Η άνιση μάχη του Μακρόν με το χρόνο

Toυ Διογένη Λόππα

Μπορεί ο πρόεδρος Μακρόν να έκοψε με άνεση το νήμα της πρωτιάς στον πρώτο γύρο των πιο συναρπαστικών εκλογών της πέμπτης δημοκρατίας, όμως τα ποιοτικά στοιχεία της εκλογικής ανάλυσης δείχνουν ότι όλα βαίνουν καλώς εναντίον του και ειδικότερα ο παράγοντας ”χρόνος”.  Αν ο δεύτερος γύρος των εκλογών ήταν πριν μια εβδομάδα, ο Γάλλος πρόεδρος θα είχε σαρώσει.  Όμως με δέκα ακόμα κολασμένες μέρες μπροστά και τη σύγκρουση στην Ουκρανία να ανεβαίνει επίπεδο, τίποτα πια δεν είναι σίγουρο.  

Η οξυδέρκεια που επέδειξε στο ξεκίνημα της προεδρίας του και ο όψιμος γκωλισμός με τον οποίο μπόλιασε την εξωτερική πολιτική της Γαλλίας έπειτα από σχεδόν είκοσι χρόνια παθητικής στάσης κάτω από τη στιβαρή γερμανική μπότα, που επέλεξαν οι προκάτοχοί του, φαίνονταν ικανή συνθήκη ώστε να παραγραφούν οι αστοχίες στο εσωτερικό, οι ιδεοληπτικά αναχρονικές μεταρρυθμίσεις που έζεχναν θατσερισμό και η νεκρανάσταση της ριζοσπαστικής γαλλικής αντίδρασης μέσα από το πρωτόγνωρο κίνημα/εξέγερση των κίτρινων γιλέκων που αχρείαστα πυροδότησε.

Η ωμή, αφ υψηλού  αντιμετώπιση του Brexit ώθησε τους Βρετανούς σκιτσογράφους να τον παρουσιάζουν συχνότατα με τη μορφή του Βοναπάρτη, θέλοντας έτσι οι ίδιοι να στηλιτεύσουν το μικρομεγαλισμό του δικού τους Μπόρις, κάτι που γέμισε χαμόγελα τους παραδοσιακά σοβινιστές Γάλλους.  Όρθωσε το ανάστημά του απέναντι στον Ερντογάν και απαίτησε τον σεβασμό των γαλλικών ιστορικών συμφερόντων στη Μεσόγειο, σφραγίζοντας τις αιτιάσεις του με δύο πειστικές αμυντικές συμφωνίες, με την Ιταλία και την Ελλάδα.  Στις τρομοκρατικές επιθέσεις επί γαλλικού εδάφους απάντησε με αποστολή στρατευμάτων στη ζώνη του Σαχέλ, μια υπενθύμιση με βαθύ νόημα του αποικιοκρατικού γαλλικού παρελθόντος.  Επί των ημερών του η αμυντική βιομηχανία της Γαλλίας άνθισε, με τις παραγγελίες για Ραφάλ που εκτοξεύθηκαν, τις φρεγάτες και κυρίως με τα υποβρύχια της Αυστραλίας.

Το έξυπνο πουλί, από τη μύτη πιάνεται  

Φευ, στον τελευταίο χρόνο της προεδρίας του, η εξωτερική πολιτική αποδείχθηκε η αχίλλειος πτέρνα του:  Η προσωπική του κόντρα με τον Μπόρις Τζόνσον, ελάχιστα ωφέλησε τελικά τη Γαλλία, που παρακολουθεί αδρανής στο Καλαί δεκάδες χιλιάδες αιτούντες ασύλου να στριμώχνονται για ένα μπάρκο προς το ΗΒ, την ώρα που στη Μάγχη μαίνεται η ”μάχη του μπακαλιάρου” μεταξύ των αλιευτικών στόλων των δύο άσπονδων συμμάχων.  Επιπλέον, ο Βρετανός πρωθυπουργός κατόρθωσε ένα συντριπτικό χτύπημα στους Γάλλους, αντιδρώντας στις ταπεινώσεις που είχε υποστεί, με την περίφημη συμφωνία AUKUS και την ακύρωση της παραγγελίας των γαλλικών υποβρυχίων.  Least but not last, η (απάνθρωπη) συμφωνία των Βρετανών να στέλνουν τους αιτούντες άσυλο στη Ρουάντα, αφήνει τους Γάλλους μόνους και έκθετους, σε ένα θέμα που δηλητηριάζει την εσωτερική συνοχή τους.  

Στη μεσόγειο δεν κατάφερε τίποτα πέραν των λεκτικών αντιπαραθέσεων με τον απρόβλεπτο Ερντογάν, δεν κατόρθωσε ούτε πάλι να υπερπηδήσει το γερμανικό εμπόδιο και να πετύχει έστω και συμβολικές κυρώσεις στην Τουρκία, ενώ τελευταία ξεκίνησε να γλύφει εκεί που έφτυνε, αφού τώρα προσπαθεί να εργαλειοποιήσει τους Τούρκους στην πανωλεθρία του Ουκρανικού.  Στο Σαχέλ υπέστη συντριπτικό πλήγμα, καθώς η κυβέρνηση του Μάλι απαίτησε την αποχώρηση όλων των γαλλικών στρατευμάτων, τα οποία στη συνέχεια αντικατέστησε με μισθοφόρους της ρωσικής Βάγκνερ. Έτσι, κάτι που ξεκίνησε ως παλινόρθωση των γαλλικών συμφερόντων στην Αφρική, τελείωσε με παράδοση μιας σφαίρας επιρροής σε έναν ορκισμένο εχθρό.

