Από τον Τσε στον Τσέχωφ

Του Απόστολου Λουλουδάκη 

Ανέκαθεν οι άνθρωποι, πιασμένοι στα δίχτυα της εφήμερης ανάγκης τους, έστηναν είδωλα στις αγορές και ύστερα έτρεχαν να μαντέψουν το μέλλον από το πέταγμα των πουλιών ή από το σχήμα που έπαιρναν τα σύννεφα πάνω από τους ναούς. Έτσι και τώρα, με τη γέννηση ενός ακόμη πολιτικού φορέα, οι πολλοί βιάζονται να χειροκροτήσουν ή να αναθεματίσουν, λες και η ιστορία γράφεται με κραυγές και όχι με τη σιωπηλή, νομοτελειακή ροή του χρόνου. Είναι, ομολογουμένως, δείγμα κακής ανατροφής και έλλειψης στοχαστικής ευγένειας —αυτό που οι εκλεπτυσμένοι των σαλονιών αποκαλούν comme il faut— να εκφέρει κανείς τελεσίδικες κρίσεις για ένα βρέφος που μόλις άνοιξε τα μάτια του στον δημόσιο στίβο. Ποιος ξέρει αν θα εξελιχθεί σε ρωμαλέο μαχητή ή αν θα σβήσει σαν πυροτέχνημα πριν προλάβει να νυχτώσει; Ωστόσο, οι θνητοί στερούνται τη θεϊκή διορατικότητα και, στην προσπάθειά τους να βρουν σημείο στήριξης, στρέφουν το βλέμμα στα πρόσωπα που πλαισιώνουν το νέο εγχείρημα. Από τη σύνθεση του θιάσου, άλλωστε, μπορεί κανείς, έστω και πρόχειρα, έστω και με κίνδυνο να σφάλει, να συνάξει τα πρώτα του συμπεράσματα για το έργο που πρόκειται να παιχτεί.

Σε αυτή τη νέα πολιτική σκηνή, το ενδιαφέρον δεν μαγνητίζεται τόσο από τις διακηρύξεις, όσο από τους ίδιους τους πρωταγωνιστές που ανέλαβαν να τις εκφέρουν. Και αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς, μακριά από κομματικά πάθη και μικροπρέπειες, οφείλουμε να σταθούμε σε μια φιγούρα που ξεχωρίζει σαν παράδοξο μετέωρο στον ελληνικό ορίζοντα. Αναφέρομαι, φυσικά, στον Αυγερινό, ο οποίος εμφανίστηκε όχι απλώς ως κήρυκας ή συντονιστής, αλλά ως ένα πραγματικό αστέρι που ανατέλλει με την αυγή, την ίδια ώρα που η πιστή του Πούλια τον ακολουθεί από κοντά, φωτίζοντας τα βήματά του στο στερέωμα. Αυτή η κοσμική σύμπτωση των ονομάτων και των ρόλων μάς αναγκάζει να στοχαστούμε πάνω στην ίδια τη φύση της μεταμόρφωσης. Πώς προκύπτει αυτή η περίεργη τροχιά που οδηγεί έναν άνθρωπο από τα χαρακώματα των ιδεολογικών μαχών στα σαλόνια της πνευματικής και πολιτικής αναζήτησης; Είναι μια διαδρομή γεμάτη αντιφάσεις, μια πορεία που θα μπορούσε να συνοψιστεί στη φράση «από τον Τσε στον Τσεχωφ». Από τη μία πλευρά, η ορμή της επανάστασης, το κόκκινο λάβαρο της ανταρσίας, ο ρομαντισμός του αντάρτη των βουνών που ζητά να γκρεμίσει τον παλιό κόσμο με ένα όπλο στο χέρι. Από την άλλη, η μελαγχολική σοφία του γιατρού από το Ταγκανρόγκ, η λεπτή ειρωνεία για την ανθρώπινη αδυναμία, η διαπίστωση ότι ο κόσμος δεν αλλάζει με διατάγματα, αλλά φθείρεται καθημερινά μέσα στην πλήξη και τις χαμένες προσδοκίες των επαρχιακών σαλονιών.

Ο Αυγερινός, με τη μακρά του θητεία στα διεθνή πεδία και τις ανταποκρίσεις από μέρη όπου η ιστορία γράφεται με αίμα και μπαρούτι, κουβαλά πάνω του κάτι από την αύρα του Τσε. Δεν είναι ο τυπικός, γραφειοκράτης πολιτικάντης που έμαθε να επιβιώνει στους διαδρόμους των υπουργείων πλέκοντας ίντριγκες. Εκπέμπει μια αίσθηση χρέους, μια οργή που δεν κρύβεται κάτω από τα κοστούμια της αστικής ευπρέπειας. Όταν ανεβαίνει στο βήμα, φορώντας το μήνυμά του σαν θώρακα, θυμίζει εκείνους τους παλιούς κήρυκες που πίστευαν ότι η αλήθεια είναι ένα ξίφος ικανό να κόψει τον γόρδιο δεσμό της διαφθοράς. Υπάρχει μια σχεδόν θρησκευτική βεβαιότητα στα λόγια του, μια προειδοποίηση προς τους ισχυρούς ότι η τιμωρία πλησιάζει και ότι η Νέμεσις δεν θα αργήσει να ζητήσει τον λογαριασμό. Αυτή η πλευρά του, η γεμάτη πάθος και ορμή, γοητεύει τους κουρασμένους πολίτες που αναζητούν έναν εκδικητή, έναν άνθρωπο που θα εκφράσει τη βουβή τους αγανάκτηση. Είναι η στιγμή που το αστέρι της αυγής μοιάζει με φωτιά που απειλεί να κάψει τα σαθρά θεμέλια του πολιτικού οικοδομήματος.

