Αξιολόγηση: Το νέο σπορ της Γραφειοκρατίας και της Κομματοκρατίας!

Του Γιώργου Καρανάσιου

Ο Πρωθυπουργός, μιλώντας από το Υπουργείο Παιδείας (25/4/2025), δήλωσε :

«Όποιος εκπαιδευτικός αρνείται επί της αρχής να αξιολογηθεί δεν έχει θέση στη δημόσια εκπαίδευση».

Η δήλωση αυτή αποκαλύπτει όχι μόνο την πρόθεση της κυβέρνησης, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο τίθεται το ζήτημα:

με ένταση, με μονομέρεια, με τιμωρητική διάθεση.

Αν όμως θέλουμε να μιλήσουμε σοβαρά για αξιολόγηση, πρέπει πρώτα να ξεκαθαρίσουμε:

Τι είδους αξιολόγηση;

Με ποιο σκοπό;

Με ποια κριτήρια;

Και κυρίως: από ποιους;

Σε μια χώρα όπου το κράτος συχνά λειτουργεί με πελατειακές λογικές, με προσχηματικούς ελέγχους και με γνώμονα πολιτικά οφέλη, πώς μπορεί να υπάρξει μια διαδικασία ουσιαστικής βελτίωσης και όχι μια νέα σκηνοθεσία;

Όταν το πολιτικό σύστημα γνωρίζει τα προβλήματα αλλά αντί να τα λύνει τα εκμεταλλεύεται, τότε κάθε έννοια αξιολόγησης αδειάζει από περιεχόμενο *.

Ακόμη χειρότερα:

όσοι υπερασπίζονται με πάθος την εφαρμογή αξιολόγησης φροντίζουν να εξαιρούν τους εαυτούς τους.

Ζητούν αυστηρούς ελέγχους για όλους, εκτός από εκείνους που τους σχεδιάζουν.

Όλα αυτά συμβαίνουν, γιατί κανείς από τους εμπλεκόμενους δεν σκέφτεται και δεν τοποθετηθεί στο κέντρο της συζήτησης το μέλλον των παιδιών.

Δεν είναι τυχαίο, ότι σε άλλους τομείς του δημοσίου από τον ΟΠΕΚΕΠΕ… τραγωδία των Τεμπών μέχρι τις αξιολογήσεις στη Δημόσια Διοίκηση… οι ευθύνες κουκουλώνονται, ενώ οι έλεγχοι αποδεικνύονται διακοσμητικοί.

Η αξιολόγηση, για να είναι ουσιαστική, δεν μπορεί να είναι μονόδρομος. Δεν είναι δυνατόν να αφορά μόνο τον εκπαιδευτικό που βρίσκεται καθημερινά στην τάξη, παλεύοντας με ελλείψεις, με προγράμματα εκτός πραγματικότητας, κ.λ. η αξιολόγηση να αφορά το διδακτικό υλικό, τα διδακτικά μέσα, τους χώρους διδασκαλίας, κ.λ.

Οφείλει να είναι αμφίδρομη:

Οι ίδιοι οι εκπαιδευτικοί πρέπει να έχουν λόγο στην αξιολόγηση Διευθύνσεων, Συμβούλων, των στελεχών γενικά που τους αξιολογούν, έχοντας ως βασική αρχή την ανατροφοδοτική προσέγγιση της αξιολόγησης και την ποιοτική αναβάθμιση όλων των συντελεστών σ’ αυτή την εκπαιδευτική διαδικασία.

Πώς μπορούν να αξιολογούν εκείνοι που έχουν εγκαταλείψει την τάξη εδώ και δέκα ή είκοσι χρόνια;

Πώς γνωρίζουν τη σύγχρονη σχολική πραγματικότητα όσοι έχουν περιοριστεί σε γραφεία;

Αν υπάρχει ειλικρίνεια, τότε η λύση είναι απλή:

περιορισμένη θητεία στα διοικητικά, συμβουλευτικά καθήκοντα και επιστροφή στην τάξη. Μόνο έτσι διατηρείται η επαφή με τις ανάγκες και τις δυσκολίες του σχολείου.

Η επιλογή στελεχών θα έπρεπε επίσης να γίνεται με αντικειμενικά κριτήρια, μέσα ΚΑΙ από διαδικασίες  ΑΣΕΠ, ώστε να υπάρχει διαφάνεια, αξιοπιστία και ΣΥΝΘΕΣΗ αξιολογικών κριτηρίων για  καλύτερο αποτέλεσμα αξιοκρατίας στελεχών στην εκπαίδευση!

