Η κρίση του νοήματος στη σύγχρονη κοινωνία: η κοινωνική διάσταση της ευθύνης

Του Σωκράτη Αργύρη 

Η είδηση των δύο νεαρών κοριτσιών που έπεσαν μαζί στο κενό συγκλόνισε την ελληνική κοινωνία όχι μόνο λόγω της τραγικότητας του γεγονότος, αλλά επειδή αποκάλυψε με τον πιο ωμό τρόπο ένα βαθύτερο κοινωνικό ρήγμα που διαπερνά τη σύγχρονη ζωή. Όταν δύο έφηβες, στην ηλικία όπου κανονικά η ζωή ανοίγεται ως υπόσχεση μέλλοντος, φτάνουν να βιώνουν την ύπαρξη ως αδιέξοδο, τότε το ερώτημα δεν μπορεί να περιοριστεί στην ψυχολογική κατάσταση των ίδιων. Το ζήτημα γίνεται αναγκαστικά κοινωνιολογικό. Η αυτοκτονία, όπως είχε ήδη επισημάνει ο Émile Durkheim στο κλασικό έργο του Η Αυτοκτονία (1897), δεν αποτελεί απλώς ατομική πράξη, αλλά κοινωνικό γεγονός. Ο τρόπος με τον οποίο μια κοινωνία οργανώνει τις σχέσεις, τις αξίες, τις προσδοκίες και τις μορφές ένταξης των ανθρώπων μέσα σε αυτήν επηρεάζει άμεσα ακόμη και την πιο προσωπική απόφαση: την επιλογή ανάμεσα στη ζωή και στον θάνατο.

Ο Durkheim έγραψε σε μια εποχή βαθιών μετασχηματισμών. Η βιομηχανική κοινωνία διέλυε παραδοσιακούς δεσμούς, αποσυνέθετε κοινότητες και αντικαθιστούσε τις σταθερές μορφές ζωής με έναν κόσμο συνεχούς ανταγωνισμού και αβεβαιότητας. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο εισήγαγε την έννοια της «ανομίας», δηλαδή της κατάστασης κατά την οποία οι κοινωνικοί κανόνες χάνουν τη ρυθμιστική τους ισχύ και το άτομο αδυνατεί να βρει σταθερό προσανατολισμό. Η ανομία δεν σημαίνει απλώς έλλειψη νόμων· σημαίνει κυρίως απουσία νοήματος. Ο άνθρωπος παύει να γνωρίζει τι αξίζει, πού ανήκει και ποια θέση έχει στον κόσμο. Η ύπαρξη γίνεται ρευστή, ασταθής και εσωτερικά αποδιοργανωμένη. Στις σύγχρονες κοινωνίες αυτό το φαινόμενο παίρνει νέες μορφές. Οι νέοι μεγαλώνουν μέσα σε ένα περιβάλλον όπου η αξία τους μετριέται διαρκώς μέσα από επιδόσεις: βαθμοί, εξετάσεις, επιτυχίες, εικόνα, κοινωνική αποδοχή, παραγωγικότητα. Το σχολείο συχνά παύει να είναι χώρος καλλιέργειας και γίνεται μηχανισμός αξιολόγησης· οι ανθρώπινες σχέσεις μετατρέπονται σε πεδίο σύγκρισης· ακόμη και η προσωπική ευτυχία παρουσιάζεται ως ατομική υποχρέωση. Μέσα σε έναν τέτοιο κόσμο, η αποτυχία δεν βιώνεται ως εμπειρία αλλά ως προσωπική ακύρωση.

