
Γράφει ο Χριστόφορος Βερναρδάκης
Το «Μανιφέστο για τη Συμπαράταξη της Σοσιαλδημοκρατίας, της Ριζοσπαστικής Αριστεράς και της Πολιτικής Οικολογίας» που ανακοίνωσε το Ινστιτούτο Τσίπρα είναι άξιο κριτικού σχολιασμού για δύο λόγους:
– Ο πρώτος λόγος είναι ότι αποτελεί προάγγελο ενός νέου πολιτικού κόμματος που δημιουργεί προσδοκία σε ένα μέρος των λαϊκών τάξεων, σε μια περίοδο που αυτές αναζητούν εναλλακτική κυβερνητική λύση απέναντι στην Δεξιά. Αυτή ακριβώς η προσδοκία επιβάλλει το νέο εγχείρημα να μην αντιμετωπίζεται αφ’ υψηλού, αλλά με επιχειρήματα και δομημένη κριτική.
– Ο δεύτερος λόγος είναι ότι από το κείμενο αναδύεται μια κεντρική ιδέα για την πολιτική αντιπροσώπευση, μια «μεθοδολογία» συγκρότησης πολιτικού κόμματος που αντιστρατεύεται την έννοια του «κόμματος» ως μορφής πολιτικής αντιπροσώπευσης των λαϊκών τάξεων.
Έχω διατυπώσει ήδη σε ένα πρώτο μου σχόλιο στο facebook τρία πράγματα για το εν λόγω «μανιφέστο»:
α)ότι το κείμενο δεν αποτελεί σύνθεση των τριών ιστορικών ρευμάτων του 20ου αιώνα (σοσιαλδημοκρατία, ριζοσπαστική αριστερά, πολιτική οικολογία) όπως διατείνεται, αλλά μια εκλεκτικιστική επιλογή των πιο μετριοπαθών στοιχείων τους,
β)ότι δεν αποτελεί σύνθεση του παλαιού διλήμματος «μεταρρύθμιση ή επανάσταση» αλλά αναπαραγωγή των πιο συντηρητικών εκδοχών μόνον του πρώτου σκέλους και,
γ)ότι ενώ αναφέρεται ορθότατα στα δημόσια αγαθά αποφεύγει συστηματικά να τοποθετηθεί στο κεντρικό ζήτημα της σημερινής εποχής και το οποίο αφορά στο ερώτημα της ιδιοκτησίας, της κυριότητας και της ανάκτησης δημόσιας εξουσίας πάνω σε στρατηγικούς τομείς της οικονομίας και της παραγωγής.
Με το κείμενο αυτό επεκτείνω τις παραπάνω παρατηρήσεις και θα είχε ενδιαφέρον η επιστημονική ομάδα συγγραφής ή και το ίδιο το Ινστιτούτο να δώσουν τη δική τους απάντηση σε αυτές.
Ας πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά:
1. Τι είναι και τι δεν είναι ένα Μανιφέστο;
Φέρει κάποιο ειδικό βάρος η χρήση του όρου, ή εντάσσεται στην τετριμμένη προχειρότητα της εποχής;
Ένα μανιφέστο δεν είναι περίγραμμα πολιτικών ιδεών. Είναι η δημόσια εκδήλωση (manifester) ενός κοινωνικού υποκειμένου που αναζητά πολιτική μορφή.
Το «Κομμουνιστικό Μανιφέστο», για να χρησιμοποιήσουμε το πιο κλασικό παράδειγμα μανιφέστου της ιστορίας, δεν υπήρξε προϊόν αφηρημένης θεωρητικής έμπνευσης, αλλά οργανικό αποτέλεσμα των κοινωνικών, πολιτικών και διεθνών ζυμώσεων της εποχής του. Ήταν η συμπύκνωση ενός υπαρκτού κινήματος, ένας σταθμός στη διαδικασία συγκρότησης μιας κοινωνικής τάξης.
Όλα, επίσης, τα μεγάλα μανιφέστα της ιστορίας υπήρξαν πράξεις πολιτικής συγκρότησης ενός κοινωνικού υποκειμένου.
