Του Απόστολου Λουλουδάκη
Οι δηλώσεις του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν στις 7 Σεπτεμβρίου 2026 επανέφεραν με εντυπωσιακή καθαρότητα ένα από τα σταθερά μοτίβα της τουρκικής γεωπολιτικής ρητορικής: την Τουρκία ως «πολιορκημένη» χώρα. Μετά τη συνεδρίαση του Υπουργικού Συμβουλίου, ο Τούρκος πρόεδρος προειδοποίησε ότι η Άγκυρα δεν θα παραμείνει «θεατής» απέναντι σε εχθρικά βήματα που, κατά τον ίδιο, αποσκοπούν στην περικύκλωσή της. Η ψύχραιμη στάση της Τουρκίας, είπε, δεν πρέπει να εκλαμβάνεται ως αδυναμία.
Η Άγκυρα υποφέρει διαχρονικά από μια οξεία κρίση υπαρξιακής κλειστοφοβίας, η οποία μεταφράζεται στην πολιτική της ρητορική ως το σύνδρομο της «περικύκλωσης». Όταν ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν δηλώνει με τη γνωστή, σχεδόν θεατρική του ένταση ότι η Τουρκία δεν θα παραμείνει «θεατής στις κερκίδες» ενώ ξένες δυνάμεις επιχειρούν να την εγκλωβίσουν, δεν κάνει τίποτα περισσότερο από το να ανακυκλώνει το παλιό, καλό «Σύνδρομο των Σεβρών». Πρόκειται για εκείνη την εθνική ψύχωση που θέλει τον κόσμο ολόκληρο να συνωμοτεί για τον διαμελισμό της ανατολικής υπερδύναμης.
Ωστόσο, πίσω από την πομπώδη αυτή γεωπολιτική δραματοποίηση κρύβεται μια θεμελιώδης, σχεδόν παιδική παρεξήγηση της παγκόσμιας χαρτογραφίας: κάποιος πρέπει επιτέλους να εξηγήσει στον Τούρκο Πρόεδρο ότι η περικύκλωση δεν είναι μια εχθρική συνωμοσία, αλλά η βασική ιδιότητα της γεωγραφίας. Όλες οι χώρες, με την εξαίρεση ίσως κάποιων μοναχικών νησιών στον Ειρηνικό, είναι περικυκλωμένες από άλλες χώρες.
Αυτή η κοινή μοίρα της ανθρωπότητας, η οποία ονομάζεται «σύνορα», δεν αποτελεί στρατιωτική λαβίδα, αλλά το αναπόφευκτο αποτέλεσμα της ανθρώπινης συνύπαρξης πάνω σε έναν πεπερασμένο πλανήτη. Για την Άγκυρα όμως, η γεωγραφία δεν είναι ένα δεδομένο πλαίσιο διπλωματίας, αλλά μια διαρκής προσωπική προσβολή. Το γεγονός ότι η Τουρκία συνορεύει με την Ελλάδα, τη Βουλγαρία, τη Συρία, το Ιράκ, το Ιράν, την Αρμενία και τη Γεωργία δεν αποτελεί μια στρατηγική πρόκληση που απαιτεί λεπτούς χειρισμούς, αλλά μια απόδειξη «ύπουλου σχεδίου». Στην αναθεωρητική λογική της σημερινής Άγκυρας, οι γείτονες δεν είναι εταίροι, αλλά εν δυνάμει πολιορκητές.
Αν ακολουθήσει κανείς αυτή τη λογική μέχρι το παράλογο άκρο της, τότε η Γαλλία θα έπρεπε να βρίσκεται σε μόνιμο νευρικό κλονισμό επειδή είναι «περικυκλωμένη» από τη Γερμανία, την Ιταλία, την Ισπανία και το Βέλγιο. Η Γερμανία, με τη σειρά της, περιβάλλεται από εννέα διαφορετικά κράτη, πράγμα που με τα κριτήρια του Ερντογάν θα την καθιστούσε το πιο απειλούμενο θύμα της παγκόσμιας ιστορίας. Κι όμως, η Ευρώπη κατάφερε να μετατρέψει αυτή την «περικύκλωση» σε μια προσοδοφόρα αγορά και μια ειρηνική κοινότητα, αποδεικνύοντας ότι το πρόβλημα δεν βρίσκεται στους χάρτες, αλλά στα μυαλά εκείνων που τους διαβάζουν με τα γυαλιά του 19ου αιώνα.
