Χωρίς Ατρείδες: ο Καβάφης και η ελληνική πολιτική

Του Σωκράτη Αργύρη

[…]

Πολλοί βεβαίως θα μιλήσουνε πολλά.

Ημείς ν’ ακούμε. Όμως δεν θα μας γελά

το Απαραίτητος, το Μόνος, το Μεγάλος.

Και απαραίτητος, και μόνος, και μεγάλος

αμέσως πάντα βρίσκεται κανένας άλλος

— Κωνσταντίνος Καβάφης

Η ποίηση του Κωνσταντίνου Καβάφη, εμπνευσμένη από τον αρχαίο κόσμο, μιλά με τρόπο διαχρονικό για την εξουσία και τον ηγέτη.

Στο ποίημά του «Όταν ο φύλαξ είδε το φως», που αντλεί το θέμα του από τον Αγαμέμνονα του Αισχύλου, ο Καβάφης αναμετράται με την αγωνία της αναμονής, τη ματαίωση των ελπίδων και κυρίως με το πρόβλημα του ηγέτη. Στίχοι όπως «Το Άργος ημπορεί χωρίς Ατρείδας να κάμει. Τα σπίτια δεν είναι παντοτινά» ή «Και απαραίτητος, και μόνος, και μεγάλος αμέσως πάντα βρίσκεται κανένας άλλος» απομυθοποιούν πλήρως την ιδέα του μοναδικού, χαρισματικού και αναντικατάστατου ηγέτη.

Η διάσταση αυτή έχει εξαιρετική σημασία για τη σημερινή Ελλάδα. Από την ίδρυση του νεοελληνικού κράτους έως και σήμερα, η πολιτική ζωή χαρακτηρίζεται από την ανάδειξη «μεγάλων ανδρών» και «σωτήρων» που υποσχέθηκαν να οδηγήσουν τη χώρα σε μια νέα πορεία. Ο Ιωάννης Καποδίστριας, ο Ελευθέριος Βενιζέλος, ο Χαρίλαος Τρικούπης, ο Ανδρέας Παπανδρέου και άλλες προσωπικότητες απέκτησαν σχεδόν μυθικές διαστάσεις στη συλλογική μνήμη. Ακόμη και στη σύγχρονη Μεταπολίτευση, η ελληνική κοινωνία επενδύει διαρκώς σε ηγεσίες που εμφανίζονται ως «αναγκαίες» για τη σωτηρία της χώρας, από την είσοδο στην ΕΟΚ και στην ΟΝΕ μέχρι τη διαχείριση της οικονομικής κρίσης και από τα μνημόνια μέχρι την πρόσφατη περίοδο σταθεροποίησης.

Όμως ο Καβάφης μας υπενθυμίζει ότι κανείς δεν είναι πραγματικά «απαραίτητος». Η χώρα, όπως και το Άργος χωρίς τους Ατρείδες, συνεχίζει και μετά την αποχώρηση του εκάστοτε ηγέτη. Ο θάνατος ή η πολιτική φθορά των μεγάλων ανδρών δεν οδήγησε στην κατάρρευση∙ αντίθετα, η ιστορία απέδειξε ότι «αμέσως βρίσκεται κανένας άλλος». Αυτό το καβαφικό μάθημα μας καλεί να πάψουμε να αναζητούμε μεσσίες και να στραφούμε στη δύναμη των θεσμών και της συλλογικής δράσης.

Η εμπειρία της κρίσης του 2010 είναι χαρακτηριστική. Η κοινωνία επένδυσε εναλλάξ τις ελπίδες της σε ηγέτες που θα έσκιζαν τα μνημόνια, που θα «διαπραγματεύονταν σκληρά» ή που θα διασφάλιζαν τη σωτηρία της χώρας. Το αποτέλεσμα ήταν επαναλαμβανόμενη απογοήτευση καθώς η πραγματικότητα αποδείχθηκε πιο σύνθετη από όσο υπόσχονταν τα πρόσωπα. Ακριβώς όπως ο φύλακας του Καβάφη που, όταν τελικά είδε το πολυπόθητο φως, διαπίστωσε ότι η χαρά ήταν μικρότερη από ό,τι περίμενε. Η ελληνική κοινωνία έμαθε με σκληρό τρόπο ότι οι λύσεις δεν προέρχονται από έναν μόνο ηγέτη αλλά από δύσκολες, συλλογικές και συχνά αργές διαδικασίες.