Από το Τι είναι η Τρίτη Τάξη; του Sieyès μέχρι το Declaration of Sentiments του Seneca Falls, το Port Huron Statement της Νέας Αριστεράς ή το πρόγραμμα των Μαύρων Πανθήρων, η μανιφεστική μορφή είχε πάντοτε μια κοινή βάση: κατονόμαζε ένα κοινωνικό υποκείμενο, όριζε έναν αντίπαλο, συμπύκνωνε μια ιστορική εμπειρία και άνοιγε έναν ορίζοντα ιδεολογικής και πολιτικής σύγκρουσης.
Αντιθέτως, το συγκεκριμένο «μανιφέστο» του Ινστιτούτου Τσίπρα είναι ένα ανιαρό κείμενο πολιτικής εκλογίκευσης εκ των άνω: δεν αναδύεται από ένα αναγνωρίσιμο κοινωνικό μπλοκ, αλλά αναζητεί εκ των υστέρων το ακροατήριο που θα μπορούσε να το νομιμοποιήσει.
Το «μανιφέστο» δεν ορίζει απέναντι σε ποια δομή εξουσίας συγκροτείται και ποια υλική αναδιάταξη της πολιτικής εξουσίας επιδιώκει.
Λειτουργεί ως κείμενο πολιτικής αυτοδικαιολόγησης παρά ως πράξη ιστορικής συγκρότησης.
Θα μπορούσε, επομένως, αντί του βαρύγδουπου όρου «Μανιφέστο» να συστηθεί σεμνότερα ως «πλαίσιο αρχών» ή ως «διακήρυξη ιδεών».
2. Τι είδους κείμενο είναι αυτό που δημοσιοποιήθηκε;
Ένα Μανιφέστο, επίσης, δεν γράφεται από ομάδα διανοουμένων ή ειδικών, όσο αξιόλογοι και αν είναι αυτοί. Ούτε προτείνεται ως τέτοιο στην κοινωνία προς αποδοχή.
Ένα πραγματικό Μανιφέστο αρθρώνεται μέσα σε κοινωνικές ζυμώσεις. Δοκιμάζεται, αμφισβητείται, διορθώνεται, επανεγγράφεται από συλλογικότητες, κινήματα, κοινωνικές δυνάμεις, πολιτικές ομάδες, συνδικάτα και ενεργούς πολίτες.
Αντίθετα, εδώ φαίνεται να υπάρχει αντίστροφη φορά. Πρώτα διαμορφώνεται ένα οιονεί πολιτικό σχήμα και μια υποκειμενική «θεωρία» πολιτικής ανασύνθεσης και μετά αναζητείται το περίβλημα που να την δικαιολογεί. Αυτή η αντιστροφή έχει ιδιαίτερη σημασία γιατί συνδέεται με τον πυρήνα της έννοιας της πολιτικής αντιπροσώπευσης: το συγκεκριμένο «μανιφέστο» δεν αναδύεται από κοινωνικές δυνάμεις που ζητούν πολιτική έκφραση, αλλά αντίστροφα, από ομάδα πολιτικών στελεχών που αναζητά κοινωνικό ακροατήριο και νομιμοποίηση.
Με όρους κλασικής πολιτικής επιστήμης, έχουμε την ανάδυση ενός cartel party, ενός κόμματος, δηλαδή, εξυπαρχής εγγεγραμμένο στο εσωτερικό του συστήματος διακυβέρνησης, και ουδόλως μιας μορφής κοινωνικής αντιπροσώπευσης «από τα κάτω».
3. Ποιο είναι το κοινωνικό υποκείμενο που υποτίθεται ότι αναδύεται από το κείμενο;
Το ερώτημα αυτό είναι ίσως το κρισιμότερο.
Το κείμενο μιλά ορθότατα για κοινωνικό κράτος, ανισότητες, οικολογία, δικαιώματα, δημοκρατία. Όμως δεν κατονομάζει ποιο είναι εκείνο το κοινωνικό μπλοκ που μπορεί να τα υποστηρίξει σε συνεκτικό προγραμματικό σχέδιο.
