
Γράφει ο Γιώργος Λακόπουλος
Η αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών, τα στοιχεία του ΟΟΣΑ και η απάντηση του Άκη Σκέρτσου στο ΠΑΣΟΚ.
Όποιος έχει μάτια βλέπει, όποιος ψωνίζει καταλαβαίνει και όποιος βρίσκεται στην αγορά γνωρίζει: Στην επταετία Μητσοτάκη, το διαθέσιμο εισόδημα της μεγάλης πλειοψηφίας των πολιτών χάνει διαρκώς αγοραστική δύναμη.
Οι ονομαστικές αυξήσεις σε μισθούς και συντάξεις ηττώνται από την ακρίβεια, που υποθάλπει – και πάντως δεν αντιμετωπίζει – η κυβερνητική πολιτική. Παίρνεις λίγο περισσότερα και αγοράζεις πολύ λιγότερα.
Στα σούπερ μάρκετ, οι πελάτες, φτάνοντας στο ταμείο, αφαιρούν είδη από το καροτσάκι. Ψώνισαν με την κεκτημένη ταχύτητα της περασμένης περιόδου, αλλά το νέο εισόδημά τους δεν φτάνει για να τα πληρώσουν.
Δεν χρειάζονται αναφορές στον πληθωρισμό και λοιπές στατιστικές. Το βρίσκουν μπροστά τους όταν ανοίγουν το πορτοφόλι τους. Δεν υπάρχει προϊόν του οποίου η τιμή δεν τραβάει την ανηφόρα.
Στην Ελλάδα του Μητσοτάκη μόνο δύο παράγοντες της οικονομίας θησαυρίζουν: Oι καρτελοποιημένες επιχειρήσεις, οι αλυσίδες – στην ενέργεια, στα χρηματοοικονομικά, στη λιανική πώληση, στην τηλεφωνία, στην ακτοπλοΐα – και το… κράτος.
Οι ισολογισμοί εμφανίζουν διαρκώς υπερκέρδη – ενίοτε προϊόν αισχροκέρδειας. Στο Γενικό Λογιστήριο ξεχειλίζουν τα πλεονάσματα που τροφοδοτεί ο άκαμπτος ΦΠΑ, ως ταξική επιλογή: Αφήνει αδιάφορη τη μειοψηφία των εύπορων και τσακίζει την πλειοψηφία των μισθοσυντήρητων.
Είναι επισήμως γνωστό πόσοι παίρνουν πόσα, πόσοι δεν έχουν καταθέσεις – τις οποίες αυξάνουν οι έχοντες και κατέχοντες – και πώς η υπερκερδοφόρα διόγκωση των εισαγωγών και η διεύρυνση της φτώχειας επιχρωματίζουν τον κοινωνικό πίνακα της σημερινής Ελλάδας.
Εγκυρότατοι διεθνείς οργανισμοί επικυρώνουν αυτή την εικόνα, τοποθετώντας στην ουρά την κατάταξή της οικονομικής δυνατότητας του ελληνικού πληθυσμού.
Απέναντι σ’ αυτή την όλο και πιο δραματική, για τους πολλούς, πραγματικότητα, η κυβερνητική προπαγάνδα με τη μιντιακή υπεροχή του συστήματος Μητσοτάκη, που παραμένει παρά τις ρωγμές, και επιχειρεί να ρίξει ένα πέπλο συγκάλυψης στην αλήθεια που βιώνουν οι άνθρωποι.
Η κυβερνητική πολιτική προβάλλεται ως επιτυχημένη, με αυξημένο ενδιαφέρον για την κοινωνία και τη διάθεση του πληθυσμού στο πεδίο της ευημερίας, αν όχι της ευγνωμοσύνης. Που μάλλον δεν το γνωρίζει και ζητάει να φύγει η κυβέρνηση.
Αλχημεία και παραπληροφόρηση αναποδογυρίζουν την πραγματικότητα. Με πρωταγωνιστή τον πρωθυπουργό στα κυριακάτικα κηρύγματα, παρουσιάζοντας τις πλαστές εικόνες που φιλοτεχνούν κατά τομέα οι υπουργοί του. Στα ρεπό του αναλαμβάνει ο ξακουστός Άκης Σκέρτσος.
Μετά τη σιγή ασυρμάτου, όταν οι εξυπνάδες του στη Συνταγματική Μεταρρύθμιση, στον ΟΠΕΚΕΠΕ και σε άλλα μέτωπα κυβερνητικής αποτυχίας τον έκαναν κόκκινο πανί στους βουλευτές της Ν.Δ., επανεμφανίστηκε για να απαντήσει στο ΠΑΣΟΚ. Με αέρα οικονομικού αναλυτή που δεν προκύπτει από το βιογραφικό του ως… δημοσιογράφου, που επίσης δεν είναι!
Η αξιωματική αντιπολίτευση σχολίασε έναν ευανάγνωστο πίνακα του ΟΟΣΑ, που έχει ξανά την Ελλάδα στον πάτο: Το πραγματικό κατά κεφαλήν εισόδημα των νοικοκυριών αυξήθηκε κατά 0,2% το πρώτο τρίμηνο, επιβραδυνόμενο σε σχέση με την αύξηση 0,6% το τελευταίο τρίμηνο του 2025.
Ο Σκέρτσος προσπάθησε να πουλήσει πνεύμα: Από κάποια παραλία τα λέτε. Και αποφαίνεται ότι η σύγκριση των δύο συγκεκριμένων τριμήνων που κάνει το ΠΑΣΟΚ είναι άστοχη λόγω εποχικής διαφοράς στις δαπάνες. Παραβλέποντας ότι ο Οργανισμός μιλάει για «πραγματικό εισόδημα» – ήτοι τις έχει λάβει υπόψη του.
Κατά τις δικές του «σοβαρές οικονομικές αναλύσεις», σε ετήσια βάση, όλα καλά, όλα ανθηρά, που έλεγε ο Βουτσάς. Το κατά κεφαλήν διαθέσιμο εισόδημα των ελληνικών νοικοκυριών καλπάζει.
Ούτε τα νοικοκυριά το ξέρουν, ούτε το εισόδημα κινδυνεύει να πάθει υψοφοβία. Και η οικονομική επιστήμη ποτέ δεν συμφιλιώθηκε με το μπαλαμούτι.
ΑΠΟ ΤΟ IEIDISEIS.GR

