
Του Κώστα Παπαθεοδώρου
Βουλιάζω στον καναπέ μου σαν ύστερος Ρωμαίος σε λουτρό ατμών. Μπροστά μου η οθόνη- μικρός, ιδιωτικός Παρθενώνας της εποχής του πυριτίου-κι εγώ, ιερέας της λατρείας του τηλεκοντρόλ, αναμένω το νυχτερινό μου επεισόδιο: πόλεμος σε απευθείας μετάδοση.
Πλάι μου πατατάκια, ποπ κορν, μπύρες που ιδρώνουν σαν μικροί στρατιώτες πριν την έφοδο. Και οι πίτσες απλωμένες σαν γεωπολιτικοί χάρτες, κομμένοι σε ίσα τρίγωνα, όπως οι ζώνες επιρροής.
Κι όταν αρχίζει το θέαμα, ω, τι θρίαμβος! Πύραυλοι που διαγράφουν καμπύλες τροχιές με χάρη δελφινιού, χειρουργικά πλήγματα- λέξη καθαγιασμένη- σαν να επρόκειτο για λεπτή επέμβαση σε μηχανή αυτοκινήτου, κι όχι για ρήξη οστών και παιδικών θώρακων.
Μα να σου και οι διαφημίσεις! Οι Ερινύες της κατανάλωσης, εισβάλλουν στο αίμα της μετάδοσης: πλατφόρμες αγορών, μέσα κοινωνικής δικτύωσης, εταιρείες ενέργειας που υπόσχονται φως μέσα στο σκοτάδι. Τράπεζες που χαμογελούν με δόντια αστραφτερά, όπως λευκασμένες είναι και οι συνειδήσεις.
Κάθε λίγο η ροή διακόπτεται. Και συλλογίζομαι: μήπως ο πόλεμος είναι απλώς το περιεχόμενο ανάμεσα σε δύο εμπορικά διαλείμματα;
Μήπως οι εποχές των συγκρούσεων επιλέγονται με γνώμονα τα διαφημιστικά πακέτα; Η άνοιξη του 2003, τότε που οι Ηνωμένες Πολιτείες εισέβαλαν στο Ιράκ, δεν ήταν και τηλεοπτικά ιδανική;
Φως άπλετο, καθαρός ουρανός, εκρήξεις σε υψηλή ανάλυση. Τώρα πάλι, άλλη μια εποχή αναβράζει σα depon στο ποτήρι.
Και το ρεπορτάζ τηλεοπτικού σταθμού, με τόνο σχεδόν τουριστικό, μιλά για το Ιράν «τότε», επί των ημερών του Μοχάμεντ Ρεζά Παχλαβί.
Τι ωραίες γυναίκες! Τι κοσμοπολίτικα φορέματα! Τι καμπαρέ και πανεπιστήμια! Λες και η ιστορία είναι άλμπουμ μόδας, και οι επαναστάσεις απλώς κακοφωτισμένες φωτογραφίες.
Ξεχνούν να αναφέρουν – ή το ψιθυρίζουν στα φευγαλέα souper- πως ο λαός εκείνος εξεγέρθηκε, πως το 1979 έδιωξε τον μονάρχη, μέσα από φλόγες και αίμα.
Κι έτσι γεννήθηκε άλλη εποχή, με άλλες σκιές και διαφορετικές δεσμεύσεις. Τώρα ο εξόριστος υιός,
ο Ρεζά Παχλαβί, από τη σκληρή προσφυγιά στο Μαϊάμι, επιθυμεί επιστροφή.
Η Ιστορία ως ριάλιτι επανένωσης. Ψήφος με SMS για την αποκατάσταση θρόνου.
Αλλά τι με νοιάζουν όλα αυτά; Εγώ πάντως γουστάρω να βλέπω πόλεμο!
Να θαυμάζω τα «έξυπνα» όπλα, σαν να πρόκειται για απίθανα μοντέλα κινητών.
Πύραυλοι που στρίβουν, πιο γρήγορα από ανθρώπινη σκέψη, και βρίσκουν στόχο με «μαθητική» ευλάβεια.
Μόνο που καμιά φορά ο στόχος είναι σχολείο. Το δημοτικό “Shajareh Tayyebeh”. Όνομα σχεδόν ποιητικό. Κι όμως, μέσα σε δευτερόλεπτα, η ποίηση έγινε στάχτη. Πάνω από 160 κορίτσια, ηλικίας επτά έως δώδεκα ετών, εξαϋλώθηκαν από αεροπορικό χτύπημα. Δεκάδες άλλα τραυματίστηκαν.
Οι μανάδες τους έσκυψαν στη γη και το χώμα δεν απάντησε.