– Ποιες κοινωνικές δυνάμεις καλούνται να τα υιοθετήσουν, να τα διευρύνουν, να συγκρουστούν γι’ αυτά;
– Πού και πώς συγκροτείται σήμερα η μισθωτή εργασία, τα επισφαλή κοινωνικά στρώματα, η νέα εργατική τάξη των υπηρεσιών και των πλατφορμών;
– Πώς και με ποιες διεργασίες μπορούν να συγκροτηθούν ως κοινωνικά υποκείμενα οι αποκλεισμένοι της στέγης, της ενέργειας, της υγείας, ο πληθυσμός της αναπηρίας, τα νέα γυναικεία κινήματα;
– Τι συμβαίνει με τα κατώτερα μεσαία στρώματα που συμπιέζονται από χρέη, ακρίβεια και φορολογία;
– Τι γίνεται με τους αγρότες και τις αγροτικές διαστρωματώσεις;
– Τι συμβαίνει με τους μικρούς επαγγελματίες και το μικρό – μεσαίο εμπόριο που πνίγονται από τις διαδικασίες της καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης και της συγκεντροποίησης του κεφαλαίου;
Οι έννοιες της κοινωνικής τάξης και της ιδεολογικής – προγραμματικής συγκρότησης μιας κοινωνικής συμμαχίας είναι απούσες από το κείμενο.
Όπως απόντα είναι και όλα τα νέα κοινωνικά υποκείμενα που πρέπει να αποτελούν βασικές συνιστώσες του κοινωνικού μπλοκ των υποτελών τάξεων.
Η πλήρης απουσία του κόσμου της αναπηρίας από το «μανιφέστο» είναι πολύ χαρακτηριστική και, ταυτόχρονα, εντυπωσιακή αν σκεφτεί κανείς ότι ήταν η Κυβέρνηση Τσίπρα που εισήγαγε πολιτικές και νομοθεσίες περί του «κοινωνικού» μοντέλου της αναπηρίας.
– Ποιός ελέγχει τη ζωή των ανάπηρων ανθρώπων;
– Ποιος αποφασίζει πού θα ζήσουν, αν θα ζήσουν σε ίδρυμα ή σε κοινότητα, με ποιους όρους θα κινηθούν, αν και πώς θα εργαστούν;
Η αποϊδρυματοποίηση, η ανεξάρτητη διαβίωση, η προσωπική υποστήριξη δεν είναι μια απλή «κοινωνική πολιτική». Είναι πολιτική οικονομία. Είναι ζήτημα ιδιοκτησίας και κατανομής εξουσίας πάνω στον χρόνο, στον χώρο και στο ίδιο το σώμα. Τα ανάπηρα άτομα που βιώνουν αποκλεισμό από την αγορά εργασίας δεν είναι απλώς «ευάλωτοι». Είναι το σημείο όπου αποκαλύπτεται τι θεωρείται κανονικό, παραγωγικό, αποδεκτό.
Αντίστοιχα αποκαλυπτική είναι η απουσία των νέων γυναικείων και φεμινιστικών υποκειμένων. Το MeToo, η έμφυλη βία, οι γυναικοκτονίες, η επισφάλεια, η απλήρωτη εργασία φροντίδας, η διεκδίκηση πάνω στο σώμα, τον χρόνο και την πρόσβαση στην εξουσία δεν αποτελούν απλώς αναφορές σε δικαιώματα.
Αποτελούν πεδία όπου τέμνονται η πολιτική οικονομία, η πατριαρχία, η αγορά εργασίας και το κράτος. Ένα «μανιφέστο» που δεν τα εντάσσει στον πυρήνα της κοινωνικής χαρτογράφησης εμφανίζει ένα τεράστιο έλλειμμα.
Επομένως, χωρίς μια κοπιώδη προσπάθεια προσέγγισης της μορφολογίας των υποτελών τάξεων και των νέων υποκειμένων, η παράθεση εξαγγελιών για κοινωνικό κράτος, δημοκρατία, ανισότητες, οδηγεί σε ανυπόφορη κοινοτοπία.
