
Του Γιάννη Πανούση
-Βλέπεις τον πυθμένα, ρώτησα
Είναι αυτό που φοβάσαι;
-Δεν τον φοβάμαι καθόλου
Έχω βρεθεί εκεί
Αντώνης Μακρυδημήτρης, Πυθμένας
Η νέα στρατοσφαιρική εποχή της παρακολούθησης δεν είναι επιτρεπτή στο βωμό της πρόληψης/πάταξης της οργανωμένης εγκληματικότητας να περνάει τα όρια της Δημοκρατίας.
Διακινδύνευση, Επιτήρηση και Τεχνολογία συγκροτούν ένα ενιαίο τρίπτυχο που στο όνομα της ασφάλειας διαμορφώνουν δίκτυα παγκόσμιας «τεχνοπρόληψης» (παρακολούθησης, γεωεντοπισμού, συνακρόασης, καμερών κ.λπ.), που συχνά εκφεύγουν του δημοκρατικού ελέγχου.
Ο κίνδυνος μιας υπερκρατικής «αυτοκρατορίας προληπτικής ασφάλειας» κατέστη δυστυχώς πραγματικότητα με τις αποκαλύψεις του Έντουαρντ Σνόουντεν. Ο παγκόσμιος Μεγάλος Αδελφός είναι πλέον εδώ και πανταχού παρών.
Η απολυτοποίηση (totalization) του ελέγχου και η κεντρική επιτήρηση φαίνεται να είναι συμβατές με την έννοια της παγκοσμιοποίησης, αλλά όχι με το κράτος δικαίου.
Έχοντας ως δεδομένο ότι η επιτήρηση συνιστά μορφή διακυβέρνησης και ότι ο εκδημοκρατισμός της τεχνολογίας προϋποθέτει πολιτική ισχύ θεωρούμε ότι η «επαναηθικοποίηση» του ποινικού δικαίου μέσω της προληπτικής λειτουργίας του, ωσάν οιονεί Minority Report, μπορεί και αυτή να υπο-κρύπτει μια sui generis «καταστολή».
Οι έμμεσες τιμωρίες (αποκλεισμού) μέσω των δεδομένων που προκύπτουν από τις παρακολουθήσεις ή και η γενίκευση της εφαρμογής του Ποινικού Δικαίου του Εχθρού (στο όνομα της προστασίας «ανωτέρων» αγαθών που έχουν τεθεί σε κίνδυνο ή υπάρχουν σχετικές «υποψίες») διαρρηγνύουν οριστικά (;) τα κεκτημένα του νομικού πολιτισμού (τεκμήριο αθωότητας, δικαιοκρατία, αναλογικότητα κ.λπ.).
Ο δημοκρατικός έλεγχος είναι αναγκαίος ιδίως όταν έχουμε υπερποινικοποίηση ή όταν οι προληπτικές αστυνομικές επιχειρήσεις υπερβαίνουν ένα ήπιο και αναλογικό δημοκρατικό μέτρο στο όνομα της δημόσιας τάξης και της ασφάλειας (π.χ. μαζικές προσαγωγές).
Οι απώλειες της ιδιωτικότητας δεν δικαιώνουν, ούτε συμψηφίζουν τις απώλειες της δημοκρατικής νομιμότητας.
Η ηλεκτρονική διασύνδεση προσωπικών δεδομένων και εγκληματικών πληροφοριών καταλήγει σ’ έναν πολιτικοινωνικό πανοπτισμό.
Άρα το πρόβλημα δεν είναι μόνο στο Μέσο αλλά και στο δημοκρατικό έλεγχο του χειριστή.
Μήπως τελικά σε μια καχύποπτη Δημοκρατία κανείς δεν γνωρίζει ποιος τον παρακολουθεί ή ποιος παρακολουθεί τους παρακολουθούντες;
Μήπως τελικά η (αν)ελευθερία μας συντίθεται από επάλληλες, υπάλληλες ή αλληλοαναιρούμενες παρακολουθήσεις;
Η λογική της προληπτικής (νόμιμης άμυνας;) κατά των εσωτερικών εχθρών καταλήγει στην υποψία «κατά κατηγοριών ανθρώπων» (categorical suspicion) και δεν συνδέεται με ατομικές συμπεριφορές ,αλλά με τις ομάδες στις οποίες ανήκουν οι δυνάμει δράστες.
Το αίτημα για ασφαλές περιβάλλον (safe environment) δεν πρέπει να καταλήγει σε στιγματισμό/αποκλεισμό των «άλλων» μέσω της ρητορικής του κινδύνου.
Η παλινόρθωση της εννοίας του υπόπτου και η διεύρυνση της μηδενικής ανοχής και της κοινωνίας της επιτήρησης συνιστούν παράπλευρες απώλειες του νομικού πολιτισμού στον πόλεμο κατά των κινδύνων.
