Η Γαλλία στο σταυροδρόμι: Πολυδιάστατη κρίση και πολιτική ανασύνθεση

Των Ζαν Αλμπέρ Γκιντού -Γρηγόρη Γεροτζιάφα

 

Η αποσάθρωση αυτή είναι το αποτέλεσμα ενός νεοφιλελεύθερου σχεδίου της προεδρίας Μακρόν. Εμπνευσμένο από τον πολιτικό χώρο του «κέντρου», έθεσε συστηματικά στο στόχαστρο το κοινωνικό κράτος, που αποτέλεσε μεταπολεμικά έναν ιστορικό συμβιβασμό, που προωθήθηκε από μια ευρεία συμμαχία από τους γκωλικούς έως τους κομμουνιστές. Έπαιξε κεντρικό ρόλο στην αναδιανομή του πλούτου και στη διατήρηση της κοινωνικής συνοχής και κινητικότητας.

Σήμερα, η ύπαρξη αυτού του οικοδομήματος απειλείται όσο ποτέ. Η μεταρρύθμιση του συνταξιοδοτικού και το νέο σχέδιο προϋπολογισμού για το 2026 το αποδεικνύουν. Ο τελευταίος επιβάλλει σχεδόν 44 δισ. ευρώ περικοπών στις δημόσιες δαπάνες. Την ίδια στιγμή που τα δώρα της κυβέρνησης στο μεγάλο κεφάλαιο ύψους 21 δισ. ευρώ δημιούργησαν το 7 % του σημερινού δημόσιου χρέους.

Το κοινωνικό τοπίο χαρακτηρίζεται από μια αυξανόμενη συνειδητοποίηση τόσο στα λαϊκά, όσο και στα μεσαία στρώματα, που αποτυπώνεται σε πρόσφατες δημοσκοπήσεις:
α. Το 86 % των Γάλλων υποστηρίζει την καθιέρωση του «φόρου Ζούκμαν» (2 % σε κατόχους περιουσίας άνω των 100 εκατ. ευρώ). Το 89 % των εκλογέων της Δεξιάς και 92 % των υποστηρικτών του κόμματος του Μακρόν δηλώνουν υπέρ του φόρου αυτού.
β. Το 61 % των Γάλλων επιθυμεί τη διάλυση της Εθνοσυνέλευσης.

Ωστόσο, παρά τις ελπίδες που θα μπορούσε να γεννήσει μια τέτοια κατάσταση για μια προοδευτική και δημοκρατική διέξοδο, η πραγματικότητα παραμένει αμφίσημη.

Το λαϊκό κίνημα

Είναι ενθαρρυντική η επιτυχία της απεργίας και των συνδικαλιστικών κινητοποιήσεων της 18ης Σεπτεμβρίου, που συγκέντρωσαν σχεδόν ένα εκατομμύριο διαδηλωτές σε όλη τη χώρα, όπως και η επιτυχία του κινήματος «Τα μπλοκάρουμε όλα». Αυτό εκφράζεται με γενική και επαναλαμβανόμενη απεργία έως τη νίκη, όπως συνέβη στις μάχες κατά της συνταξιοδοτικής μεταρρύθμισης. Ωστόσο, η νεοφιλελεύθερη κυβέρνηση όχι μόνο δεν υποχώρησε, αλλά καταφεύγοντας σε υιοθέτηση της μεταρρύθμισης με προεδρικό διάταγμα, χωρίς κοινοβουλευτική πλειοψηφία, παραβίασε τις αρχές της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας.

Έκτοτε, το εργατικό και συνδικαλιστικό κίνημα παραμένει αποδυναμωμένο. Οι απεργίες, συχνά αυθόρμητες ή υποστηριζόμενες από συνδικάτα όπως η CGT και η Solidaires, δυσκολεύονται να επηρεάσουν την κυβερνητική πολιτική.

Ωστόσο, εμφανίζονται ενθαρρυντικά σημάδια: οι κινητοποιήσεις εντείνονται το φθινόπωρο του 2025 και η νεολαία –μαθητές και φοιτητές– είναι μαζικά παρούσα. Όταν ένα κοινωνικό κίνημα κατορθώνει να συνδυάσει εργαζόμενους και νεολαία, γίνεται εξαιρετικά δύσκολο για την εξουσία να το αντιμετωπίσει. Μένει να φανεί αν αυτή η δυναμική θα συνεχιστεί.

