και δεσμευτικές αποφάσεις στο πεδίο του ασύλου και της μετανάστευσης δεν παράγει απλώς θεσμικά αδιέξοδα· δημιουργεί και βαθιά πολιτικά ελλείμματα εντός των ευρωπαϊκών κοινωνιών. Η απουσία κοινού ευρωπαϊκού πλαισίου προστασίας και κατανομής ευθυνών οδηγεί στην εργαλειακή χρήση του μεταναστευτικού από εθνικές κυβερνήσεις, επιτείνοντας τον φόβο, την ανασφάλεια και τον κοινωνικό κατακερματισμό. Αυτή η κατάσταση τροφοδοτεί την άνοδο ακροδεξιών, ξενοφοβικών και φασιστικών κομμάτων, τα οποία εκμεταλλεύονται τη θεσμική αδράνεια για να παρουσιαστούν ως «λύση». Το αποτέλεσμα είναι η σταδιακή ασφυξία της φιλελεύθερης δημοκρατίας, με περιορισμό δικαιωμάτων, αναστολή αρχών του κράτους δικαίου και επαναφορά εθνοκεντρικών πολιτικών.

Συνεπώς, η ανάγκη για νομικά δεσμευτικό μηχανισμό κατανομής ευθυνών, η κατάργηση πρακτικών απώθησης, η ενίσχυση των θεσμών ασύλου με σεβασμό στη διαδικασία και στα δικαιώματα, και η ενσωμάτωση των αποφάσεων του ΕΔΔΑ στο εσωτερικό δίκαιο κάθε κράτους-μέλους είναι όχι απλώς νομικά αιτήματα, αλλά απαιτήσεις της ίδιας της δημοκρατίας.

Η αποτυχία της Ε.Ε. να κινηθεί αποφασιστικά στη βάση των αρχών της Χάρτας του ΟΗΕ –όπως η προστασία της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, το δικαίωμα στο άσυλο, η μη επαναπροώθηση (non-refoulement) και ο σεβασμός των διεθνών συμβάσεων προστασίας προσφύγων– νομιμοποιεί πολιτικά μια de facto απορριπτική στάση, ενάντια στο διεθνές δίκαιο. Με τον τρόπο αυτό, η μεταναστευτική κρίση μετατρέπεται σε κρίση δημοκρατίας: σε ένα περιβάλλον όπου η Ευρώπη επιλέγει την “ασφάλεια” εις βάρος των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ο φασισμός δεν προκύπτει ως παρεκτροπή, αλλά ως θεσμικά επιτρεπτή “εναλλακτική”.

Αν η Ε.Ε. επιθυμεί να διαφυλάξει τον ρόλο της ως χώρου δικαίου και θεμελιωδών ελευθεριών, οφείλει να αναγνωρίσει ότι η ουδετερότητα και η αναβολή σε ζητήματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων είναι ήδη πολιτική στάση – και μάλιστα στάση με δημοκρατικά διαβρωτικές συνέπειες. Μόνο με την πλήρη ενσωμάτωση του ανθρωπιστικού δικαίου και των διεθνών δεσμεύσεων στους ευρωπαϊκούς μηχανισμούς ασύλου και μετανάστευσης, μπορεί να αποτραπεί η θεσμική κανονικοποίηση της ακροδεξιάς και η δημοκρατία να αναπνεύσει ξανά.