Το κείμενο του «μανιφέστου» ακολουθεί, δυστυχώς, την πεπατημένη της αποτυχίας των σύγχρονων «προοδευτικών» εγχειρημάτων: μιλούν αόριστα για γενικές αξίες και ελάχιστα έως καθόλου για κοινωνικές συμμαχίες.
Κι’ όμως, ακριβώς το αντίθετο επιχειρείται στις ΗΠΑ από τον Μπέρνι Σάντερς και το κίνημα «Πολέμα την Ολιγαρχία». Ολο το ύφος και η συλλογιστική του «μανιφέστου Τσίπρα» κάνει το ακριβώς αντίθετο από αυτό που κάνει ο Σάντερς, την ίδια στιγμή που στην προμετωπίδα του κειμένου υπάρχει μια (εντελώς ανώδυνη) φράση του.
4. Αναδιανομή και η σχέση Κράτους / Αγοράς
Τα δύο κεντρικά πολιτικά διακυβεύματα της σημερινής εποχής, τα οποία και συνοψίζουν την ουσία της πολιτικής σύγκρουσης νεοφιλελευθερισμού και λαϊκών τάξεων σε ολόκληρο τον κόσμο είναι η Αναδιανομή και η σχέση Κράτους / Αγοράς. Στο μεν πρώτο, την Αναδιανομή, το «μανιφέστο» κάνει δειλές και περιορισμένες αναφορές, αλλά χωρίς αντίληψη ενός γενικού αναδιανεμητικού σχεδίου. Στο δεύτερο, τη σχέση Κράτους / Αγοράς, η σιωπή του «μανιφέστου» είναι εκκωφαντική. Ας τα δούμε λίγο πιο αναλυτικά:
Α. Η Αναδιανομή δεν είναι μια γενικόλογη επίκληση κατά των σύγχρονων ανισοτήτων. Είναι μια πολιτική σύγκρουση γύρω από μισθούς, φόρους, κέρδη, περιουσία, ενοίκια, ενέργεια, δημόσιες δαπάνες, κοινωνικές μεταβιβάσεις και, το κυριότερο, γύρω από τη δομή της σημερινής πολιτικής εξουσίας.
Σήμερα με τον όρο Αναδιανομή εννοούνται, ταυτόχρονα, η Αναδιανομή εισοδήματος και πλούτου, η Αναδιανομή πρόσβασης στα δημόσια αγαθά, η Αναδιανομή εξουσίας, η Αναδιανομή ελέγχου πάνω στις υποδομές, η Αναδιανομή δεδομένων και ψηφιακής ισχύος, η Αναδιανομή χρόνου, η Αναδιανομή Γνώσης.
Η Αναδιανομή επομένως πρέπει να οριστεί ευρύτερα ως νέα πολιτική οικονομία των κοινωνικών πόρων στο σύνολό τους.
Το «μανιφέστο» υστερεί πολύ σε όλα αυτά. Δύο συγκεκριμένα παραδείγματα:
– Στον σημερινό ψηφιακό καπιταλισμό τα δεδομένα (data) είναι, ταυτόχρονα, πόρος, κεφάλαιο και εξουσία. Οι πλατφόρμες δεν συγκεντρώνουν απλώς πληροφορίες, αλλά ικανότητα πρόβλεψης, επιτήρησης, ταξινόμησης, χειραγώγησης και κερδοφορίας. Άρα, η αναγκαία πολιτική αναδιανομής πρέπει να θέτει αιτήματα όπως, να θεωρηθούν τα προσωπικά δεδομένα των πλατφορμών δημόσιο αγαθό, να περιοριστεί η ιδιωτική μονοπωλιακή κυριότητα πάνω τους, να υπάρξει κοινωνικός και δημοκρατικός έλεγχος των αλγοριθμικών υποδομών, να υπάρξουν δικαιώματα ανοικτής πρόσβασης, διαφάνειας και συλλογικής διαπραγμάτευσης πάνω στα δεδομένα. Αυτό είναι ένα κεντρικό πεδίο ταξικής σύγκρουσης που τα περισσότερα σημερινά «προοδευτικά» κείμενα αποφεύγουν να θίξουν.