Το Νέο Λαϊκό Μέτωπο

Μπροστά στις πρόωρες βουλευτικές εκλογές του Ιουνίου 2024, η κινητοποίηση της λαϊκής βάσης της πολύχρωμης Αριστεράς επέβαλε τη συγκρότηση του Νέου Λαϊκού Μετώπου, το οποίο πέτυχε να ανακόψει την άνοδο της Ακροδεξιάς.

Ωστόσο, από τον Ιούνιο του 2024 το κοινωνικό κίνημα παρέμεινε αδύναμο. Η ευθύνη βαραίνει και την πολιτική Αριστερά, που, αν και ήρθε πρώτη, δεν μπόρεσε να δώσει μια διαρκή πολιτική μετάφραση στη νίκη της. Το Νέο Λαϊκό Μέτωπο δεν κατόρθωσε να διαμορφώσει ένα κοινό πρόγραμμα σε συμφωνία με τις ανάγκες των λαϊκών και μεσαίων στρωμάτων. Δεν αμφισβήτησε ούτε την καρδιά του νεοφιλελεύθερου σχεδίου: την απορρύθμιση των μηχανισμών προστασίας και την αποδυνάμωση των συλλογικών συμβάσεων.

Έτσι, παρά τη συγκυριακή νίκη, η γαλλική Αριστερά βρίσκεται σε αδιέξοδο. Υπονομευμένο από εσωτερικές διαιρέσεις, το Νέο Λαϊκό Μέτωπο δεν μετέτρεψε την εκλογική του επιτυχία σε συνεκτικό και επιθετικό σχέδιο. Η δράση περιορίστηκε σε κοινοβουλευτικές μονομαχίες και σε συμβολικές εκκλήσεις για την παραίτηση του Μακρόν. Η Ανυπότακτη Γαλλία συχνά προκρίνει το πολιτικό θέαμα εις βάρος της υπομονετικής οικοδόμησης συσχετισμών δύναμης, ενώ το Σοσιαλιστικό Κόμμα επιμένει στην αναζήτηση ενός ανύπαρκτου συμβιβασμού με το Κέντρο.

Αυτή η αδυναμία διατύπωσης ενός συγκεκριμένου προγράμματος για τα λαϊκά στρώματα αφήνει το κοινωνικό κίνημα ορφανό. Αν και η Αριστερά αναζωπύρωσε την ελπίδα της αλλαγής, βυθίζεται σε διαιρέσεις, στην αδυναμία χάραξης φιλόδοξης στρατηγικής και σε έναν ιδιότυπο κοινοβουλευτικό αναχωρητισμό.

Σήμερα διακρίνονται δύο τάσεις: από τη μία, το Σοσιαλιστικό Κόμμα επαναλαμβάνει τα λάθη του. Από την άλλη, η Ανυπότακτη Γαλλία επιδιώκει να ξεχωρίζει με κάθε κόστος. Το πρόγραμμά της, επί της ουσίας, ανήκει στην κλασική σοσιαλδημοκρατία –παρόμοιο με αυτό που πρότεινε ο ΣΥΡΙΖΑ το 2014 στην Ελλάδα– αλλά το ύφος της βασίζεται στη ρητορική ένταση.

Σήμερα, όποιο κι αν είναι το ζήτημα, φαίνεται η απάντηση να είναι μία: η παραίτηση του Μακρόν. Αυτό το αίτημα, ανέφικτο στην πράξη, λειτουργεί κυρίως ως μέσο προβολής του Μελανσόν ως βασικού αντιπάλου ενόψει των προεδρικών εκλογών του 2027. Όμως, αυτή η τακτική κινδυνεύει να απονομιμοποιήσει την Αριστερά: εάν συνεχίσει να προτάσσει το σύμβολο αντί του συγκεκριμένου, μπορεί να χάσει τον κεντρικό της ρόλο.

Κανονικοποίηση της Ακροδεξιάς, αυταρχική διολίσθηση του Κέντρου

Η απαξίωση του νεοφιλελευθερισμού του μακρονισμού, η αυταρχική διολίσθησή του και η κανονικοποίηση των ακροδεξιών ιδεών, διαμορφώνουν προς το παρόν το πολιτικό τοπίο. Η «αποδαιμονοποίηση» της Ακροδεξιάς έχει ολοκληρωθεί. Τώρα επιβάλλεται σαν αξιόπιστη εναλλακτική με την ευλογία μέρους των οικονομικών ελίτ.

