
Του Μανώλη Κοττάκη
”Εργάζομαι επαγγελματικά από το 1989. Τότε που στην Ελλάδα σημειώθηκε η άνοιξη της ενημέρωσης. Τότε που γκρεμίστηκε το κρατικό μονοπώλιο στην ενημέρωση τόσο στο ραδιόφωνο όσο και στην τηλεόραση. Τότε που πιστέψαμε σε μια νέα εποχή. Πολύ γρήγορα αποφάσισα ότι για να είσαι ανταγωνιστικός σε αυτό το επάγγελμα πρέπει να παίζεις σε όλες τις θέσεις. Πρέπει να ξέρεις να αναμετριέσαι και με τον υπολογιστή για να γράφεις κείμενα, και με το μικρόφωνο για να μιλάς σε ακροατές αλλά και να στέκεσαι μπροστά στα φώτα της κάμερας για να λες τα νέα. Ωστόσο πρέπει να σας ομολογήσω ότι είμαι οπαδός του χαρτιού. Στα ελληνικά ”εφημεριδάς ”.Αγαπώ την εφημερίδα γιατί μπορεί να τρυπώσει στον χαρτοφύλακα του καθενός μας, να μείνει εκεί και να γίνει κτήμα του ανά πάσα στιγμή της μέρας.
Χρειαζόμαστε εφημερίδες να τις αγαπάμε, να τις μισούμε, να τους κάνουμε ”σκηνές”, να τις πετάμε θυμωμένοι πάνω στο γραφείο όταν διαφωνούμε, αλλά στο τέλος της ημέρας με καθαρό μυαλό να γυρίζουμε πάντα σε αυτές. Στην μεγάλη αγκαλιά τους. Αγαπώ τέλος την εφημερίδα γιατί μόνο αυτές κάνουν αποκαλύψεις και παράγουν πολιτικές εξελίξεις. Γι’ αυτό και σήμερα στο ελληνικό διαδίκτυο η στήλη με την μεγαλύτερη αναγνωσιμότητα είναι τα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων. Ακόμη και στην παρακμή μας εμείς δείχνουμε που πάει το πράγμα.
Νομίζω ότι έχω τις απαντήσεις. Στην περίπτωση μας πρέπει να κινηθώ σε δύο άξονες. Στην ευθύνη ημών των δημοσιογράφων και στην ευθύνη της πολιτείας. Στην Ελλάδα μια χώρα όπου οι νέοι δηλώνουν ότι εμπιστεύονται περισσότερο από τους δημοσιογράφους και τους πολιτικούς τους φίλους τους στο facebook και γνωστούς καλλιτέχνες του ροκ εμείς είμαστε υποχρεωμένοι να ψάχνουμε γιατί μας αμφισβητούν τόσο. Θεωρώ καταρχάς ότι δεν πεθαίνουν οι εφημερίδες. Η σκέψη πεθαίνει. Αρνούμαστε να σκεφτούμε. Οι λέξεις μας και οι σκέψεις μας δεν παράγουν ούτε συναισθήματα ούτε επιχειρήματα.Πεθαίνει η σκέψη γιατί δεν αγαπάμε την γλώσσα μας. Μιλούμε με τρόπο που δεν συναρπάζει, που δεν συνεπαίρνει, που δεν εμπνέει. Δεν το ”ταξιδεύουμε” το κοινό μας. Μιλάμε επιθετικά, κοφτά, καταγγελτικά, σαν εισαγγελείς, με 300 λέξεις το πολύ έκαστος. Πεθαίνει η σκέψη γιατί δεν μας αρέσει το ρεπορτάζ. Ένα τηλέφωνο από το γραφείο, ένα copy paste από το ίντερνετ, μια γραπτή δήλωση και ιδού το θέμα. Ούτε τις συνεντεύξεις δεν κάνουμε ορισμένοι προφορικά.
Προσωπικά μου αρέσει να πηγαίνω σε καφενεία- στην Ελλάδα παράγεται πολιτική και στα καφενεία- και να στήνω αυτί να ακούω τι λέει ο κόσμος. Αν μπορούσαμε να επιβιβαστούμε σε ένα μαγικό χαλί και να πετάμε πάνω από τις παρέες στα καφενεία και τις ταβέρνες για να ακούμε τι λέει ο κόσμος για εμάς θα είχαμε αποφύγει πολλά μεγάλα λάθη.
Πεθαίνει η σκέψη γιατί ο κόσμος πολλές φορές δεν αναγνωρίζει τον εαυτό του στις λέξεις μας. Πολλές φορές μιλάμε με την αγωνία να γινόμαστε αρεστοί στους λίγους και στους ισχυρούς. Μα ποτέ ποτέ δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η θέση μας είναι πάντα εκεί, απέναντι: Με τους πολλούς. Την κοινή γνώμη είμαστε ταγμένοι να υπηρετούμε, όχι τις ξιπασμένες ελίτ και τις αναιδείς ολιγαρχίες.