– Ο Χρόνος, επίσης, είναι βασικός κοινωνικός πόρος. Ο χρόνος εργασίας, ο ελεύθερος χρόνος, ο χρόνος φροντίδας, ο χρόνος μετακίνησης, ο χρόνος ψηφιακής διαθεσιμότητας. Ο υπαρκτός νεοφιλελευθερισμός συνειδητά οργανώνει την καθημερινότητα με εντατικοποίηση της εργασίας, επισφάλεια και διαρκή διαθεσιμότητα του εργαζόμενου.
Άρα, το αίτημα της Αναδιανομής σημαίνει και αναδιανομή χρόνου: μείωση εργάσιμου χρόνου, δικαίωμα στην αποσύνδεση κατά τη χρήση τηλεεργασίας, κοινωνική αναγνώριση της φροντίδας. Η ιδέα της μείωσης του εργάσιμου χρόνου εργασίας σε 4ήμερο χωρίς μείωση αποδοχών είναι μια κεντρική ιδέα που πρέπει να αρχίσει να έχει δημόσια εκφορά. Στο ζήτημα αυτό, π.χ., η ιδέα του «μανιφέστου» περιορίζεται στην ανεπαρκή, πλέον, πρόταση του 35ωρου, που εμφανίστηκε στη δεκαετία του 1980 αλλά που σήμερα είναι εντελώς αναντίστοιχη με τις ανάγκες και τις δυνατότητες των κοινωνιών.
Το γενικό συμπέρασμα, επομένως, δεν είναι απλώς αν θα υπάρξουν ενέσεις μια κάπως δικαιότερης κατανομής εισοδήματος. Είναι αν θα υπάρξει ολοκληρωμένη αναδιανομή πόρων και εξουσίας.
Β. Ποιός αποφασίζει στη σημερινή εποχή; Το ερώτημα αυτό παραπέμπει ευθέως στη σχέση κράτους και αγοράς. Θα έχουμε ένα κράτος που είναι παρακολούθημα της αγοράς ή ένα κράτος που ανακτά στρατηγικές αρμοδιότητες από την αγορά; Θα έχουμε ρυθμιστικό κράτος, επιτελικό κράτος, κοινωνικό κράτος ή δημοκρατικά σχεδιασμένο δημόσιο κράτος; Θα καταργηθεί ή θα διατηρηθεί η «συμβουλοκρατία»;
Το «μανιφέστο» κρατά μεν μια γλώσσα κοινωνικής δικαιοσύνης χωρίς όμως να ανοίγει το ζήτημα της σχέσης κράτους – αγοράς. Μιλά για δημόσια αγαθά χωρίς να λέει αν αυτά προϋποθέτουν απλώς ρύθμιση της αγοράς ή ανάκτηση δημόσιας κυριότητας και δημοκρατικού ελέγχου. Με άλλα λόγια, σταματά ακριβώς στο σημείο όπου η προοδευτική ρητορική θα έπρεπε να μετατραπεί σε πολιτική σύγκρουση και συγκεκριμένες πρωτοβουλίες. Μια σύγχρονη προοδευτική στρατηγική οφείλει να απαντήσει όχι μόνο στο ερώτημα πώς θα μειωθούν οι ανισότητες, αλλά και στο ερώτημα ποιοι θα ελέγχουν τους βασικούς πόρους της κοινωνικής ζωής.
5. «Κυβερνώσα Αριστερά»
Άφησα τελευταίο το ζήτημα της χρήσης του όρου «κυβερνώσα Αριστερά». Κατά τους συντάκτες του «μανιφέστου» θεωρείται κομβικής σημασίας, αφού ήδη από την προμετωπίδα του κειμένου η «κυβερνώσα αριστερά» θεωρείται το οργανωτικό πεδίο σύγκλισης σοσιαλδημοκρατίας, ριζοσπαστικής αριστεράς και πολιτικής οικολογίας.