Αυτή ακριβώς η οπτική αποκαλύπτει την πιο βαθιά, σχιζοφρενική αντίφαση της σύγχρονης τουρκικής στρατηγικής: η Άγκυρα καταγγέλλει ότι την περικυκλώνουν, την ίδια ώρα που η ίδια απλώνει τις στρατιωτικές της μπότες πέρα από τα σύνορά της, εφαρμόζοντας μια πολιτική επιθετικής διεύρυνσης. Πρόκειται για το κλασικό εύρημα της αυταρχικής ψυχολογίας, όπου ο θύτης αυτοπαρουσιάζεται ως θύμα για να νομιμοποιήσει το δικαίωμά του να επιτίθεται.
Η Τουρκία του Ερντογάν ισχυρίζεται ότι πνίγεται, αλλά είναι η ίδια που κρατά την ανάσα των γειτόνων της στη Συρία και στο Ιράκ, αλλά και της Κυπριακής Δημοκρατίας, μετά την εισβολή του 1974, με στρατιωτικές επεμβάσεις και διαρκή στρατιωτική παρουσία, μετατρέποντας τη θεωρία της «άμυνας» σε ένα διαρκές δόγμα προληπτικών πληγμάτων και μόνιμης κατοχής εδαφών.
Η πιο χαρακτηριστική νομικοπολιτική έκφανση αυτού του παραλόγου είναι το περίφημο casus belli, η απειλή πολέμου που έχει εκτοξεύσει η τουρκική Εθνοσυνέλευση εναντίον της Ελλάδας. Πρόκειται για μια εξαιρετικά ασυνήθιστη περίπτωση επίσημης απειλής χρήσης βίας απέναντι στην άσκηση ενός δικαιώματος που προβλέπεται από το διεθνές δίκαιο: μια χώρα να απειλεί με πόλεμο μια άλλη, επειδή η δεύτερη ενδέχεται να ασκήσει το νόμιμο δικαίωμα επέκτασης της αιγιαλίτιδας ζώνης της μέχρι τα 12 ναυτικά μίλια—ένα κυρίαρχο δικαίωμα που προβλέπεται ρητά στο άρθρο 3 της Διεθνούς Σύμβασης για το Δίκαιο της Θάλασσας (UNCLOS). Η Άγκυρα, που δεν είναι συμβαλλόμενο μέρος στην UNCLOS, επιχειρεί να αντιτάξει στις διεθνείς προβλέψεις τη δική της ερμηνεία για το Δίκαιο της Θάλασσας, βαφτίζοντας τη διεθνή νομιμότητα ως «εχθρική ενέργεια» και «απόπειρα στραγγαλισμού». Στο μυαλό της τουρκικής ελίτ, η άσκηση των νόμιμων δικαιωμάτων από τους άλλους αποτελεί επιθετική πράξη περικύκλωσης, ενώ η δική της παραβίαση των συνόρων και των κυριαρχικών δικαιωμάτων θεωρείται «νόμιμη προστασία ζωτικών συμφερόντων».
Αυτή η επίσημη απειλή πολέμου έρχεται σε ευθεία, μετωπική σύγκρουση με το θεμέλιο της μεταπολεμικής διεθνούς αρχιτεκτονικής: το άρθρο 2 §4 του Καταστατικού Χάρτη του ΟΗΕ, το οποίο απαγορεύει ρητά όχι μόνο τη χρήση βίας, αλλά και την απειλή χρήσης βίας στις διεθνείς σχέσεις. Η Τουρκία, ως ιδρυτικό μέλος των Ηνωμένων Εθνών, υπογράφει καθημερινά τη δική της διεθνή παρανομία, συντηρώντας μια απειλή που υπονομεύει τη σταθερότητα της νοτιοανατολικής πτέρυγας του ΝΑΤΟ. Για την Άγκυρα, το διεθνές δίκαιο αντιμετωπίζεται à la carte: το επικαλείται όταν θεωρεί ότι εξυπηρετεί τα συμφέροντά της και το ποδοπατά επιδεικτικά όταν περιορίζει τις επεκτατικές της βλέψεις.