Πεθαίνει η σκέψη γιατί δεν καταφέραμε να νικήσουμε την ταχύτητα το μεγάλο πλεονέκτημα του διαδικτύου. Η ταχύτητα έχει την δύναμη της αμεσότητας αλλά ακυρώνει την ιεράρχηση των θεμάτων και καταργεί την εμβάθυνση. Η ταχύτητα ευνοεί την επιφάνεια, είναι φίλος της ρηχής προσέγγισης.Όταν η ροή ειδήσεων τα φέρνει έτσι ώστε την μια στιγμή να περνά το φανάρι της ειδησεογραφίας το βίντεο με τις δηλώσεις της ερωμένης τουΤραμπ για το πόσο χαρισματικός είναι ή δεν είναι στον έρωτα και στο επόμενο δευτερόλεπτο περνά το φανάρι η είδηση για την αύξηση του επιτοκίου των ιταλικών ομολόγων; Μπορείς να καταλάβεις τον κίνδυνο για την τσέπη σου μεταξύ ερωτικών εξομολογήσεων μιας σταρ και των αντιδράσεων του Λευκού Οίκου; Έχεις μυαλό ή ζαλίζεσαι;Στην παλιά εποχή, την ευθύνη αυτή, να αποφασίζουμε, να ιεραρχούμε, να υποδεικνύουμε τι είναι σημαντικό για την ζωή του αναγνώστη μας και τι είναι μονόστηλο την είχαμε εμείς. Την χάσαμε αυτή την ευθύνη. Και το ωραίο είναι ότι στη νέα εποχή δεν την αναλαμβάνει κανείς. Ωστόσο αγαπητοί φίλοι αυτό θεωρώ εγώ ότι είναι δημοσιογραφία. Να συλλαμβάνεις το υπόγειο ρεύμα πριν γίνει τάση. Να βγαίνεις μπροστά. Να ανοίγεις δρόμους. Να έχεις απόψεις που καίνε σαν την σιγανή φωτιά. Να δίνεις φωνή στις παρούσες μειοψηφίες που θα γίνουν αυριανές πλειοψηφίες. Να μπορείς να ενώσεις τα πολλά μικρά όνειρα των αναγνωστών σου σε ένα μεγάλο που να τους χωρά όλους.
Εσκεμμένα σας μίλησα δια μακρόν για τις δικές μας ευθύνες διότι σπανίως το κάνουμε. Ωστόσο εκτός από το ερώτημα ποιος μπορεί να είναι δημοσιογράφος σήμερα υπάρχει και ένα ακόμη το οποίο η πολιτεία δεν έχει απαντήσει ακόμη πειστικά. Ποιος μπορεί να είναι εκδότης και ποιο το εύρος της εξουσίας του στον δημόσιο βίο; Στην πατρίδα μας ζήσαμε μια μεγάλη παρεξήγηση την προηγούμενη εικοσαετία: Εκδότης και μιντιάρχης μπορούσε να είναι κάποιος ο οποίος μπορούσε να είχε επιχειρήσεις που είχαν έναν και μεγάλο μοναδικό πελάτη: Το κράτος. Εκδότης και μιντιάρχης ήταν επίσης εκείνος που δεν έβαζε λεφτά στην επιχείρηση του αλλά τα δανειζόταν από τις οικονομίες των Ελλήνων στις τράπεζες χωρίς πρόθεση να τα επιστρέψει. Και βεβαίως εκδότης και μιντιάρχης ήταν εκείνος που μπορούσε να μπαίνει στην έδρα της κυβέρνησης στο Μέγαρο Μαξίμου και όχι να συζητά με τον πρωθυπουργό αλλά να κάθεται στην καρέκλα του πρωθυπουργού. Αυτό ήταν το υπόδειγμα:
Δεν είχαμε να κάνουμε με λειτουργούς της ενημέρωσης αλλά με συγκυβερνήτες. Συγκυβερνήτες χωρίς λαϊκή εξουσιοδότηση. Συγκυβερνήτες οι οποίοι υποστήριξαν μετά πάθους ίσως και με το αζημίωτο όλες τις μεγάλες αποφάσεις που οδήγησαν την χώρα στην χρεοκοπία. Στην πραγματικότητα ορισμένα μέσα δεν ήταν μέσα ενημέρωσης αλλά σκιώδη πολιτικά κόμματα και σκιώδεις κυβερνήσεις που διόριζαν πρωθυπουργούς, Υπουργούς, Βουλευτές. Ενώ χρέος μας είναι να στεκόμαστε τουλάχιστον στην μέση μεταξύ λαού και εξουσίας εκείνα είχαν μετακομίσει απέναντι και είχαν αναλάβει και την εξουσία, με την άδεια μάλιστα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
απέτυχαν επειδή δεν μας άκουσαν- τόσο το καλύτερο.
Το ξέρω κάποιοι από εσάς μέσα σας ήδη με λέτε ρομαντικό. Αλλά ας ρωτήσουμε και πάλι τους εαυτούς μας μέσα μας: Πότε ο χώρος μας πήγε μπροστά μόνος με τους λογικούς;”