Ας ξεπεράσουμε την ιστορική αντινομία του κειμένου ότι «κυβερνώσα αριστερά» έχει υπάρξει σταθερά και διαχρονικά τόσο η παλαιά όσο και η νέα σοσιαλδημοκρατία, όπως και τα περισσότερα ρεύματα της πολιτικής οικολογίας, επομένως ο συλλογισμός που προσπαθεί να εγκαθιδρύσει ήδη από την αρχή του κειμένου είναι αδιέξοδος.
Ο όρος «κυβερνώσα Αριστερά» που χρησιμοποιεί το κείμενο είναι, όπως και παντού όπου χρησιμοποιείται ως όρος, έκφραση της ηγεμονίας της νεοφιλελεύθερης ιδεολογίας πάνω στην Αριστερά. Δεν είναι ουδέτερος όρος. Δεν παραπέμπει πρωτίστως στο περιεχόμενο μιας «αριστερής» πολιτικής, αλλά στην «ικανότητα άσκησης κυβέρνησης». Σε αντίθεση ακόμη και με τον όρο «μεταρρυθμιστική Αριστερά», που διατηρεί έστω την υπόσχεση κάποιου μετασχηματισμού, η «κυβερνώσα Αριστερά» μετατοπίζει το κέντρο βάρους από την αλλαγή των κοινωνικών σχέσεων στην προσαρμογή της Αριστεράς στις απαιτήσεις της κυβερνησιμότητας.
Το ζήτημα παύει να είναι πλέον «ποιο κοινωνικό μπλοκ οργανώνει», «ποια σύγκρουση διανοίγει», «ποιες σχέσεις ιδιοκτησίας και εξουσίας αμφισβητεί» και μετατρέπεται στο αν «μπορεί να κυβερνήσει αξιόπιστα». Και αυτό την φέρνει πιο πίσω και από τη «μεταρρυθμιστική Αριστερά». Γιατί αυτή διατηρούσε έστω έναν άξονα μεταβολής, ενώ η «κυβερνώσα αριστερά» αναδύει έναν άξονα προσαρμογής: να γίνει η Αριστερά συμβατή με το μοντέλο διακυβέρνησης.
Ο νεοφιλελεύθερης έμπνευσης όρος «κυβερνώσα αριστερά» αντιδιαστέλλεται, ρητά ή υπόρρητα, σε τέσσερις διαφορετικές μορφές της αριστεράς, οι οποίες ωστόσο συνιστούν τάσεις της διαχρονικής αντιπροσωπευτικής υλικότητας μιας αριστεράς:
α) στην κινηματική Αριστερά που θεωρείται «διαμαρτυριακή» ή «ανώριμη»,
β) στη ριζοσπαστική Αριστερά που θέτει ζήτημα σύγκρουσης με το κράτος, την αγορά, τους ευρωπαϊκούς κανόνες ή το κεφάλαιο,
γ) στην αντιπολιτευτική Αριστερά που περιορίζεται στην καταγγελία και όχι σε προτάσεις,
δ) στην ταξική ή αναδιανεμητική Αριστερά, η οποία θα έθετε στο επίκεντρο το ερώτημα της κοινωνικής ισχύος, της ιδιοκτησίας, των πόρων και του ελέγχου.
Το φορτίο κυβερνητισμού που έχει ο όρος «κυβερνώσα αριστερά» τον κάνει αντί να «συνθέτει», να απομακρύνει και να διασπά.
Γενικό συμπέρασμα:
Το «μανιφέστο» που παρουσιάστηκε δεν έχει αντίληψη κοινωνικού υποκειμένου, δεν διατυπώνει αναδιανεμητικό σχέδιο και δεν αμφισβητεί το σημερινό μοντέλο διακυβέρνησης.
Κάθε παρατήρηση σε όλα τα παραπάνω ευπρόσδεκτη.
Από το kamini.gr