Αντί γι’ αυτά, επιχειρείται η καθιέρωση μιας νέας γραφειοκρατίας:

δειγματικές διδασκαλίες-θεατρικές παραστάσεις, αποκομμένες από την καθημερινότητα, κρινόμενες από ανθρώπους που έχουν πάψει να μπαίνουν σε τάξη.

Μια διαδικασία προσχηματική και βαθιά προσβλητική, που μετατρέπει τον εκπαιδευτικό σε «ηθοποιό» για χάρη της νέας  αξιολόγησης. Ο εκπαιδευτικός καλείται να «παίξει» σε επικοινωνιακές ασκήσεις και σε «αξιολογήσεις βιτρίνας».

Δεν είναι τυχαίο, ότι όσοι συμμετέχουν συχνά νιώθουν πως κρίνονται από καριερίστες υπαλλήλους που περισσότερο υπηρετούν την εκάστοτε εξουσία παρά την εκπαίδευση.

Κι όλα αυτά την ώρα που οι πραγματικές παθογένειες μένουν άθικτες:

❱   Προγράμματα σπουδών ξεπερασμένα.

❱   Βιβλία προβληματικά.

❱   Ύλες εξωπραγματικές.

 ❱   Κενά εκπαιδευτικών που παραμένουν για μήνες.

 ❱   Χρηματοδότηση μόνιμα ανεπαρκής.

Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, τι αξία έχει να κρίνεις τον εκπαιδευτικό;

Τι νόημα έχει να απαιτείς «αποτελεσματικότητα», όταν το ίδιο το κράτος τον υπονομεύει συστηματικά;

Η σημερινή διαδικασία αξιολόγησης δεν βελτιώνει, αντιθέτως, καλύπτει τις ευθύνες εκείνων που διαμόρφωσαν το αδιέξοδο και φορτώνει τα βάρη σε αυτούς που κρατούν το σχολείο όρθιο.

Ο κίνδυνος είναι προφανής:

η αξιολόγηση, αντί να συμβάλλει σε πρόοδο, μετατρέπεται σε εργαλείο κατηγοριοποίησης σχολείων, σε μοχλό υποχρηματοδότησης, σε μέσο πίεσης για όσους εκπαιδευτικούς δεν συμμορφώνονται με τις πολιτικές εντολές.

Έτσι, μια θεμιτή έννοια μετατρέπεται σε προσχηματική διαδικασία που ξεπλένει ευθύνες και βαθαίνει την κρίση.

Η αξιολόγηση ως ιδέα και ως πρακτική  δεν είναι αρνητική.

Θα μπορούσε να γίνει εργαλείο αυτογνωσίας, προόδου, ποιοτικής αναβάθμισης.

Όμως αυτό που εφαρμόζεται σήμερα δεν έχει καμία σχέση με αυτή την προοπτική.

Είναι ψεύτικο, γραφειοκρατικό, άδικο.

Αντί να υπηρετεί το σχολείο, το εκμεταλλεύεται. Αντί να βελτιώνει την εκπαίδευση, τη χρησιμοποιεί ως άλλοθι.

Η ουσιαστική αξιολόγηση μπορεί να υπάρξει μόνο αν στηριχθεί στην ειλικρίνεια, στη συμμετρία, στην ουσιαστική εμπλοκή όλων με ΑΞΙΟΚΡΑΤΊΑ.

Κυρίως, μπορεί να υπάρξει μόνο αν το ίδιο το κράτος θελήσει πρώτα να διορθώσει τις δικές του χρόνιες παθογένειες.

Διαφορετικά, θα παραμείνει ένα ακόμη εργαλείο πολιτικής σκοπιμότητας, μακριά από κάθε ειλικρινή προσπάθεια βελτίωσης του δημόσιου σχολείου.

➡️   Υ.Γ.1.  Από τους 22.000 εκπαιδευτικούς συνολικά που αξιολογήθηκαν ατομικά μόνο 6 το έργο τους αξιολογήθηκε ως μη ικανοποιητικό, σύμφωνα με επίσημα στοιχεία του υπουργείου Παιδείας (το έργο των εκπαιδευτικών αξιολογείται ως μη ικανοποιητικό, ικανοποιητικό, πολύ καλό ή εξαιρετικό). Η βαθμολογία «άριστα» δίνεται στο 99% των περιπτώσεων, ακυρώνοντας κάθε έννοια αξιολόγησης. Περίπου 2.500 εκπαιδευτικοί δεν έχουν αποδεχθεί μέχρι στιγμής την αξιολόγησή τους, όπου προβλέπονται κυρώσεις με το νέο νόμο που ετοιμάζει το υπ. Εσωτερικών.