Αυτή η επιλεκτική ανάγνωση της πραγματικότητας δημιουργεί μια επικίνδυνη γεωπολιτική στρέβλωση. Πώς μπορεί η Άγκυρα να παρουσιάζεται ως περικυκλωμένη, όταν η ίδια επιχειρεί να αναδιατάξει τον θαλάσσιο χώρο γύρω από τους γείτονές της μέσω του Τουρκολιβυκού Μνημονίου του 2019;
Πρόκειται για μια συμφωνία την οποία η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει κρίνει ότι παραβιάζει τα κυριαρχικά δικαιώματα τρίτων κρατών, δεν συμμορφώνεται με το Δίκαιο της Θάλασσας και δεν μπορεί να παράγει έννομα αποτελέσματα έναντι τρίτων κρατών. Η αυθαίρετη αυτή χάραξη θαλάσσιων ζωνών μεταξύ Άγκυρας και Τρίπολης επιχειρεί να επιβάλει μια οριοθέτηση που αγνοεί την παρουσία και τα νόμιμα δικαιώματα των ελληνικών νησιών—μεταξύ άλλων της Κρήτης και της Ρόδου. Δεν επρόκειτο για μια πράξη αμυντικής εξασφάλισης, αλλά για μια επιθετική προσπάθεια να διχοτομηθεί η Ανατολική Μεσόγειος και να επιβληθεί στην πράξη το δόγμα της «Γαλάζιας Πατρίδας». Η Τουρκία δημιούργησε το φάντασμα της περικύκλωσης με τις δικές της πράξεις και τώρα τρομάζει από τη σκιά του, ονομάζοντας τη νόμιμη άμυνα των γειτόνων της «εχθρική κίνηση».
Αυτή η τριπλή αλυσίδα αναθεωρητισμού—από το casus belli στο Τουρκολιβυκό Μνημόνιο και τη «Γαλάζια Πατρίδα»—εξυπηρετεί μια πολύ συγκεκριμένη εσωτερική ανάγκη. Σε μια περίοδο όπου η τουρκική οικονομία κλυδωνίζεται, η κοινωνία πολώνεται και τα νεανικά όνειρα συνθλίβονται κάτω από το βάρος του αυταρχισμού, ο εξωτερικός εχθρός είναι το απόλυτο ελιξίριο πολιτικής επιβίωσης. Η εικόνα της Τουρκίας ως ενός «πολιορκημένου κάστρου» επιτρέπει στην ηγεσία της να απαιτεί από τους πολίτες απόλυτη πειθαρχία, θυσίες και, κυρίως, τη σιωπή τους. Όταν ο εχθρός βρίσκεται προ των πυλών, η κριτική για τον πληθωρισμό, τη διαφθορά ή την καταπάτηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων θεωρείται προδοσία. Έτσι, η γεωγραφία εργαλειοποιείται.
Ωστόσο, αυτή η διπλή γλώσσα της Άγκυρας δεν περνά απαρατήρητη. Η διεθνής κοινότητα έχει επανειλημμένα απορρίψει τις τουρκικές αιτιάσεις. Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο έχει ξεκαθαρίσει ότι το Τουρκολιβυκό Μνημόνιο δεν παράγει έννομα αποτελέσματα για τρίτα κράτη, ενώ οι Ηνωμένες Πολιτείες, μέσω του State Department, έχουν υπογραμμίσει ότι τα νησιά παράγουν θαλάσσιες ζώνες σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο, αποδομώντας το τουρκικό αφήγημα. Η Ουάσιγκτον και οι Βρυξέλλες βλέπουν πλέον καθαρά ότι οι κραυγές περί «περικύκλωσης» είναι το προπέτασμα καπνού για μια αναθεωρητική στρατηγική που επιδιώκει να μετατρέψει την Τουρκία σε έναν αυτόνομο, ηγεμονικό πόλο, με όσο το δυνατόν μεγαλύτερο περιθώριο στρατηγικής αυτονομίας απέναντι στις δυτικές συμμαχίες.
