
Του Απόστολου Λουλουδάκη
“…Ο πολιτικός καιροσκοπισμός, συνοδοιπόρος ενός ακραία δημαγωγικού λόγου, δεν συνθλίβει μόνο προσωπικότητες αλλά υπονομεύει τα συντεταγμένα όργανα της Δημοκρατίας. Τέτοια φαινόμενα εμφανίστηκαν συχνά στην Ευρώπη μετά το γύρισμα του αιώνα και οδήγησαν στην ραγδαία αύξηση των ποσοστών των φασιστικών κομμάτων…” *
Αυτό έγραψαν μεταξύ άλλων για το θέμα της τραγωδίας των Τεμπών η Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων της Ελλάδος.
Η ιστορική εμπειρία του Μεσοπολέμου καταδεικνύει ότι η δημαγωγία και ο καιροσκοπισμός, αν και αποτελούν κρίσιμα εργαλεία πολιτικής κινητοποίησης, δεν επαρκούν από μόνα τους να εξηγήσουν την επικράτηση του φασισμού. Οι βαθύτερες αιτίες συνδέονται με την εύθραυστη θεσμική συγκρότηση, τις εθνικές ταπεινώσεις, τις οικονομικές καταστροφές και τη στάση των πολιτικών και κοινωνικών ελίτ.
Η Ιταλία και η Γερμανία αποτελούν χαρακτηριστικά παραδείγματα. Στην πρώτη, η «καχεκτική νίκη» του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου και η αδυναμία του κοινοβουλευτικού συστήματος άφησαν χώρο στον Μουσολίνι να εκμεταλλευτεί τη δυσαρέσκεια και να προσφέρει τη φασιστική «λύση». Στη Γερμανία, η ταπείνωση της Συνθήκης των Βερσαλλιών, ο υπερπληθωρισμός και η Μεγάλη Ύφεση μετά το 1929 δημιούργησαν συνθήκες κοινωνικής απόγνωσης. Εκεί, η δημαγωγική ρητορική του Χίτλερ βρήκε γόνιμο έδαφος, ιδίως επειδή οι παραδοσιακές ελίτ πίστεψαν πως θα μπορούσαν να τον ελέγξουν και έτσι νομιμοποίησαν την άνοδό του στην εξουσία.
Παράλληλα, στη Νότια Ευρώπη εμφανίστηκαν αυταρχικά καθεστώτα με συγγενή χαρακτηριστικά. Στην Ισπανία, ο Φρανθίσκο Φράνκο αξιοποίησε το διχαστικό κλίμα και τις πολιτικές συγκρούσεις που οδήγησαν στον Εμφύλιο Πόλεμο (1936–1939) για να εγκαθιδρύσει ένα μακροχρόνιο καθεστώς, το οποίο συνδύαζε εθνικισμό, αυταρχισμό και στενή σχέση με τον στρατό και την Καθολική Εκκλησία. Στην Πορτογαλία, ο Αντόνιο Σαλαζάρ θεμελίωσε το καθεστώς του «Estado Novo», που στηριζόταν στην καταστολή, στον αντικομμουνισμό και στην έντονη ιδεολογική και θρησκευτική πειθαρχία. Και στις δύο περιπτώσεις, η δημαγωγία και ο πολιτικός καιροσκοπισμός ενισχύθηκαν από βαθιά κοινωνικά ρήγματα και την αδυναμία λειτουργίας δημοκρατικών θεσμών.
Αντίθετα, σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες με παρόμοια προβλήματα δεν εκδηλώθηκαν ολοκληρωτικά καθεστώτα. Στη Βρετανία και τη Γαλλία, παρά τις κοινωνικές εντάσεις, η μακρά κοινοβουλευτική παράδοση και η ύπαρξη ισχυρών δημοκρατικών αντιβάρων λειτούργησαν ως ανάχωμα. Στις Σκανδιναβικές χώρες, η πολιτική συνεργασίας και η ανάπτυξη κοινωνικού κράτους περιόρισαν τις ανισότητες και αποδυνάμωσαν το έδαφος πάνω στο οποίο θα μπορούσε να αναπτυχθεί η φασιστική δημαγωγία.