Μα εγώ, από τον καναπέ μου, αναρωτιέμαι αφελώς: πονάει άραγε το ίδιο η μάνα στο Ιράν με την μάνα στην Αμερική;
Ή μήπως ο πόνος έχει γεωπολιτική βαρύτητα; Μετριέται σε δολάρια, σε βαρέλια πετρελαίου, σε ποσοστά τηλεθέασης;
Οι σχολιαστές μιλούν για «παράπλευρες απώλειες». Τι κομψή φράση! Σαν να πρόκειται για γρατζουνιά σε αμάξωμα κι όχι για παιδικό σώμα. Η γλώσσα, αυτό το ιερό όργανο του ανθρώπου, έγινε αποσμητικό της φρίκης.
Κι εγώ συνεχίζω να τρώω ποπ κορν. Έχω όμως κι άλλη αγωνία: μην τελειώσουν τα πυρομαχικά.
Ακούω ότι τα αποθέματα λιγοστεύουν. Ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες έδωσαν όπλα στην Ουκρανία,
ότι ξόδεψαν σε προηγούμενες συγκρούσεις, ότι ο «πολιτισμένος κόσμος» δεν έχει άπειρες αποθήκες.
Μα πώς; Δεν είναι ανεξάντλητη η βιομηχανία του θανάτου; Δεν λειτουργεί όπως οι σειρές streaming, με ατελείωτες σεζόν;
Κι αν μια μέρα η οθόνη μου μείνει χωρίς εκρήξεις; Αν η άνοιξη έρθει χωρίς βομβαρδισμούς;
Τι θα απογίνει η πλήξη μου;
Σκέφτομαι μήπως οι πόλεμοι προγραμματίζονται με βάση τις διαφημιστικές καμπάνιες.
Χειμώνας για το δράμα, άνοιξη για την επίθεση, καλοκαίρι για την ανασυγκρότηση.
Ένα ετήσιο πρόγραμμα, σαν φεστιβάλ…
Κι όμως. Κάπου μακριά από τον καναπέ μου, ο πόλεμος δεν είναι θέαμα. Δεν έχει μουσική υπόκρουση, ούτε σχολιαστή με καθαρή άρθρωση.
Έχει χώμα στα δόντια, έχει κραυγές που δεν μεταδίδονται, έχει σιωπές που δεν χωρούν σε διαφημιστικό slot.
Η τεχνολογία μας έδωσε μάτια παντού, μα μας στέρησε την αφή. Βλέπουμε τα πάντα, δεν αγγίζουμε τίποτα.
Κι έτσι νομίζουμε πως ό,τι δεν ψαύουμε δεν μας αφορά. Στο μεταξύ, οι εταιρείες ενέργειας μετρούν τα κέρδη.
Οι τράπεζες χρηματοδοτούν. Οι πλατφόρμες πολλαπλασιάζουν τα κλικ. Ο πόλεμος γίνεται οικονομικό οικοσύστημα. Ένα δάσος από συμφέροντα, όπου κάθε δέντρο τρέφεται από το αίμα της σύγκρουσης.
Κι εγώ; Εγώ απλώς θεατής. Μα ίσως – λέω ίσως- η μεγαλύτερη τραγωδία να μην είναι οι πύραυλοι που πέφτουν.
Ίσως να είναι η συνήθεια. Η εξοικείωση. Το ότι μπορώ να αλλάξω κανάλι και να περάσω από την έκρηξη σε διαγωνισμό μαγειρικής χωρίς να χολιάσει η ψυχή μου.
Ο ποιητής θα έπρεπε να φωνάξει. Να σκίσει το πέπλο της εικόνας. Να υπενθυμίσει ότι κάθε «χειρουργικό πλήγμα» είναι ρήξη σάρκας, ότι κάθε «στόχος υψηλής αξίας» μπορεί να είναι αίθουσα με παιδικές ζωγραφιές.
Μα ο ποιητής πνίγεται στον αλγόριθμο του ευδαιμονισμού του. Και ίσως, τελικά, ο αληθινός πόλεμος δεν διεξάγεται στα πεδία των μαχών, μήτε στους ουρανούς με τα βλήματα που στρίβουν σαν ακροβάτες.
Γίνεται εντός μας. Στο διπολισμό μας να συγκινούμαστε ή να μένουμε απαθείς.
Αν κάποτε κλείσω την οθόνη και μείνω στο σκοτάδι, ίσως ακούσω καθαρότερα τις φωνές εκείνων που δεν πρόλαβαν να μεγαλώσουν.
Κι ίσως τότε το ποπ κορν να έχει γεύση στάχτης.

