Ταμπού

Του Ιωάννη Δαμίγου

Μια σιωπή, μια δειλή αποφυγή ενός πρωταρχικού και μεγάλου εθνικού, δυστυχώς προβλήματος, που όσο αποφεύγουμε να αντιμετωπίσουμε, μεταξύ πολλών άλλων, τόσο αυτό κλιμακώνεται και λαμβάνει διαστάσεις, δύσκολα αναστρέψιμες. Για άλλη μια φορά καταπιάνομαι με το πολύ σοβαρό θέμα, ενώ δεν είμαι ο καθ’ ύλην αρμόδιος επ’ αυτού, αυτό των ψυχικών νοσημάτων των νέων, κυρίως.

  Με αφορμή τις καταγγελίες της καθηγήτριας για τα όσα βίωνε μέσα σε σχολική αίθουσα στη Θεσσαλονίκη, που πέθανε το περασμένο Σάββατο (7/3), έπειτα από αιμορραγικό εγκεφαλικό επεισόδιο, ας κοιτάξουμε κάποια άκρως ανησυχητικά στοιχεία: Περίπου το 10% των παιδιών και εφήβων σχολικής ηλικίας παρουσιάζει κάποια διαγνωσμένη ψυχική διαταραχή. Στην πράξη, αυτό σημαίνει ότι σε μια τυπική τάξη των 30 μαθητών, κατά μέσο όρο τρία παιδιά αντιμετωπίζουν προβλήματα ψυχικής υγείας. Όταν προσθέσετε και αυτά τα παιδιά μαθητές, που ως επιρρεπή ακολουθούν στην ανισόρροπη ψυχική συμπεριφορά προβληματικών, εύκολα κανείς αντιλαμβάνεται το πρόβλημα, τις συνθήκες, που αντιμετωπίζει ένας καθηγητής, πόσο μάλλον μια καθηγήτρια που πιθανό και ανθρώπινο είναι, να μην έχει το σθένος να επιβληθεί σε ανεξέλεγκτες καταστάσεις.

Η έναρξη συμπτωμάτων, στο 75% των ψυχικών ασθενειών εκδηλώνεται πριν από την ηλικία των 18 ετών, ενώ το 50% αυτών έχει τις ρίζες του ήδη πριν από τα 15 έτη. Οι διατροφικές διαταραχές στην Ελλάδα, υπολογίζεται πως το 13% του πληθυσμού (με έμφαση στις νεαρές ηλικίες) εμφανίζει συμπτώματα νευρογενούς ανορεξίας ή βουλιμίας. Μετά την περίοδο της COVID-19, παρατηρήθηκε σημαντική αύξηση στα ποσοστά άγχους, θλίψης και διάσπασης προσοχής στους μαθητές, ιδιαίτερα σε εκείνους από χαμηλότερα κοινωνικοοικονομικά στρώματα. 

Η έγκαιρη παρέμβαση στο σχολικό περιβάλλον, που  θεωρείται κρίσιμη, στο εκπαιδευτικό μας σύστημα είναι παντελώς ανύπαρκτη, καθώς η ανάπτυξη θετικών σχέσεων με τους εκπαιδευτικούς μπορεί να περιορίσει σημαντικά τον επιπολασμό αυτών των διαταραχών. Αν τώρα πάμε να κοιτάξουμε τα στοιχεία και τα νούμερα των ενηλίκων,  η κατάσταση  διαμορφώνεται ως εξής:

 Στην Ελλάδα, υπολογίζεται ότι περίπου 1 στους 4 πολίτες (25% του πληθυσμού), θα αντιμετωπίσει κάποιο πρόβλημα ψυχικής υγείας κατά τη διάρκεια της ζωής του. Σχεδόν ένας στους τέσσερις Έλληνες ζει ήδη με κάποια ψυχική διαταραχή. Η Ελλάδα κατέχει τη 2η θέση παγκοσμίως σε ποσοστά κατάθλιψης. Σύμφωνα με έρευνα της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής (ΕΛΣΤΑΤ), το 4,7% των ενηλίκων δήλωσε ότι βιώνει κατάθλιψη, με τις γυναίκες να εμφανίζουν υψηλότερα ποσοστά. Περίπου 4 στους 10 εργαζόμενους αναφέρουν αισθήματα μελαγχολίας, ενώ το 35% δηλώνει ότι αισθάνεται μοναξιά.

Εν κατακλείδι περίπου 2,5 εκατομμύρια άτομα στη χώρα μας έχουν κάποιο πρόβλημα ψυχικής υγείας, σύμφωνα με στοιχεία του υπουργείου Υγείας. Συγκεκριμένα οι πολίτες αντιμετωπίζουν: Το 15% αγχώδεις διαταραχές. Το 7% εξάρτηση από αλκοόλ και άλλες ουσίες. Το 6% βαριά κατάθλιψη. Το 3% παιδοψυχιατρικές καταστάσεις. Περίπου 1% με 2% διπολική διαταραχή. Το 1% σχιζοφρένεια και ψυχώσεις. Το 1% ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή.  Το 1% άνοια. Το 5% με 10% άλλες ψυχικές διαταραχές. Κι όμως, κανείς και από όποια επιστημονική ομάδα, δεν θέτει ευθέως αυτή την εθνική νοσηρότητα ως θέμα. Είναι ταμπού και ως τέτοιο, δεν το συζητάμε. Δεν βολεύει, προφανώς κι έτσι το πρόβλημα μοιραία επιδεινώνεται.

  Με αυτή την κρατική αδιαφορία, με αυτή την κοινωνία η οποία αδιαφορεί για τις ευθύνες του κράτους, και τέλος με την “ευημερία” αυτών των στοιχείων, ίσως χαρακτηριστούμε και τυχεροί ή επιτήδειοι, που ακόμα υπάρχουμε και συζούμε. Υπάρχουμε και συζούμε, επικινδύνως. Χωρίς μια προοπτική, πέρα αυτής του τυχαίου και της σύμπτωσης. Με το τραγικό, να παραμονεύει πίσω από την καθημερινότητα. Η επιβίωση, που απέχει παρασάγγας από την ζωή, χαρτοπαίζει με ρίσκο, πρωί, μεσημέρι, βράδυ, όλα για όλα. Ακολουθώντας με εμμονή στο ίδιο μοτίβο, συνηθίζοντας και αυτή την ίδια την παράνοια.