Το ίδιο ισχύει και σε άλλα μεγάλα ζητήματα που αντιμετωπίζει η χώρα,  όπως την διαχείριση του μεταναστευτικού, την αντιμετώπιση της κλιματικής κρίσης, την βελτίωση της δημόσιας διοίκησης, την ενίσχυση της παιδείας και της υγείας.

Το μεταναστευτικό αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα των ορίων της ηγεσίας. Η σημερινή κατάσταση του Κανονισμού του Δουβλίνου στην Ελλάδα και την ΕΕ δείχνει ότι η λύση δεν μπορεί να προέλθει από έναν μόνο ηγέτη αλλά απαιτεί θεσμική και διεθνή συνεργασία:

Ο Κανονισμός Δουβλίνο ΙΙΙ (ΕΕ αριθ. 604/2013) παραμένει σε ισχύ μέχρι τις 30 Ιουνίου 2026, οπότε και θα αντικατασταθεί από το νέο Κανονισμό για τη Διαχείριση Ασύλου και Μεταναστεύσεων (AMMR) .

Σύμφωνα με την Πράξη για την Επανεγκατάσταση και Ασύλου, που υιοθετήθηκε το Μάιο του 2024, το AMMR θα εισαγάγει νέους κανόνες για τον καθορισμό ευθύνης, επεκτείνει τα κριτήρια ευθύνης (π.χ. κατοχή διπλώματος EU), διευρύνει τα κριτήρια οικογενειακής επανένωσης και θεσπίζει έναν νέο μηχανισμό αλληλεγγύης με ευέλικτες επιλογές (μετεγκαταστάσεις, χρηματοδοτήσεις, αποστολή προσωπικού κ.ά.) 

Από το 2022, τα κράτη-μέλη εφαρμόζουν το Dublin Roadmap, με σκοπό την καλύτερη εφαρμογή του Κανονισμού: βελτίωση διαδικασιών, έγκαιρη ενημέρωση των αιτούντων, εκπαίδευση των αρμοδίων και συνεργασία μεταξύ κρατών.

Η ευρωπαϊκή Επιτροπή τονίζει ότι δεν υφίστανται πια συστημικές αδυναμίες στη διαχείριση προσφύγων στην ηπειρωτική Ελλάδα — και αυτό επιτρέπει την πλήρη συμμετοχή της χώρας στο σύστημα μεταφορών Δουβλίνου, όπως κάθε άλλο κράτος-μέλος .

Ωστόσο, υπάρχουν σημαντικά προβλήματα σε επίπεδο ανθρώπινων δικαιωμάτων: ΜΚΟ και δικηγορικές συλλογικότητες (π.χ. Legal Centre Lesvos) υπογραμμίζουν ότι οι επιστροφές (Dublin returns) στην Ελλάδα ενδέχεται να παραβιάζουν το άρθρο 3 της ΕΣΔΑ, λόγω προβλημάτων υποδοχής, κακής κράτησης, καθυστερήσεων στην καταγραφή και αδυναμίας πρόσβασης σε δίκαιο ασύλου. 

Τα Στατιστικά στοιχεία 2024 δείχνουν ότι στην ΕΕ υπάρχουν  151.830 αιτήματα μεταφοράς στα πλαίσια του Δουβλίνου (–19% από 2023), με 16 455 πραγματοποιημένες μεταφορές (–3%).

Αυτό δείχνει καθαρά ότι ούτε οι αριθμοί ούτε οι κανονισμοί είναι στο χέρι ενός ηγέτη· η λύση απαιτεί συλλογική δράση και θεσμική συνέχεια.

Απόδειξη είναι και το νέο νομοσχέδιο που ενισχύει τον έλεγχο των συνόρων και αλλάζει τις διαδικασίες ασύλου. Η Ελλάδα όμως παραμένει χώρα διέλευσης, αφού οι περισσότεροι πρόσφυγες και μετανάστες θέλουν να συνεχίσουν προς την Κεντρική Ευρώπη. Έτσι, τα μέτρα εξυπηρετούν κυρίως τα συμφέροντα των χωρών του Βορρά, ενώ η Ελλάδα σηκώνει το κύριο βάρος, υπογραμμίζοντας την ανάγκη για συλλογική ευθύνη στην ΕΕ.