Η περίπτωση δύο κοριτσιών που αποφασίζουν —ή φτάνουν— μαζί στο χείλος του κενού αποκαλύπτει και μια άλλη διάσταση που απασχόλησε τη κοινωνιολογία και την κοινωνική ψυχολογία: τη συλλογική μορφή της απελπισίας. Ο Durkheim είχε παρατηρήσει ότι η αυτοκτονία δεν είναι πάντα αποτέλεσμα απομόνωσης. Ορισμένες φορές γεννιέται μέσα σε σχέσεις υπερβολικά έντονες, όπου οι προσωπικές ταυτότητες συγχωνεύονται. Όταν δύο άνθρωποι μοιράζονται τον ίδιο πόνο, τις ίδιες φοβίες και το ίδιο αίσθημα αδιεξόδου, δημιουργείται ένα κλειστό συναισθηματικό σύμπαν μέσα στο οποίο η πραγματικότητα αναπαράγεται και ενισχύεται αμοιβαία. Ο ένας καθρεφτίζει την απόγνωση του άλλου, ώσπου να εξαφανιστεί κάθε εξωτερική προοπτική. Η κοινή πτώση στο κενό αποκτά τότε έναν σχεδόν συμβολικό χαρακτήρα: δεν είναι μόνο φυγή από τη ζωή, αλλά και η τελευταία επιβεβαίωση μιας σχέσης απόλυτης ταύτισης απέναντι σε έναν κόσμο που βιώνεται ως εχθρικός ή αδιάφορος.

Πριν ακόμη από τον Durkheim, ο Tomáš Garrigue Masaryk είχε επιχειρήσει να αναλύσει την αυτοκτονία ως σύμπτωμα της νεωτερικής κοινωνίας. Στο έργο του Der Selbstmord als soziale Massenerscheinung der modernen Civilisation («Η αυτοκτονία ως κοινωνικό μαζικό φαινόμενο του σύγχρονου πολιτισμού»), που δημοσιεύτηκε το 1881, αντιμετώπισε την αύξηση των αυτοκτονιών όχι ως μεμονωμένο ψυχολογικό πρόβλημα αλλά ως ένδειξη βαθύτερης κοινωνικής κρίσης. Ο Masaryk χαρακτήρισε την αυτοκτονία «ασθένεια του αιώνα», ένα στατιστικό σύμπτωμα κοινωνικής παθολογίας που αποκαλύπτει τη φθορά των συλλογικών δεσμών και τη δυσκολία του σύγχρονου ανθρώπου να βρει ηθικό και υπαρξιακό προσανατολισμό. Για τον ίδιο, η εκκοσμίκευση, η εξασθένηση της θρησκευτικής πίστης, η ηθική αποσύνθεση και οι πιέσεις της μοντέρνας ζωής δημιουργούσαν ένα κλίμα εσωτερικής απομόνωσης και υπαρξιακής κόπωσης. Η νεωτερικότητα, ενώ υπόσχεται ελευθερία και πρόοδο, παράγει ταυτόχρονα άγχος, αποξένωση και απώλεια νοήματος. Γι’ αυτό ο Masaryk θεωρούσε ότι το πρόβλημα της αυτοκτονίας δεν μπορούσε να λυθεί αποκλειστικά με ατομικές παρεμβάσεις· απαιτούσε μια νέα ηθική βάση της κοινωνίας, έναν επαναπροσδιορισμό της συλλογικής ζωής που θα επανέφερε την αίσθηση σκοπού, συνοχής και ανθρώπινης αλληλεγγύης.

Από μια διαφορετική αλλά συγγενική σκοπιά, ο Karl Marx προσέγγισε επίσης την αυτοκτονία ως σύμπτωμα κοινωνικής παθολογίας. Στο λιγότερο γνωστό αλλά εξαιρετικά σημαντικό κείμενό του On Suicide (Περί Αυτοκτονίας, εκδόσεις Νήσος) βασισμένο στα απομνημονεύματα του Γάλλου αρχειοφύλακα της αστυνομίας Jacques Peuchet, ο Marx υποστηρίζει ότι η σύγχρονη κοινωνία παράγει μορφές ζωής βαθιά αφύσικες και αντιφατικές. Σε ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα επαινεί τη γαλλική κοινωνική κριτική επειδή κατάφερε να αποκαλύψει «τις αντιφάσεις και τον αφύσικο χαρακτήρα της σύγχρονης ζωής όχι μόνο μέσα από τις συνθήκες ορισμένων κοινωνικών τάξεων, αλλά όλων των κύκλων και μορφωμάτων της σημερινής κοινωνικής συναναστροφής». Η παρατήρηση αυτή είναι κομβική, γιατί ο Marx αρνείται να δει την ανθρώπινη δυστυχία αποκλειστικά ως αποτέλεσμα υλικής στέρησης. Επιτίθεται μάλιστα στη φιλάνθρωπη αστική αυταπάτη ότι αρκεί να δοθεί στους ανθρώπους «λίγο ψωμί και λίγη μόρφωση» ώστε να λυθούν τα κοινωνικά προβλήματα. Για τον Marx, το πρόβλημα βρίσκεται βαθύτερα: στις ίδιες τις μορφές των κοινωνικών σχέσεων, στον τρόπο με τον οποίο οργανώνεται η καθημερινή ζωή, στην αποξένωση που διαπερνά ακόμη και τους πιο «πολιτισμένους» χώρους της νεωτερικότητας.

