ΔΕΘ, εξαγγελίες και παραγωγικότητα

Του Μελέτη Ρεντούμη

Η φετινή Διεθνής Έκθεση Θεσσαλονίκης δεν σηματοδότησε με την ομιλία του πρωθυπουργού απλώς ένα ακόμη καλάθι παροχών, αλλά έφερε και ένα οικονομικό συμβόλαιο που εκτείνεται πέρα από τις εκλογές της άνοιξης του 2027. Η λεγόμενη Συμφωνία Προόδου και Ευημερίας, προβλέπει παρεμβάσεις με δημοσιονομικό κόστος 2,2 δισ. ευρώ για το 2027 και έως 3,5 δισ. ευρώ μέχρι το 2030. Το κρίσιμο ερώτημα, συνεπώς, δεν είναι μόνο ποιος κερδίζει, αλλά πότε και με ποιες προϋποθέσεις.

Τα επιβεβαιωμένα μέτρα απλώνονται σε ένα ευρύ ακροατήριο όσον αφορά τους δικαιούχους. Πιο συγκεκριμένα, οι συνταξιούχοι άνω των 65 ετών προβλέπεται να λαμβάνουν μόνιμη ετήσια ενίσχυση 400 ευρώ, ενώ οι δημόσιοι υπάλληλοι επίδομα Χριστουγέννων 500 ευρώ.

Για τους ελεύθερους επαγγελματίες περιορίζονται οι προσαυξήσεις του τεκμαρτού εισοδήματος και η προκαταβολή φόρου υποχωρεί από το 55% στο 50%. Επίσης, για επιχειρήσεις εκτός Αττικής καταργείται το τέλος επιτηδεύματος, ενώ για αγρότες και τρίτεκνες οικογένειες θεσπίζεται μηδενικός φόρος έως εισόδημα 20.000 ευρώ.

Βέβαια, υπάρχει μία ουσιώδης διάκριση ανάμεσα στο άμεσο όφελος και στην τετραετή υπόσχεση. Ο κατώτατος μισθός των 1.000 ευρώ τοποθετείται στον Ιανουάριο του 2028. Η προκαταβολή φόρου των εταιρειών θα μειώνεται σταδιακά από το 2028, ώσπου να φτάσει στο 50%. Ακόμη και το τέλος επιτηδεύματος στην Αττική καταργείται το 2029. Έτσι, σημαντικό μέρος του πακέτου δεν αποτελεί χρήμα που μπαίνει τώρα στην αγορά, αλλά προγραμματισμένη ελάφρυνση υπό την αίρεση της πολιτικής και δημοσιονομικής συνέχειας.

Η ίδια προσοχή χρειάζεται και στο επιχειρηματικό σκέλος. Η μεταφορά 1,5 δισ. ευρώ από το Ταμείο Ανάκαμψης στην Ελληνική Αναπτυξιακή Τράπεζα στοχεύει να κινητοποιήσει χρηματοδότηση έως 5 δισ. ευρώ για μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Πρόκειται όμως κυρίως για δάνεια και εγγυήσεις, όχι για επιχορηγήσεις. Μια βιώσιμη εταιρεία μπορεί να αποκτήσει φθηνότερο κεφάλαιο. Μια επιχείρηση με ζημιές, οφειλές ή ανεπαρκή πιστοληπτική εικόνα μπορεί να μείνει πάλι εκτός αγορών, χωρίς σαφή τρόπο χρηματοδότησης.

Είναι προφανές πως το δημοσιονομικό υπόβαθρο είναι ισχυρότερο από ό,τι πριν από λίγα χρόνια. Πλέον η ελληνική οικονομία αναπτύσσεται με ετήσιο ρυθμό περίπου 2% και το πρωτογενές πλεόνασμα του 2026 εκτιμάται κοντά στο 4%, διπλάσιο από την αρχική πρόβλεψη. Αυτό εξηγεί τον διαθέσιμο χώρο χωρίς επιστροφή στη λογική των ελλειμματικών πακέτων. Δεν καταργεί, ωστόσο, την ανάγκη ιεράρχησης. Κάθε μόνιμη παροχή δεσμεύει πόρους που θα μπορούσαν να κατευθυνθούν σε επενδύσεις, δεξιότητες και υποδομές.

Επιπρόσθετα, πρέπει να τονιστεί πως οι στόχοι για ανεργία κάτω από 6%, μέσο μισθό άνω των 1.800 ευρώ, επενδύσεις 65 δισ. ευρώ και μεταποίηση στο 12% του ΑΕΠ δεν επιτυγχάνονται με φοροελαφρύνσεις μόνο. Απεναντίας, χρειάζονται ταχύτερη δικαιοσύνη, σταθερό ενεργειακό κόστος, περισσότερες εξαγωγικές επιχειρήσεις και ουσιαστική ψηφιακή αναβάθμιση των μικρομεσαίων. Αν η πίστωση διοχετευθεί στους ήδη ισχυρούς και οι παροχές γίνουν υποκατάστατο μεταρρυθμίσεων, η χώρα θα βελτιώσει το διαθέσιμο εισόδημα χωρίς να αλλάξει όμως την παραγωγική της βάση.

Συμπερασματικά λοιπόν θα λέγαμε, πως το πακέτο της ΔΕΘ αγοράζει στην ουσία κοινωνικό και πολιτικό χρόνο, επειδή μοιράζει πραγματικές παροχές και δείχνει μία δημοσιονομική πειθαρχία ταυτόχρονα. Παρόλα αυτά, δεν προσφέρει το πλαίσιο για ένα νέο παραγωγικό μοντέλο με αυξημένη παραγωγικότητα.

Με βάση τα παραπάνω, η επιτυχία του εγχειρήματος δεν θα κριθεί από το άθροισμα των εξαγγελιών, αλλά από το πόσες πρακτικά επενδύσεις θα γίνουν πράξη, πόσες μικρές επιχειρήσεις θα έχουν πρόσβαση σε χρηματοδότηση και πόσο μόνιμα τελικά μπορούν να αυξηθούν οι μισθοί μέσα από την αυξημένη παραγωγή και παραγωγικότητα. Εκεί στην ουσία βρίσκεται το πραγματικό διακύβευμα για την ελληνική οικονομία και κοινωνία.

Ο Μελέτης Ρεντούμης είναι οικονομολόγος τραπεζικός