Η κλιματική κρίση δεν αντιμετωπίζεται με αποσπασματικές λύσεις, όπως οι ανεμογεννήτριες σε καμένα βουνά, αλλά με ολοκληρωμένο σχεδιασμό που δίνει προτεραιότητα στην πρόληψη, την προστασία και την αποκατάσταση της φύσης. Απαιτούνται ουσιαστικά μέτρα πυροπροστασίας, αναδασώσεις με ενδημικά είδη και στρατηγική συνεργασία επιστημονικής κοινότητας και τοπικών κοινωνιών, ώστε να ενισχυθεί η ανθεκτικότητα των οικοσυστημάτων και να εξασφαλιστεί μια πραγματικά βιώσιμη ενεργειακή μετάβαση.

Η παιδεία χρειάζεται σταθερότητα νόμων και αυξημένο προϋπολογισμό για εκπαιδευτικούς, υποδομές και τεχνολογική αναβάθμιση, αντί για διαρκείς μεταρρυθμίσεις που αλλάζουν ανά υπουργό.

Η υγεία, όπως φάνηκε με την πανδημία, δεν εξαρτάται από έναν «ηγέτη», αλλά από στήριξη του ΕΣΥ με προσωπικό και πόρους, και από διεθνή συνεργασία όπως στην περίπτωση της πανδημίας του Covid-19. 

 Ούτε ένας πρωθυπουργός ούτε μια κυβέρνηση μπορούν μόνοι τους να δώσουν άμεσες και οριστικές λύσεις. Χρειάζεται συνέχεια, θεσμική μνήμη, συλλογικές αποφάσεις και κυρίως η ενεργός συμμετοχή των πολιτών. Η προσωποπαγής πολιτική κουλτούρα της Ελλάδας λειτουργεί ως εμπόδιο επειδή μας κάνει να περιμένουμε τον «Μεγάλο» που θα αλλάξει τα πάντα, ενώ στην πραγματικότητα η πρόοδος έρχεται μέσα από τη σταδιακή, συχνά αργή και αντιφατική λειτουργία της δημοκρατίας.

Η προσωποπαγής πολιτική κουλτούρα δεν είναι μόνο ένα ιστορικό βάρος, αλλά μια πρακτική που συντηρείται μεθοδικά. Κόμματα, οικονομικά κέντρα και ισχυρά μέσα ενημέρωσης αναπαράγουν το αφήγημα του «μοναδικού σωτήρα» για να καλλιεργούν την παθητικότητα και να διατηρούν τον έλεγχο της κοινωνίας.

Ο πολίτης μαθαίνει να περιμένει την αλλαγή από τον «ηγέτη», αντί να διεκδικεί τη συμμετοχή του. Έτσι αναπαράγεται ένα πατερναλιστικό μοντέλο εξουσίας που θυμίζει περισσότερο μεσαιωνικό δουλοπαροικισμό, οι πολλοί εργάζονται, φορολογούνται και ελπίζουν, ενώ οι «φεουδάρχες» της πολιτικής και της οικονομίας διατηρούν τον έλεγχο των αποφάσεων. Ο μεσσιανισμός λειτουργεί τελικά ως εργαλείο κοινωνικού ελέγχου, εμποδίζοντας την ενδυνάμωση θεσμών και συλλογικής δράσης.

Το ζήτημα, ωστόσο, δεν περιορίζεται στην πολιτική κουλτούρα∙ είναι δομικό και θεσμικό.

Με το παρόν μοντέλο, η κοινωνία παραμένει εγκλωβισμένη σε ένα σύστημα όπου η εξουσία του εκάστοτε πρωθυπουργού δεν περιορίζεται στη διαχείριση της πολιτικής, αλλά επεκτείνεται στην ενίσχυση και αναπαραγωγή ενός κλειστού οικονομικού κύκλου. Έτσι, η ηγεσία λειτουργεί περισσότερο ως μηχανισμός διατήρησης συμφερόντων παρά ως φορέας συλλογικής προόδου.

Η πρώτη και κύρια μεταρρύθμιση δεν μπορεί παρά να είναι ο ουσιαστικός έλεγχος της ηγεσίας, όχι μόνο ως προς τις πολιτικές της αποφάσεις, αλλά και ως προς την άσκηση εξουσίας που ευνοεί την ανάπτυξη κλειστών οικονομικών σχηματισμών και καρτέλ. Μόνο μέσα από έναν τέτοιο έλεγχο μπορεί να σπάσει ο φαύλος κύκλος της εξάρτησης της κοινωνίας από προσωποπαγείς ηγεσίες που αναπαράγουν προνομιακά συμφέροντα.

