
Toυ Μάνου Λαμπράκη
Στη σχετική συζήτηση για το άρθρο 51, έχει καταγραφεί ότι η Πολιτική Άνοιξη είχε εισηγηθεί τον καθορισμό του αριθμού των βουλευτών στους διακόσιους, με το σκεπτικό ότι οι τριακόσιοι είναι υπερβολικοί για τα πληθυσμιακά δεδομένα της χώρας. Άρα, όταν το θέμα επανέρχεται, επανέρχεται πάνω σε ήδη διατυπωμένη θεσμική στιγμή και όχι ως πυροτέχνημα τηλεοπτικής ανάγκης. Αυτό πρέπει να λέγεται καθαρά, γιατί η πολιτική ανάγνωση δεν χαρίζεται, αλλά ούτε και παραχαράσσει.
Από εκεί και πέρα όμως, το ουσιώδες θέμα μας δεν είναι η ορθότητα αυτής της υπενθύμισης, αλλά το πώς πρέπει να ερμηνεύσουμε σήμερα το πρωινό διάγγελμα του Κυριάκου Μητσοτάκη για τον ΟΠΕΚΕΠΕ. Και εδώ τα πράγματα είναι πιο σύνθετα και λιγότερο αθώα απ’ όσο θέλει να δείξει η σκηνοθεσία της πρωθυπουργικής εκφοράς.
Το βασικό νόημα του μηνύματος δεν ήταν απλώς ότι «ας μιλήσει η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία». Το βαθύτερο νόημα ήταν ότι η κυβέρνηση επιχειρεί να μετακινήσει το κέντρο βάρους από την ίδια την πολιτική της έκθεση προς ένα πεδίο επιταχυμένης θεσμικής διαχείρισης, σαν να λέει: το ζήτημα βρίσκεται ήδη έξω από εμάς, σε μια διαδικασία που τρέχει, σε έναν εξωτερικό μηχανισμό κρίσης, σε μια έρευνα που θα αποφανθεί.
Με αυτόν τον τρόπο, το διάγγελμα θέλησε να εμφανιστεί ως πρωτοβουλία διαφάνειας, ενώ στην πραγματικότητα λειτουργεί και ως μηχανισμός προληπτικής αποφόρτισης μιας πίεσης που έχει ήδη εγκατασταθεί στο εσωτερικό του πολιτικού σώματος της ΝΔ.
Αυτό που καθιστά τη σημερινή πρωθυπουργική παρέμβαση ιδιαίτερα αποκαλυπτική είναι πως αναφέρεται σε μια υπόθεση που αφορά το 2021. Αυτή η χρονολογία είναι το πραγματικό υπόγειο κέντρο του προβλήματος.
Όταν η πρώτη μεγάλη ταραχή αφορά ήδη παλαιότερο χρόνο, όταν ό,τι έρχεται προς τα έξω ανήκει σε περιοχές που έχουν ήδη κατακαθίσει μέσα στους μηχανισμούς του κράτους, τότε κανείς δεν δικαιούται να συμπεριφέρεται σαν να έχουμε μπροστά μας ένα απομονωμένο επεισόδιο.
Το ακριβές ερώτημα είναι άλλο: αν αυτά είναι όσα βλέπουμε από το 2021, τι θα συμβεί όταν ανοιχθούν και άλλοι φάκελοι, όταν διαβαστούν και άλλες αλληλουχίες εγκρίσεων, άλλες διασταυρώσεις στοιχείων, άλλες τεχνικές καταγραφές, άλλες διαδρομές ωφελημάτων και εξυπηρετήσεων;
Εκεί ακριβώς σταματά η άνεση του αφηγήματος και αρχίζει η πραγματική αγωνία της εξουσίας.
Το Μέγαρο Μαξίμου διαισθάνεται ήδη τη διάρκεια της φθοράς. Όσο περισσότερο ο πρωθυπουργός επιμένει να τοποθετεί τον εαυτό του στη θέση εκείνου που «πρώτος ζητά να ξεκαθαρίσει η υπόθεση», τόσο περισσότερο γίνεται αισθητό ότι η επιδίωξή του είναι να ορίσει από τώρα τα όρια της ζημίας, πριν η ζημία αποκτήσει νέο υλικό, νέα πρόσωπα, νέα τεκμήρια.
Η γλώσσα της επιτάχυνσης, η επίκληση της γρήγορης αποσαφήνισης, ακόμη και η προσπάθεια να ενταχθεί η όλη κρίση σε ένα σχήμα πάλης με τις χρόνιες παθογένειες, δείχνουν λιγότερο αυτοπεποίθηση και περισσότερο σπουδή να συγκρατηθεί η πολιτική διάχυση μιας υπόθεσης που απειλεί να πάψει να είναι διαχειρίσιμη. Με άλλα λόγια, δεν ακούσαμε σήμερα ένα μήνυμα θριάμβου της θεσμικότητας. Ακούσαμε ένα μήνυμα που πασχίζει να προλάβει το βάρος των επόμενων αποκαλύψεων.
Ο Μητσοτάκης επιχειρεί, μέσα από μια μερικώς ορθή θεσμική γλώσσα, να οριοθετήσει μια κρίση της οποίας ακόμη αγνοούμε την πλήρη έκταση. Και ίσως αυτή να είναι η πιο αυστηρή ερμηνεία του πρωινού του μηνύματος: όχι ότι ανοίγει μια περίοδο κάθαρσης, αλλά ότι προετοιμάζει από τώρα το έδαφος για να επιβιώσει πολιτικά από όσα μπορεί να ακολουθήσουν όταν πάψουν να μιλούν οι διατυπώσεις και αρχίσουν να μιλούν τα ίδια τα στοιχεία.
Υ.Γ. Η σημερινή παραβολή των δέκα παρθένων φωτίζει υπόγεια και αυτό το πρωινό μήνυμα. Το κρίσιμο δεν είναι ποιος εμφανίζεται με αναμμένη λαμπάδα θεσμικότητας, ποιος προφέρει εγκαίρως τη λέξη «κάθαρση», ποιος σπεύδει να προϋπαντήσει τα γεγονότα με γλώσσα ευπρέπειας.
Το κρίσιμο είναι αν υπάρχει έλαιο. Αν υπάρχει δηλαδή εσωτερικό απόθεμα αλήθειας, πραγματικής λογοδοσίας, ουσίας. Γιατί έρχεται μια στιγμή όπου δεν δοκιμάζεται η σκηνοθεσία της ετοιμότητας, αλλά η ύλη της. Και τότε αποκαλύπτεται αν η εξουσία αγρυπνούσε πράγματι ή αν απλώς διαχειριζόταν το σκοτάδι μέχρι να ακουστεί η κραυγή.
Aπό το FB