Όμως, η ζωή είναι ένας έμπειρος σκηνοθέτης που λατρεύει τις ανατροπές. Δίπλα σε αυτή την επαναστατική ορμή, εμφανίζεται ξαφνικά η σκιά του Τσέχοφ, για να μας θυμίσει ότι η ανθρώπινη κωμωδία επαναλαμβάνεται πάντα με τον ίδιο τρόπο. Η παρουσίαση ενός κόμματος με τέτοιες υψηλές προσδοκίες, αντί να θυμίζει λαϊκή συνέλευση στις πλατείες της Αβάνας, εξελίσσεται σε ένα θέατρο των ποικίλων αντιθέσεων μέσα σε έναν αστικό κινηματογράφο της συμπρωτεύουσας. Οι θεατές, ανάμεσα στους οποίους διακρίνονται φιγούρες της κοσμικής ζωής, ηθοποιοί που άλλοτε μεσουρανούσαν στις τηλεοπτικές οθόνες και παλαιοί άρχοντες της τοπικής αυτοδιοίκησης, συνθέτουν ένα σκηνικό που θα ζήλευε ο μεγάλος Ρώσος δραματουργός. Βλέπεις τους ανθρώπους να συνωστίζονται, να ανταλλάσσουν φιλοφρονήσεις, να αναζητούν μια θέση στον ήλιο της νέας εξουσίας, ενώ στο βάθος πλανάται η ίδια πάντα θλίψη για τη ματαιότητα των ανθρωπίνων πραγμάτων. Η Μούσα της Ιστορίας, κοιτάζοντας από ψηλά, σίγουρα θα χαμογελά με νόημα, βλέποντας την επαναστατική θεωρία να συναντά την καθημερινή πράξη, και το δράμα να μετατρέπεται, σχεδόν ανεπαίσθητα, σε μια γλυκόπικρη κωμωδία χαρακτήρων.

Η μετάβαση από τον Τσε στον Τσεχωφ δεν είναι απαραίτητα μια πτώση· είναι, ίσως, η φυσική ωρίμανση κάθε ιδέας που επιχειρεί να γειωθεί στην πραγματικότητα. Ο επαναστάτης, όταν αποφασίζει να μιλήσει στο όνομα των πολλών και των ανωνύμων, αναγκάζεται να χρησιμοποιήσει τα εργαλεία του παλιού κόσμου που τόσο μισεί. Πρέπει να οργανώσει συγκεντρώσεις, να διορίσει εκπροσώπους Τύπου, να χαμογελάσει στις κάμερες και να ανεχτεί τη συνοδεία προσώπων που η παρουσία τους και μόνο προκαλεί ειρωνικά μειδιάματα στους σκεπτόμενους παρατηρητές. Εκεί είναι που ο Τσέχοφ παίρνει το στυλό από το χέρι του Τσε. Εκεί είναι που οι μεγάλες κουβέντες για δικαιοσύνη και κάθαρση αρχίζουν να δοκιμάζονται μέσα στη λάσπη της πολιτικής καθημερινότητας. Ο Αυγερινός, ως έμπειρος θεατής των παγκόσμιων δραμάτων, οφείλει να γνωρίζει ότι το κοινό είναι άστατο. Σήμερα χειροκροτεί τον Ζορμπά και συγκινείται με τα δάκρυα των πρωταγωνιστών, αλλά αύριο μπορεί να βαρεθεί και να αναζητήσει ένα νέο θέαμα, μια νέα παράσταση που θα του υποσχεθεί ακόμα μεγαλύτερες συγκινήσεις.

Έτσι, το αστέρι της αυγής συνεχίζει την πορεία του, ακολουθούμενο από την Πούλια του, σε ένα ταξίδι που κανείς δεν μπορεί να προβλέψει πού θα καταλήξει. Αν το κόμμα αυτό καταφέρει να γίνει η «Ελπίδα» που ευαγγελίζεται ή αν θα προστεθεί στον μακρύ κατάλογο των χαμένων ψευδαισθήσεων, είναι κάτι που θα το δείξει ο χρόνος. Προς το παρόν, εμείς οι απλοί παρατηρητές, καθισμένοι στις κερκίδες αυτού του απέραντου αμφιθεάτρου, μπορούμε μόνο να απολαμβάνουμε την παράσταση, θαυμάζοντας την ευκολία με την οποία οι άνθρωποι μετακινούνται από το ένα άκρο στο άλλο, αναζητώντας πάντα τη σωτηρία εκεί όπου υπάρχει μόνο η αντανάκλαση των δικών τους πόθων. Από τον Τσε στον Τσεχωφ, η απόσταση δεν είναι παρά μερικά βήματα πάνω στη σκηνή, και ο Αυγερινός φαίνεται πως ξέρει καλά πώς να τα περπατά, κρατώντας το βλέμμα του στραμμένο κάπου ανάμεσα στην ουτοπία και την ανθρώπινη αδυναμία.