Το Κράτος  φοροεισπράκτορας και οι ιδιώτες διαχειριστές του δημόσιου πλούτου

Του Κώστα Παπαθεοδώρου

Ο Ε65 άνοιξε, τα εγκαίνια έγιναν, οι φωτογραφίες με την κορδέλα πήραν τη θέση τους στα αρχεία. Και όπως πάντα σε αυτή τη χώρα, το πραγματικό ερώτημα δεν βρίσκεται  στον δρόμο αλλά  κρύβεται στο ποιος εισπράττει, στο όνομα ποιανού, και για πόσα  χρόνια.

Ο Ε65 δεν αποτελεί μια μεμονωμένη ιστορία, αλλά το τελευταίο κεφάλαιο μιας πορείας που το ελληνικό κράτος ακολουθεί εδώ και  χρόνια, αποχωρώντας σταδιακά από δραστηριότητες που κάποτε αποτελούσαν δημόσια μονοπώλια και περιοριζόμενο ολοένα περισσότερο σε ρόλο του εισπράκτορα φόρων πάνω σε υποδομές και περιουσίες που έχουν εκχωρηθεί σε ιδιώτες.

Το ελληνικό κράτος κάποτε όριζε την τιμή του ηλεκτρικού, γιατί ήταν το ίδιο η ΔΕΗ. Όριζε το κόστος μιας τηλεφωνικής κλήσης, γιατί ήταν ο ΟΤΕ. Έλεγχε πότε και πώς θα ταξιδέψεις αεροπορικώς εσωτερικού, γιατί ήταν η Ολυμπιακή. Καθόριζε ποιος μπαίνει σε ένα λιμάνι και με τι κόστος, γιατί το λιμάνι ήταν δικό του.

Η περίπτωση των μνημείων και ιδιαίτερα της Ακρόπολης αποτελεί μια εντελώς διαφορετική κατηγορία. Πρόκειται για την ίδια την ιστορική μνήμη του τόπου, για κληρονομιά αιώνων που δεν δημιούργησε καμία σύγχρονη κυβέρνηση και δεν ανήκει σε καμία διοίκηση για να την αντιμετωπίζει ως απλό περιουσιακό στοιχείο. Η Ακρόπολη, οι αρχαιολογικοί χώροι και τα μνημεία της χώρας αποτελούν κοινό κτήμα όλων των πολιτών, ανεξάρτητα από εισόδημα, κοινωνική θέση ή πολιτική τοποθέτηση.

Ακριβώς γι’ αυτό η εμπορική τους αξιοποίηση αγγίζει ένα ιδιαίτερα ευαίσθητο όριο. Οι ειδικές ξεναγήσεις υψηλού κόστους, οι ιδιωτικές εκδηλώσεις και οι αποκλειστικές εμπειρίες σε χώρους παγκόσμιας ακτινοβολίας (όπως το μουσείο του Λονδίνου όπου κρατούνται τα μάρμαρα του Παρθενώνα(  προκαλούν  εύλογα ερωτήματα για το πού τελειώνει η ανάδειξη και πού αρχίζει η εμπορευματοποίηση της πολιτιστικής κληρονομιάς.

Η συζήτηση αυτή αποκτά ακόμη μεγαλύτερη πολιτική φόρτιση εάν θυμηθούμε τη φράση πως «κάποιοι θα έφταναν ακόμη και να πουλήσουν την Ακρόπολη» η οποία αποτελούσε ένα από τα πιο χαρακτηριστικά συνθήματα της αντιπολιτευτικής κριτικής απέναντι στη νεοφιλελεύθερη αντίληψη περί ιδιωτικοποιήσεων.

Η πραγματικότητα σήμερα δεν αφορά μια κυριολεκτική πώληση ενός μνημείου, αλλά μια διαφορετική μορφή της σχέσης του κράτους με τον δημόσιο πλούτο και τα δημόσια αγαθά, μέσα από μακροχρόνιες παραχωρήσεις και ιδιωτικοοικονομική διαχείριση.

Και εδώ βρίσκεται η ουσία της πολιτικής διαφωνίας, στο ποια αγαθά μπορούν να ακολουθούν τη λογική της αγοράς και ποια οφείλουν να παραμένουν υπό ισχυρό δημόσιο έλεγχο, επειδή η αξία τους υπερβαίνει την οικονομική διάσταση και αγγίζει την ίδια την ιστορική ταυτότητα της χώρας.

Ακόμη και όταν οι ιδιωτικοποιήσεις παρουσιάζονται ως αναγκαία πολιτική επιλογή για την αποτελεσματικότερη λειτουργία των υποδομών, παραμένει ανοιχτό το κρίσιμο ερώτημα για τα όρια της κρατικής αποχώρησης και τον βαθμό ελέγχου που διατηρεί η κοινωνία πάνω σε αγαθά ζωτικής σημασίας

Με την εκχώρηση βασικών δραστηριοτήτων, το κράτος δεν παραχωρεί μόνο τη διαχείριση μιας υποδομής, περιορίζει και τη δυνατότητά του να επηρεάζει τους όρους λειτουργίας της, τις τιμές και τελικά το κόστος που μεταφέρεται στον πολίτη.