Η αυτοκτονία, επομένως, δεν εμφανίζεται ως ατομική ηθική αποτυχία αλλά ως ακραία αποκάλυψη ενός κόσμου που παράγει μοναξιά, ματαιότητα και ψυχική ασφυξία. Στη νεωτερική κοινωνία, γράφει ο Marx, ο άνθρωπος αποξενώνεται όχι μόνο από την εργασία του αλλά και από τους άλλους ανθρώπους και τελικά από τον ίδιο του τον εαυτό. Οι κοινωνικές σχέσεις γίνονται ψυχρές, εργαλειακές και ανταγωνιστικές· η ανθρώπινη αξία εξαρτάται ολοένα περισσότερο από τη χρησιμότητα και την απόδοση. Μέσα σε αυτές τις συνθήκες, ορισμένοι άνθρωποι παύουν να βλέπουν τον εαυτό τους ως φορέα νοήματος και βιώνουν την ύπαρξή τους ως περιττή. Το γεγονός ότι δύο τόσο νέα κορίτσια φτάνουν να βλέπουν τον κόσμο ως αβίωτο δεν μπορεί παρά να ιδωθεί μέσα σε αυτό το πλαίσιο βαθύτερης κοινωνικής αποξένωσης.

Ανάλογες ανησυχίες συναντά κανείς και στον Max Weber. Ο Weber περιέγραψε τη νεωτερικότητα ως διαδικασία αυξανόμενου εξορθολογισμού, μέσα στην οποία η ζωή οργανώνεται ολοένα περισσότερο με βάση την αποτελεσματικότητα, τον υπολογισμό, τη γραφειοκρατία και τον έλεγχο. Η περίφημη εικόνα του «σιδερένιου κλουβιού» —ή, ακριβέστερα, ενός «περιβλήματος σκληρού σαν ατσάλι», όπως αποδίδεται πιστότερα η γερμανική του διατύπωση— εκφράζει ακριβώς αυτή την ιστορική συνθήκη.

Ο σύγχρονος άνθρωπος παγιδεύεται μέσα σε ένα απρόσωπο σύστημα κανόνων, διαδικασιών και απαιτήσεων που σταδιακά περιορίζει την ελευθερία, τη δημιουργικότητα και την αυθεντική εμπειρία της ζωής. Η θρησκευτική και πνευματική ηθική που άλλοτε έδινε νόημα στην εργασία και στη συλλογική ζωή υποχωρεί, αφήνοντας πίσω της έναν ψυχρό μηχανισμό παραγωγικότητας και επιδόσεων.

Ο Weber περιέγραφε αυτή τη διαδικασία ως το «παγωμένο σκοτάδι της πολικής νύχτας»: έναν κόσμο όπου ο άνθρωπος συνεχίζει να λειτουργεί, να αποδίδει και να πειθαρχεί, αλλά ολοένα δυσκολότερα να βιώνει ουσιαστικό νόημα.

 Στη σημερινή εποχή αυτό το κλουβί δεν επιβάλλεται μόνο εξωτερικά. Οι ίδιοι οι άνθρωποι εσωτερικεύουν την πίεση και γίνονται οι πιο αυστηροί επιτηρητές του εαυτού τους. Ο Byung-Chul Han περιγράφει αυτή τη μετάβαση ως μετάβαση από την κοινωνία της πειθαρχίας στην κοινωνία της επίδοσης. Ο σύγχρονος άνθρωπος δεν καταπιέζεται πλέον κυρίως από απαγορεύσεις, αλλά εξαντλείται επειδή πιστεύει ότι πρέπει συνεχώς να βελτιώνεται, να αποδεικνύει την αξία του και να παραμένει ανταγωνιστικός.