Η εγκληματοποίηση της αφηρημένης (και της δυνητικής) διακινδύνευσης προσκρούει συχνά στις φιλελεύθερες και δημοκρατικές αρχές του ποινικού δικαίου, με αποτέλεσμα πολλοί να μιλάνε για «διακινδύνευση του ίδιου του ποινικού δικαίου».
Οι κίνδυνοι δημιουργούν εντάσεις μεταξύ της ελευθερίας και της ασφάλειας, καθώς η κατανομή και ο έλεγχος των κινδύνων δημιουργεί μια νέα ποινολογία (new penology).
Επικίνδυνοι δράστες, επικίνδυνες περιοχές, επικίνδυνα αντικείμενα έχουν αναμιχθεί με φοβίες και ανασφάλειες και αυτοδιακινδυνεύσεις σε βαθμό που να πιστεύουμε ότι ζούμε όλοι και συνεχώς σε μια μόνιμη κατάσταση ανάγκης.
Η διαχείριση συλλογικών κινδύνων προκαλεί την ατομική/ομαδική «κοινωνική επικινδυνότητα» η οποία και ευθύνεται για τη διεύρυνση του κοινωνικού αποκλεισμού.
Γενικός κανόνας: η εποπτεία (supervision) που θα νομιμοποιήσει μια κοινωνία της επιτήρησης (surveillance society).
Η Νέα Ποινολογία δεν ενδιαφέρεται τόσο για την ηθική ευθύνη ή την ενοχή του εγκληματία όσο για τη διαχείριση κινδύνων που απορρέουν από κοινωνικές ομάδες. Θέλει να ρυθμίσει τα επίπεδα της παρέκκλισης και όχι ν’ ασχοληθεί με τον παρεκκλίνοντα. Δεν ενδιαφέρεται ούτε για την τιμωρία, ούτε για την αποκατάσταση, αλλά μόνο για τον έλεγχο (π.χ. custodial continuum σύμφωνα με το risk profile του ατόμου).
Ο αναλογισμός (actuarialism) στην Εγκληματολογία ασχολείται με υπολογισμούς πιθανοτήτων και όχι με αιτίες, στοχεύει στη μείωση της βλάβης και όχι στη δικαιοσύνη.
Στον ενδογενή φόβο της κοινότητας η Νέα Ποινολογία δεν ανταπαντά με την ευθύνη, τη διάγνωση, τη μεταχείριση του δράστη, αλλά με τεχνικές αναγνώρισης, κατάταξης και διαχείρισης επικίνδυνων ομάδων. Πρόκειται δηλαδή για διαχειριστική (managerial) και όχι για αναπλάθουσα (transformative) επιστήμη.
Ο αναλογιστικός κοινωνικός έλεγχος καταλύει το κοινωνικό κράτος, αναδιανέμει τους κινδύνους, ποινικοποιεί τη μετανάστευση, διαχειρίζεται αυθαίρετα μια μετα–πειθαρχική τεχνολογία εξουσίας.
Μήπως τελικά σε λίγο θα θέλουμε να γνωρίζουμε προκαταβολικά τα εγκλήματα πριν διαπραχθούν -μέσω προγραμμάτων Τεχνητής Νοημοσύνης- και να τιμωρούμε τους εγκληματίες πριν διαπράξουν το έγκλημά τους;
Αυτή η χωρίς έγκλημα τιμωρία ή η τιμωρία της σκέψης και του φρονήματος (ή και της τύχης) θα μας ταλανίζει για καιρό όχι μόνο ως νομικούς αλλά και ως πολίτες «του παγκοσμιοποιημένου χωριού».
Από την κοινωνία της επιτήρησης και υπό επιτήρηση στην κοινωνία των επικίνδυνων ανθρώπων κι από τη γενική θεωρία της πρόληψης (ως κοινωνιοποιητικό μήνυμα και ως αμυντική πολιτική) στην τεχνοπρόληψη ο δρόμος είναι ολισθηρός καθώς το Κράτος ως εγγυητής της ασφάλειας, ιδίως στον τομέα της πρόληψης, μοιάζει συχνά να υπερβαίνει το δικαιοκρατικό κεκτημένο.
Η ποινικοποίηση των κοινωνικών προβλημάτων και η θεσμοποίηση των περιορισμών των ελευθεριών δικαιολογούνται στη λογική ενός μοντέλου αντεγκληματικής πολιτικής στη βάση του οποίου υποκρύπτεται ο πολιτικός έλεγχος των ενδεχόμενων κινδύνων.
Ο κίνδυνος ενός ολοκληρωτικού ποινικού δικαίου, χωρίς κοινωνική και ηθική νομιμοποίηση, με πρόσχημα την πρόληψη βλάβης σε τρίτους (to prevent harm to others), εμπεριέχει στοιχεία αυθαιρεσίας και προσβολής –μέσω της ποινικοποίηση – θεμελιωδών δικαιωμάτων.
Αυτό ας το θυμούνται άπαντες· πολιτικοί, νομοθέτες, επιστήμονες και δικαστές.
Ομότιμος καθηγητής Εγκληματολογίας
ΑΠΟ ΤΟ DIKASTIKO.GR