Η καβαφική ειρωνεία απέναντι στο «Απαραίτητος, Μόνος, Μεγάλος» έχει λοιπόν μια καθαρά πολιτική διάσταση για την Ελλάδα. Κανένας πρωθυπουργός, όσο ισχυρός και αν εμφανίζεται, δεν είναι αναντικατάστατος. Οι κυβερνήσεις εναλλάσσονται, οι πολιτικές οικογένειες παρακμάζουν και νέες δυνάμεις αναδύονται∙ όμως η χώρα συνεχίζει. Η πραγματική αντοχή της Ελλάδας βρίσκεται όχι σε πρόσωπα αλλά σε θεσμούς, στην κοινωνία των πολιτών, στην οικονομία και στην καθημερινή προσπάθεια των ανθρώπων της.

Η προσωποπαγής κουλτούρα, άλλωστε, δεν είναι μόνο προϊόν προπαγάνδας ή ιστορικής αδράνειας. Τροφοδοτείται και από την ίδια τη θεσμική μας συγκρότηση. Το Σύνταγμα συγκεντρώνει τεράστια ισχύ στον εκάστοτε πρωθυπουργό, ενώ η συγκρότηση του λεγόμενου «επιτελικού κράτους» ενίσχυσε περαιτέρω την εξάρτηση της λειτουργίας του κράτους από το πρόσωπο που ηγείται. Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, η αναπαραγωγή της ιδέας του «μοναδικού σωτήρα» μοιάζει σχεδόν φυσική. Όμως ακριβώς γι’ αυτό χρειάζεται ένας ειλικρινής δημόσιος διάλογος για την αναγκαία θεσμική μεταρρύθμιση, πώς θα περάσουμε από ένα μοντέλο συγκεντρωτισμού σε μια πιο ισορροπημένη, συλλογική και θεσμικά ανθεκτική διακυβέρνηση. Μια τέτοια αλλαγή δεν θα είναι απλώς τεχνική∙ θα αναδιαμορφώσει ριζικά το πολιτικό τοπίο της Ελλάδας, σπάζοντας την ψευδαίσθηση του «απαραίτητου ηγέτη».

Η σημερινή συγκυρία το καθιστά ακόμη πιο επίκαιρο. Σε μια εποχή γεωπολιτικών ανακατατάξεων, με τον πόλεμο στην Ουκρανία, την ένταση στην Ανατολική Μεσόγειο και την αβεβαιότητα στις διεθνείς συμμαχίες, η Ελλάδα δεν μπορεί να επενδύει σε έναν μόνο «ηγέτη» που θα την προστατεύσει ή θα τη σώσει. Χρειάζεται συλλογική στρατηγική, θεσμική συνέχεια και εθνική συνεννόηση, ώστε η χώρα να μπορεί να σταθεί σταθερά σε έναν κόσμο που αλλάζει.

Έτσι, η φωνή του Καβάφη παραμένει εξαιρετικά επίκαιρη. Όπως το Άργος μπορούσε να ζήσει χωρίς τους Ατρείδες, έτσι και η Ελλάδα μπορεί να υπάρξει χωρίς τον «Μεγάλο» που θα παρουσιαστεί ως σωτήρας. Η έμφαση στην προσωπικότητα αντί στη συλλογικότητα είναι απλώς μια ψευδαίσθηση. Η πραγματική δύναμη βρίσκεται στη συνέχεια, στους θεσμούς και στη διαρκή εναλλαγή προσώπων που ποτέ δεν είναι αναντικατάστατα.

Υστερόγραφο

Το ποίημα του Καβάφη «Όταν ο φύλαξ είδε το φως» συνδιαλέγεται με τον πρόλογο του Αγαμέμνονα του Αισχύλου, όπου ο φύλακας περιμένει χρόνια ολόκληρα το σημάδι της φωτιάς που θα σημάνει την πτώση της Τροίας. Ενώ στον Αισχύλο κυριαρχεί η αγωνία και η χαρά της λύτρωσης, ο Καβάφης δίνει μια ειρωνική, στοχαστική διάσταση, η πολυπόθητη στιγμή δεν φέρνει τη λύτρωση που φανταζόταν κανείς. Έτσι, το καβαφικό ποίημα γίνεται όχι μόνο λογοτεχνικό σχόλιο αλλά και πολιτικός στοχασμός αφού μας καλεί να απομακρυνθούμε από τον μεσσιανισμό και να εμπιστευτούμε τη συλλογική πορεία. Και αυτό το μάθημα, για την Ελλάδα του σήμερα, είναι ίσως πιο αναγκαίο από ποτέ.