Αυτή η δυναμική αποκαλύπτει μια βαθύτερη αδυναμία κατανόησης του σύγχρονου πολυπολικού κόσμου. Ο Ερντογάν φαίνεται να πιστεύει ότι η ισχύς ενός κράτους μετριέται αποκλειστικά με τα τετραγωνικά χιλιόμετρα της επιρροής του και με την ικανότητά του να επιβάλλεται στους γείτονες. Είναι μια αναχρονιστική θεώρηση που αγνοεί ότι στον 21ο αιώνα, η πραγματική ισχύς πηγάζει από τη θεσμική αξιοπιστία, την οικονομική διασύνδεση και την ικανότητα να χτίζεις γέφυρες, όχι τείχη. Η προσπάθεια της Τουρκίας να ισορροπήσει ανάμεσα στη Δύση και την Ανατολή, φλερτάροντας ταυτόχρονα με το ΝΑΤΟ και τον Οργανισμό Συνεργασίας της Σαγκάης, δεν αποτελεί απλώς δείγμα μιας ευέλικτης εξωτερικής πολιτικής, αλλά μέρος μιας ευρύτερης επιδίωξης στρατηγικής αυτονομίας, η οποία συχνά μετατρέπεται σε πολιτική διαρκούς αναθεώρησης των ορίων της.
Η αλήθεια είναι ότι κανείς δεν επιθυμεί μια περικυκλωμένη, αποκλεισμένη ή αδύναμη Τουρκία. Μια σταθερή, δημοκρατική και ευημερούσα Τουρκία αποτελεί απαίτηση για την ασφάλεια ολόκληρης της περιοχής. Όμως, η σταθερότητα αυτή δεν μπορεί να οικοδομηθεί πάνω σε μια διαρκή νεύρωση μεγαλείου και καταδίωξης. Η γεωγραφική θέση της χώρας, στο σταυροδρόμι τριών ηπείρων, είναι ένα τεράστιο πλεονέκτημα που θα μπορούσε να την καταστήσει τον απόλυτο διαμεσολαβητή και οικονομικό κόμβο της Ευρασίας. Αντί γι’ αυτό, η σημερινή ηγεσία επιλέγει να βλέπει αυτό το σταυροδρόμι ως ένα επικίνδυνο ξέφωτο όπου όλοι οι περαστικοί κρατούν μαχαίρια. Αυτή η οπτική γωνία εγκλωβίζει την ίδια την Τουρκία σε μια φυλακή δικής της κατασκευής, όπου οι τοίχοι είναι φτιαγμένοι από καχυποψία και τα κάγκελα από εθνικιστικές κορώνες.
Κάποιος πρέπει να δώσει στον Τούρκο Πρόεδρο έναν παγκόσμιο άτλαντα και να του δείξει ότι η μοναξιά της χώρας του δεν είναι γεωγραφική, αλλά πολιτική. Η «περικύκλωση» για την οποία παραπονιέται δεν είναι τίποτα άλλο παρά ο καθρέφτης της δικής του αποτυχημένης διπλωματίας της ισχύος. Όσο η Άγκυρα αρνείται να αποδεχθεί ότι οι γείτονές της έχουν το ίδιο δικαίωμα στην ύπαρξη και την ασφάλεια που έχει και η ίδια, τόσο θα βλέπει παντού εχθρούς και συνωμοσίες. Η γεωγραφία είναι ανίκητη, όχι επειδή μας περιορίζει, αλλά επειδή μας αναγκάζει να ζούμε μαζί. Και η μεγαλύτερη αυταπάτη του Ερντογάν είναι να πιστεύει ότι μπορεί να αλλάξει τους κανόνες της γεωγραφίας και του διεθνούς δικαίου απλώς και μόνο επειδή αρνείται να κάτσει στις κερκίδες. Στο μεγάλο γήπεδο του κόσμου, κανείς δεν παίζει μόνος του, και η επιμονή να βλέπεις το παιχνίδι ως μια διαρκή μάχη επιβίωσης ενάντια σε φανταστικούς πολιορκητές, οδηγεί μαθηματικά στην αποβολή από τον ίδιο τον αγώνα.