Όποιος γνωρίζει στοιχειώδη οικονομικά αντιλαμβάνεται ότι η δυνατότητα καθορισμού των κανόνων μιας αγοράς αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα περιουσιακά στοιχεία κάθε οργανισμού, δημόσιου ή ιδιωτικού. Το μονοπώλιο δεν αποτελεί απλώς ιδιοκτησία μιας υποδομής, συνιστά δύναμη επί της καθημερινότητας και της τσέπης του πολίτη. Και το ερώτημα που τίθεται πλέον σε ευρύτερο επίπεδο είναι ποιος πρέπει να έχει τον τελικό λόγο σε αγαθά που επηρεάζουν άμεσα τη ζωή της κοινωνίας, ένας δημόσιος φορέας που ελέγχεται μέσω της δημοκρατικής διαδικασίας ή ιδιωτικά σχήματα που λειτουργούν με κριτήριο την οικονομική απόδοση.

Η δικαιολογία είναι πάντα η ίδια, βαμμένη με τα χρώματα του εκσυγχρονισμού: «δεν είχαμε τα κεφάλαια», «η ιδιωτική διαχείριση είναι πιο αποδοτική», «έτσι γίνεται παντού στην Ευρώπη».

Εύλογα επιχειρήματα, αν δεν συνοδεύονταν από ένα μικρό, βολικά αποσιωπημένο γεγονός: ότι η φορολογία δεν μειώθηκε ούτε ένα ευρώ όσο η ιδιοκτησία άλλαζε χέρια. Πληρώσαμε την κατασκευή μέσω φόρων. Πληρώνουμε τώρα και τη χρήση μέσω διοδίων, τελών, εισιτηρίων. Το κράτος δεν υποχώρησε φορολογικά. Απλώς έπαψε να προσφέρει σε αντάλλαγμα αυτό για το οποίο μας φορολογεί.

Αυτό δεν είναι σύμπραξη δημόσιου-ιδιωτικού τομέα. Είναι εκποίηση με άλλο όνομα. Η γλώσσα το κρύβει επιδέξια -«αξιοποίηση», «παραχώρηση», «σύμπραξη»-  λέξεις που ακούγονται τεχνοκρατικές, ουδέτερες, σχεδόν επιστημονικές. Καμία τους δεν λέει «πούλημα». Καμία τους δεν λέει ότι ο Έλληνας πολίτης, που κάποτε ήταν μέτοχος  -έστω και θεωρητικά, έστω και μέσω του κράτους- σε ό,τι θεωρούνταν εθνική υποδομή, μετατράπηκε σε απλό πελάτη. Και ο πελάτης, σε αντίθεση με τον μέτοχο, δεν έχει λόγο στην τιμή.

Το αποτέλεσμα είναι μια χώρα όπου ο πολίτης πληρώνει σε κάθε στάδιο της ζωής του: όταν γεννιέται (νοσήλια, ασφαλιστικές εισφορές), όταν μεγαλώνει (εκπαιδευτικά τέλη, φροντιστήρια επειδή το δημόσιο σχολείο δεν αρκεί), όταν δουλεύει (φόρος εισοδήματος, ΦΠΑ, ειδικοί φόροι), όταν μετακινείται (διόδια, τέλη αεροδρομίου, λιμενικά τέλη), όταν αποκτά ιδιοκτησία (ΕΝΦΙΑ, φόρος μεταβίβασης), και όταν πεθαίνει (φόρος κληρονομιάς).

Σε κάθε στάδιο, κάποιος εισπράττει. Το ερώτημα που δεν τίθεται  είναι απλό: αν πληρώνουμε τόσα, γιατί τίποτα δεν μας ανήκει πραγματικά;

Η απάντηση, όσο σκληρή κι αν ακούγεται, είναι ότι δεν μας ανήκει. Ζούμε σε μια χώρα όπου το κράτος λειτουργεί ολοένα και περισσότερο ως ιδιοκτήτης-εκμισθωτής, και εμείς ως ενοικιαστές που πληρώνουμε ενοίκιο σε κάθε γωνιά της καθημερινότητάς μας:  για τον δρόμο που θα οδηγήσουμε, για το αεροδρόμιο απ’ όπου θα πετάξουμε, για το λιμάνι όπου θα δέσει το καράβι, ακόμη και για τον βράχο της Ακρόπολης…

 Η ιδιοκτησία παραμένει, τυπικά, ελληνική. Η χρήση, όμως, τιμολογείται από άλλους, με όρους που αυτοί αποφάσισαν.

Ο Ε65 θα μειώσει πράγματι τις αποστάσεις. Δεν θα μικρύνει  όμως αυτή την πιο θεμελιώδη απόσταση: ανάμεσα στον πολίτη που πληρώνει και στον πολίτη που αποφασίζει. Κι όσο αυτή η απόσταση μεγαλώνει, όσο περισσότερα «αξιοποιούνται», τόσο πιο επίκαιρο γίνεται το ερώτημα που καμία εξουσία δεν θέλει να ακούσει: αν τα πάντα εκχωρούνται, τι ακριβώς μένει να λέγεται δικό μας;