
Toυ Κώστα Παπαθεοδώρου
Η παρουσία της CVC Capital Partners στην Ελλάδα δεν είναι αποσπασματική. Εξετάζοντας δημοσιευμένα στοιχεία της δραστηριότητάς της, προκύπτει ότι επιχειρεί στρατηγική διείσδυση σε κρίσιμους τομείς όπως υγεία, ασφάλιση, τρόφιμα, ενέργεια. Τομείς που σχετίζονται με την καθημερινότητα των πολιτών. Η CVC ως επενδυτής, αγοράζει στρατηγικούς τομείς, τους αναδιαρθρώνει, ενοποιεί δίκτυα και επιδιώκει υπεραξία. Στην Ελλάδα, αυτή η παρουσία μεταφράζεται σε σημαντική παρουσία σε πυλώνες που αφορούν τη ζωή των πολιτών.
Η είσοδος ιδιωτικών επενδυτών στη ΔΕΗ είναι χαρακτηριστική. Μέσω της αύξησης μετοχικού κεφαλαίου του 2021, ύψους περίπου 1,35 δισ. ευρώ, το ελληνικό Δημόσιο από πλειοψηφικός κατέστη μειοψηφικός μέτοχος, στο πλαίσιο της επιλεγείσας στρατηγικής μετάβασης της επιχείρησης σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Το αέναο ερώτημα που τίθεται, ιδίως σε περιόδους διεθνών κρίσεων, είναι πόσο στρατηγική ήταν εκείνη η επιλογή για έναν πυλώνα ενεργειακής ασφάλειας.
Η αιτιολόγηση της κυβέρνησης ήταν και παραμένει ότι τα ιδιωτικά κεφάλαια φέρνουν τεχνογνωσία. Όμως το ζήτημα που ανακύπτει με ένταση είναι ποιος τελικά καθορίζει τις προτεραιότητες όταν το κράτος υποχωρεί: η αγορά ή η κοινωνία;
Προφανώς τα επενδυτικά κεφάλαια δεν είναι παθητικοί επενδυτές. Και στην περίπτωση της ΔΕΗ, η συμμετοχή ιδιωτών εκτός από χρηματοοικονομική έχει και στρατηγικές προεκτάσεις ως προς τη λειτουργία και τις κατευθύνσεις της επιχείρησης.
Και δεν είναι μόνο η ΔΕΗ. Η CVC έχει αναπτύξει εκτεταμένη παρουσία στον τομέα της υγείας και της ασφάλισης, αποκτώντας συμμετοχές σε μεγάλα θεραπευτήρια, διαγνωστικά κέντρα και την Εθνική Ασφαλιστική, συμμετέχοντας έτσι σε κρίσιμες υποδομές παροχής υπηρεσιών. Την ίδια στιγμή, έχει επεκταθεί σε βασικούς πυλώνες της αγοράς τροφίμων μέσω της Vivartia, μίας από τις μεγαλύτερες εταιρείες τροφίμων.
Η Vivartia αποτελεί βασικό όχημα δραστηριοποίησης της CVC στον αγροτοδιατροφικό τομέα, καθώς μέσω αυτής έχει αποκτηθεί έλεγχος ή σημαντική συμμετοχή σε μεγάλες εταιρείες του κλάδου. Με τον τρόπο αυτό η CVC αποκτά παρουσία σε διαφορετικά στάδια της αλυσίδας, από την παραγωγή έως την επεξεργασία και εμπορία.
Τα brands που συνδέονται με τη Vivartia περιλαμβάνουν:
ΔΕΛΤΑ (Delta Foods)
United Mill Company (UMC)
Barba Stathis
Chrysi Zymi
Goody’s
Everest
Flocafé
La Pasteria
Επιπλέον, στο ευρύτερο επενδυτικό αποτύπωμα της CVC στον κλάδο των τροφίμων εντάσσεται και η ΔΩΔΩΝΗ Α.Ε..