Η ιστορική σύγκριση αποκαλύπτει ότι ο πολιτικός καιροσκοπισμός και η δημαγωγία αποτελούν καταλύτες, όχι όμως και την αποκλειστική αιτία της ανόδου του φασισμού. Η αποφασιστική σημασία ανήκει στη θεσμική ανθεκτικότητα, στην ικανότητα διαχείρισης κοινωνικοοικονομικών κρίσεων και στη στάση των ελίτ. Όπου οι θεσμοί αποδείχθηκαν αδύναμοι και οι κοινωνίες διχασμένες από εθνικές ταπεινώσεις και οικονομικά αδιέξοδα, ο φασισμός βρήκε έδαφος να ευδοκιμήσει. Όπου, αντιθέτως, λειτούργησαν μηχανισμοί ενσωμάτωσης και δημοκρατικής σταθερότητας, τα φαινόμενα πολιτικού καιροσκοπισμού και δημαγωγίας παρέμειναν περιθωριακά.
Δυστυχώς, το κείμενο αυτό, στο ύφος και τη ρητορική του, αναπαράγει τον λαϊκισμό που θέλει να καταγγείλει, δηλαδή τον κίνδυνο ενός λόγου που καταφεύγει στη δημαγωγία για να αντιταχθεί στη δημαγωγία.
Γι’ αυτό όσοι γράφουν τέτοια κείμενα οφείλουν πρώτα να κάνουν εντατικά μαθήματα Ιστορίας και να αναλογιστούν μήπως, χωρίς να το αντιλαμβάνονται, καταλήγουν να υπηρετούν ένα παρόμοιο καθεστώς που σήμερα καταγγέλλουν.
Εξ άλλου σε χαιρετισμό στις 19 Ιουνίου 2025 με θέμα την δικαστική ανεξαρτησία, ο κ. Χριστόφορος Σεβαστίδης,
ΔΝ Εφέτης, Πρόεδρος της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων έλεγε:
“…Ειδικότερα όμως για την Ελλάδα τα συμπεράσματα είναι περισσότερο ανησυχητικά και σε φυσιολογικές συνθήκες θα προκαλούσαν κοινωνική αναστάτωση, αν λάβει κανείς υπόψη του ότι στην έρευνα συμμετείχαν αποκλειστικά δικαστικοί λειτουργοί. Το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο πολιτικής και ποινικής δικαιοσύνης, ο Άρειος Πάγος δηλαδή αξιολογήθηκε ως προς την ανεξαρτησία του με βαθμολογία 5,6 (στην κλίμακα 0 έως 10) ενώ το αντίστοιχο Δικαστικό Συμβούλιο Διοικητικής Δικαιοσύνης, το Συμβούλιο της Επικρατείας, με 8,1. Μόνο το 26% των δικαστών πολιτικής και ποινικής δικαιοσύνης θεωρεί ότι το Συμβούλιο διαθέτει επαρκείς μηχανισμούς προστασίας της ανεξαρτησίας ενώ το αντίστοιχο ποσοστό στους διοικητικούς δικαστές φτάνει το 59%. Μόνο το 38% των δικαστών πολιτικής και ποινικής δικαιοσύνης θεωρεί ότι η κυβέρνηση σέβεται την ανεξαρτησία τους έναντι 62% των διοικητικών. Το 33% των δικαστών της πολιτικής και ποινικής δικαιοσύνης και το 15% των διοικητικών θεωρεί ότι οι προαγωγές δεν βασίζονται σε αξιοκρατικά κριτήρια. Το 40% των Ελλήνων δικαστών θεωρεί ότι οι αποφάσεις τους επηρεάζονται από παρεμβάσεις των ΜΜΕ ένα από τα υψηλότερα ποσοστά στην Ευρώπη. Το 14% των δικαστών πολιτικής και ποινικής δικαιοσύνης και το 2% των διοικητικών δικαστών ανέφερε ότι υπήρξε θύμα ή δέχτηκε απειλή πειθαρχικής κύρωσης λόγω έκβασης μιας υπόθεσης. Και αν αυτά είναι τα ποσοστά που αποτυπώνονται σε έρευνα μεταξύ των ίδιων των δικαστών, πόσο μακριά από την πραγματικότητα βρίσκονται οι δημοσκοπήσεις της κοινής γνώμης; …”