Ο διορισμός του Σεμπαστιέν Λεκορνύ στη θέση του πρωθυπουργού ενσαρκώνει την εξέλιξη του μακρονισμού προς μια σκληρή και αυταρχική Δεξιά, ανεκτική απέναντι σε ακροδεξιές θέσεις, ιδίως για τη μετανάστευση, τη μεταχείριση των sans-papiers (χωρίς χαρτιά) και την ισλαμοφοβία.

Ο MEDEF (γαλλικός ΣΕΒ) και βιομήχανοι όπως ο Μπερνάρ Αρνό ή ο Βενσάν Μπολορέ, αντιτίθενται σθεναρά σε κάθε μορφή αναδιανομής. Η απλή αναφορά στον «φόρο Ζούκμαν» καταγγέλλεται ως «φρένο στην επένδυση», «δήμευση» ή «κομμουνιστικό μέτρο». Τα μέσα ενημέρωσης ενισχύουν αυτόν τον λόγο και νομιμοποιούν την Ακροδεξιά, ενώ παρουσιάζουν τον μακρονισμό σαν τη μόνη «λογική» εναλλακτική.

Αυτό που προετοιμάζεται είναι μια ιταλικού τύπου συμμαχία Δεξιάς και Ακροδεξιάς. Η οικονομική συνέχεια μεταξύ μακρονισμού, ριζοσπαστικοποιημένης Δεξιάς και Ακροδεξιάς είναι προφανής.

Επαναφορά του αγώνα στην εργασία και την αναδιανομή

Η καθοριστική μάχη διεξάγεται στο οικονομικό πεδίο: να μπει τέλος στη συγκέντρωση των κερδών και να αναδιανεμηθεί ο πλούτος. Η Αριστερά οφείλει να οργανώσει τη δράση της γύρω από μερικούς συγκεκριμένους και συσπειρωτικούς άξονες:

  1. Μισθός και δικαίωμα στην εργασία: διασφάλιση αξιοπρεπούς εισοδήματος και ασφάλειας απασχόλησης, συλλογικές συμβάσεις εργασίας.
  2. Υπεράσπιση των συνδικαλιστικών ελευθεριών και της δημοκρατίας: αντίσταση στην αυταρχική διολίσθηση του κράτους.
  3. Ενίσχυση επέκταση και δημοκρατικός εκσυγχρονισμός του κοινωνικού κράτους
  4. Κρατικοποίηση των δημόσιων αγαθών: νερό, ενέργεια, τηλεπικοινωνίες, μεταφορές, υγεία, παιδεία κ.ά.

Το παράδειγμα της Ισπανίας, όπου μια κυβέρνηση συνασπισμού εφάρμοσε μια τολμηρή πολιτική αύξησης μισθών, μείωσης του χρόνου εργασίας και προστασίας των επισφαλώς εργαζομένων, αποδεικνύει ότι μια εναλλακτική είναι εφικτή και μπορεί να γεννήσει ανάπτυξη και κοινωνική δικαιοσύνη.

Η Γαλλία βρίσκεται σε ιστορικό σταυροδρόμι. Η συνέχιση του νεοφιλελεύθερου μοντέλου και η συμμαχία κεντρώων και παραδοσιακής Δεξιάς με τη φασίζουσα Ακροδεξιά οδηγεί σε δημοκρατικό αδιέξοδο και κοινωνική αποσύνθεση. Η μόνη εναλλακτική είναι ένα αριστερό σχέδιο που θέτει στο επίκεντρο την εργασία, την ισότητα και το κοινωνικό κράτος. Αυτό προϋποθέτει τη μετατροπή των κοινωνικών κινητοποιήσεων σε ένα δομημένο πολιτικό σχέδιο, ικανό να ενώσει εργαζόμενους και νεολαία γύρω από ένα πρόγραμμα ρήξης με τη λιτότητα και τον ρατσισμό.

Ζαν Αλμπέρ Γκιντού,

γραμματέας της τοπικής ένωσης CGT του Μπομπινί

Γρηγόρης Γεροτζιάφας,

έλληνας και γάλλος πολίτης

ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΠΟΧΗ

Φωτογραφία: Marishalaugh / Pexels