Με αυτή τη στρατηγική, η CVC συγκεντρώνει σημαντική παρουσία στην αλυσίδα τροφίμων στην Ελλάδα, από την παραγωγή έως την τελική διάθεση. Συνεπώς, δεν πρόκειται για απλή τοποθέτηση κεφαλαίων, αλλά για ενίσχυση της παρουσίας της σε τομείς που επηρεάζουν την καθημερινότητα των πολιτών.
Σε αυτό το ήδη σύνθετο τοπίο προστίθεται και η πολιτική διάσταση: έχει αναφερθεί δημόσια ότι συγγενικό πρόσωπο του πρωθυπουργού έχει εργαστεί στην CVC σε ρόλο που αφορά τις σχέσεις με επενδυτές. Το γεγονός αυτό έχει τροφοδοτήσει δημόσια αντιπαράθεση ως προς τα όρια θεσμικής απόστασης μεταξύ πολιτικής εξουσίας και μεγάλων επενδυτικών σχημάτων.
Η συζήτηση δεν εστιάζει σε παρανομία, καθώς προσώρας, δεν έχει αποδειχθεί κάτι τέτοιο. Σχετίζεται όμως με τη θεσμική λειτουργία. Όταν ένας επενδυτικός φορέας αποκτά σημαντικές συμμετοχές σε στρατηγικούς τομείς, εγείρονται ερωτήματα σχετικά με τη συγκέντρωση ισχύος και τη λειτουργία της αγοράς.
Ανακύπτει, παράλληλα, και ένα κρίσιμο ερώτημα: πώς διασφαλίζεται στην πράξη η ανεξαρτησία των αποφάσεων όταν μεγάλοι οικονομικοί παίκτες επηρεάζονται από κυβερνητικές επιλογές; Και ακόμη κι αν όλα είναι τυπικά νόμιμα, είναι θεσμικά επαρκή;
Υπό αυτό το πρίσμα, η συζήτηση για την ενέργεια, την υγεία, την ασφάλιση και τα τρόφιμα δεν είναι τεχνική, αλλά βαθιά πολιτική, καθώς αφορά το μοντέλο ανάπτυξης, τα όρια δημόσιου και ιδιωτικού και τη διαφάνεια στη λήψη αποφάσεων.
Εξετάζοντας τη συνολική γεωγραφική κατανομή των επενδύσεων της CVC Capital Partners, ανακύπτει εμφανής διαφοροποίηση στην ελληνική περίπτωση. Σε άλλες αγορές, η δραστηριότητά της κατανέμεται σε πολλούς τομείς χωρίς να συγκεντρώνεται με την ίδια ένταση σε βασικούς πυλώνες της καθημερινότητας. Στην Ελλάδα, αντίθετα, η ταυτόχρονη παρουσία σε υγεία, ασφάλιση και τρόφιμα δημιουργεί την εικόνα μιας ασυνήθιστα πυκνής και συγκεντρωτικής τοποθέτησης.
Η συσσώρευση παρουσίας σε τόσο κομβικούς τομείς δεν λειτουργεί απλώς ως μία ακόμη επενδυτική στρατηγική, αλλά αναδεικνύεται σε παράγοντα με αυξημένο ειδικό βάρος. Όχι απαραίτητα λόγω πρόθεσης, αλλά ένεκα αποτελέσματος.
Και εδώ ανακύπτει ακόμη ένα ερώτημα που δεν μπορεί να αγνοηθεί: όταν ένας επενδυτικός οργανισμός αποκτά ταυτόχρονη παρουσία σε τόσους κρίσιμους τομείς μιας χώρας, πρόκειται απλώς για επιτυχημένη επιχειρηματική στρατηγική ή για μια μορφή συγκέντρωσης επιρροής που, εκ των πραγμάτων, επηρεάζει τις ισορροπίες της αγοράς;
Η ιδιαίτερα δυναμική παρουσία της CVC Capital Partners, στην Ελλάδα, γεννά ερωτήματα που αξίζουν απάντηση: ποιος καθορίζει τις προτεραιότητες σε στρατηγικούς τομείς; Ποιος ελέγχει τον ελεγκτή;