Η κατάθλιψη, η υπαρξιακή εξάντληση, η αυτοκαταστροφική απελπισία δεν είναι εξαιρέσεις· αποτελούν δομικά συμπτώματα αυτής της κοινωνίας.

Ο Michel Foucault ανέλυσε από μια άλλη πλευρά τον τρόπο με τον οποίο οι θεσμοί —το σχολείο, η οικογένεια, η ιατρική, το κράτος— οργανώνουν και επιτηρούν τις ζωές των ανθρώπων. Η εξουσία, σύμφωνα με τον Foucault, δεν λειτουργεί μόνο κατασταλτικά αλλά και παραγωγικά: διαμορφώνει τρόπους σκέψης, επιθυμίες και μορφές αυτοαντίληψης. Ένας έφηβος σήμερα μαθαίνει από πολύ νωρίς ότι πρέπει να είναι επιτυχημένος, κοινωνικά αποδεκτός, ψυχολογικά «λειτουργικός», συνεχώς διαθέσιμος και ανταγωνιστικός. Όταν αδυνατεί να ανταποκριθεί σε αυτά τα πρότυπα, συχνά στρέφει τη βία προς τον εαυτό του. Η αυτοκαταστροφή γίνεται έτσι το σκοτεινό όριο μιας κοινωνίας που απαιτεί αδιάκοπη αυτοδιαχείριση.

Ακόμη και η σύγχρονη ψηφιακή κουλτούρα ενισχύει αυτή την εμπειρία. Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης δημιουργούν έναν ατελείωτο χώρο σύγκρισης, όπου οι ζωές των άλλων εμφανίζονται συνεχώς πιο επιτυχημένες, πιο όμορφες και πιο ολοκληρωμένες. Ο έφηβος εκτίθεται καθημερινά σε μια αδιάκοπη αξιολόγηση, όχι μόνο από τους άλλους αλλά και από τον ίδιο του τον εαυτό. Η αίσθηση ανεπάρκειας παύει να είναι περιστασιακή και γίνεται μόνιμο υπόβαθρο της ύπαρξης. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η μοναξιά δεν σημαίνει απουσία επικοινωνίας· μπορεί να συνυπάρχει με αδιάκοπη ψηφιακή συνδεσιμότητα. Ο άνθρωπος νιώθει περισσότερο εκτεθειμένος παρά πραγματικά συνδεδεμένος.

Το τραγικό γεγονός των δύο κοριτσιών δεν μπορεί επομένως να ιδωθεί μόνο ως «προσωπική τραγωδία». Είναι και ένας καθρέφτης της εποχής. Μια κοινωνία που οργανώνει τη ζωή γύρω από τον ανταγωνισμό, την αδιάκοπη αξιολόγηση και την αγωνία της επιτυχίας παράγει αναπόφευκτα μορφές υπαρξιακής εξάντλησης.

Όταν οι συλλογικοί δεσμοί αποδυναμώνονται, όταν οι θεσμοί αδυνατούν να προσφέρουν αίσθηση νοήματος και ασφάλειας, όταν η ανθρώπινη αξία εξαρτάται από διαρκείς επιδόσεις, τότε η απελπισία παύει να είναι ιδιωτική υπόθεση. Γίνεται κοινωνικό σύμπτωμα. Και ίσως το πιο ανησυχητικό στοιχείο τέτοιων περιστατικών είναι ακριβώς αυτό: ότι αποκαλύπτουν όχι μόνο την ευθραυστότητα ορισμένων ανθρώπων, αλλά και την αδυναμία της ίδιας της κοινωνίας να πείσει τους νέους ότι η ζωή τους έχει θέση, σημασία και μέλλον.

Τελικά, μένει ανοιχτό το ερώτημα: τι σημαίνει να μεγαλώνει κανείς σήμερα μέσα σε μια κοινωνία που δυσκολεύεται όλο και περισσότερο να παράγει κοινό νόημα, συλλογικότητα και ελπίδα;