 ➡️   Υ.Γ.2. Στην πλειοψηφία των ευρωπαϊκών εκπαιδευτικών συστημάτων, κύριος στόχος της αξιολόγησης είναι η παροχή ΑΝΑΤΡΟΦΟΔΌΤΗΣΗΣ !!!

Η παροχή επιπλέον κινήτρων  και η επιβολή κυρώσεων δεν αποτελούν τον κανόνα στις χώρες της ΕΕ.

Η αξιολόγηση σε κεντρικό ή τοπικό επίπεδο, αποτελεί κοινή πρακτική στο 90% των ευρωπαϊκών χωρών.

➡️   Υ.Γ.3.  Η κοινωνία γνωρίζει ότι η ΚΟΜΜΑΤΟΚΡΑΤΊΑ, ΑΝΑΞΙΟΚΡΑΤΊΑ κυριαρχεί και πως κάθε «αξιολόγηση» είναι προσχηματική γι’ αυτό, ενώ οι ανάγκες είναι πραγματικές και πιεστικές, απουσιάζουν οι προϋποθέσεις για την ικανοποίησή τους.

Αυτή η ΈΛΛΕΙΨΗ ΔΙΚΑΙΟΣΎΝΗΣ κρατά τη χώρα βυθισμένη στον βούρκο, καθώς κανείς δεν πιστεύει πλέον ότι το αναγκαίο μπορεί να γίνει με τρόπο δίκαιο.

Η ΔΥΣΠΙΣΤΊΑ αυτή παραλύει τους ανθρώπους, τις υπηρεσίες και συνολικά την κοινωνία, οδηγώντας αναπόφευκτα σε ένα κακό και προδιαγεγραμμένο τέλος.

* Ο θεσμός του Επιθεωρητή, που λειτούργησε για 150 χρόνια, αποτέλεσε μηχανισμό ελέγχου της εκπαίδευσης, επικεντρωμένος κυρίως στον εκπαιδευτικό και όχι στις πραγματικές συνθήκες του σχολείου.

Η υπερβολική εξουσία του καλλιεργούσε φόβο και καταπίεση, ενώ οι εκπαιδευτικοί που καινοτομούσαν ή διαφοροποιούνταν διώκονταν για τις παιδαγωγικές τους αντιλήψεις, τα πολιτικά τους φρονήματα ή ακόμη και για τη γλώσσα που προτιμούσαν.

Έτσι, η Επιθεώρηση αντί για συνεργασία και δημοκρατία ενίσχυσε την καχυποψία και τον ανταγωνισμό.

Μετά την κατάργησή του το 1982, ο έλεγχος επανέρχεται με νέες μορφές αξιολόγησης και αυτοαξιολόγησης, «μεταρρυθμιστικές» : από τον Επιθεωρητή του χθες στον «επιστήμονα – αξιολογητή και τον διευθυντή – προϊστάμενο».

Νέοι, σύγχρονοι νόμοι αλλά και νόμοι – πατέντες, φωτογραφικές ρυθμίσεις, ποσοστώσεις – παζάρια και κανονισμούς που ντύνουν αυθαιρεσίες με γυαλιστερό περιτύλιγμα δεικτών και ερωτηματολογίων.

Στις περίφημες συνεντεύξεις – παραστάσεις φαιδρότητας – είδαμε συναδέλφους να βαθμολογούν άλλους με μηδέν και με άσσο σε κλίμακα του 25, για να στηθεί το θέατρο της αξιοκρατίας πάνω σε προσωπικές συμπάθειες, μικροκομματικά ανταλλάγματα και «στημένα» αποτελέσματα.

Στο τέλος ισοπέδωσαν τα μετρήσιμα προσόντα (μικρές διαφορές μεταξύ υποψηφίων), αφήνοντας τη συνέντευξη να αξιολογήσει – να ολοκληρώσει το έργο τους : να επιβραβεύει τους «ημετέρους» και να καταδικάζει τους ακατάλληλους μόνο και μόνο επειδή ήταν ακατάλληλοι για το σύστημα εξουσίας.

Μέσα σε αυτόν τον θεσμό που υπηρετούσε τη γραφειοκρατία, και έτρεφε το κομματικό πελατολόγιο και συντηρούσε καριερίστες, υπήρξαν όμως ΚΑΙ εξαιρέσεις: Επιθεωρητές ή Σύμβουλοι που τίμησαν το έργο τους με ήθος και ευθύνη.

Και κάποιοι σπουδαίοι εκπαιδευτικοί προτίμησαν να μείνουν στην Τάξη, αρνούμενοι το κυνηγητό ΧΑΡΤΙΏΝ και ΚΟΜΜΑΤΑΡΧΩΝ…

[email protected]