Όμως η μέρα που άρχισε η αντίστροφη μέτρηση για την ανανέωση της θητείας του και που έφερε τη Μαρίν Λεπέν στα όρια του στατιστικού λάθους πριν την άλωση των Ηλυσίων, υπήρξε αναμφίβολα η αξιοθρήνητη διαχείριση του Ουκρανικού, οι συνέπειες που αυτή άμεσα επέφερε στο βιοτικό επίπεδο του μέσου Γάλλου και η ηλιθιώδης ταύτιση με τη μία πλευρά ενός βάναυσου εμφυλίου, που δικαίως εξαγρίωσε τα μεσαία στρώματα και έστρωσε με ροδοπέταλα το δρόμο της Λεπέν, η οποία δε χρειάζεται να υποσχεθεί τίποτα άλλο από το προφανές, δηλαδή μια προσεκτική, ουδέτερη στάση που θα προασπίζεται πρώτα τα στενά συμφέροντα της Γαλλίας και στη συνέχεια αυτά των συμμάχων της, εάν συμπίπτουν.

Τώρα αν θέλουμε να είμαστε πραγματιστές, αυτό δεν ήταν λάθος μόνο του Μακρόν, αλλά μια συλλογική αντίδραση της Ε.Ε. υπό καθεστώς πανικού, που δε βρέθηκε κανένας ενήλικος στο δωμάτιο να περιορίσει και που με μια αλληλουχία αυτοεκπληρούμενων προφητειών, μας οδήγησε σε ένα σημείο όπου η επιστροφή στη λογική ίσως κοστίζει περισσότερο από τη συνέχιση του λάθους.  Ουσιαστικά επρόκειτο για μια λάθος ανάγνωση των επικοινωνιολόγων, ως προς την αντίδραση των κανονικών ανθρώπων μπροστά στα κοινωνικά και οικονομικά αδιέξοδα που δημιούργησε μέσα στο σπίτι τους, ένας μακρινός πόλεμος τρίτων μερών.  Αυτό δεν εκπλήσσει καθόλου, αφού η ίδια κάστα και για τους ίδιους λόγους αδυναμίας κατανόησης των κανονικού ανθρώπου που εργάζεται και πληρώνει λογαριασμούς, απέτυχε να προβλέψει τόσο το Brexit, όσο και τη νίκη Τραμπ.

Η γλυκιά μουσική της Λεπέν στα αυτιά των Γάλλων ψηφοφόρων

Ήταν απολύτως αναμενόμενο ότι η έμπειρη πολιτικός της σκληρής δεξιάς δε θα άφηνε την ευκαιρία αυτή να πάει χαμένη και έσπευσε να εκμεταλλευθεί στο ακέραιο μία προς μία τις παταγώδεις αποτυχίες του νυν προέδρου στην εξωτερική πολιτική.  Και αυτό σε μια μοναδική συγκυρία, όπου οι Γάλλοι για πρώτη φορά ίσως στα τελευταία είκοσι χρόνια δίνουν τεράστιο βάρος στην εξωτερική πολιτική της χώρας τους, καθώς αντιλαμβάνονται ότι αυτή θα καθορίσει στον ύψιστο βαθμό το βιοτικό τους επίπεδο για τα επόμενα χρόνια.  

Ίσως, αυτός να ήταν και ο λόγος που ο πρόεδρος Μακρόν έκανε ένα βήμα πίσω και διαχώρισε της θέση του από τις πολεμικές ιαχές των ΗΠΑ αφήνοντας να εννοηθεί ότι η Γαλλία θα μπορούσε να επανακαθορίσει τη στάση της, κάτι που βέβαια εξόργισε τον Ουκρανό πρόεδρο, ο οποίος δικαίως ένιωσε ότι τον αδειάζουν οι στενότεροι σύμμαχοί του, στη δυσκολότερη περίοδο.  Πέρα όμως από το προφανές, δηλαδή από την ανάγκη συνύπαρξης με μια μεταπολεμική Ρωσία, μια μεταπολεμική (πιθανότατα ρωσικής επιρροής) Ουκρανία και κυριότερα από την ανάγκη εισροής φθηνού ρωσικού αερίου στις ευρωπαϊκές βιομηχανίες, το οποίο δειλά – δειλά προσπαθούν τώρα να αναδείξουν με σεμνότητα οι Γερμανοί και οι Γάλλοι, φαντάζει ιδιαίτερα απαιτητικό ένα καθολικό U turn, όταν επί δύο σχεδόν μήνες οι Ουρανικές σημαίες αποτελούν το κύριο ντεκόρ των προεκλογικών εκστρατειών του Μακρόν. 

Από την πλευρά της η Λεπέν, που ξεκίνησε δημοσκοπικά κάτω και από τον ακραίο εθνικιστή Ζεμούρ και σήμερα φλερτάρει με το 50%, αρκείται στο να διατυπώνει ένα νέο γαλλικό δόγμα υπό την προεδρία της, σύμφωνα με το οποίο η Γαλλία δε θα λειτουργεί πλέον ως παθητικό παρακολούθημα των Γερμανών και των Αμερικανών, αλλά θα αυτονομηθεί ως μεγάλη πυρηνική δύναμη.  Ξεκαθαρίζει ότι το συμφέρον μιας τέτοιας Γαλλίας είναι η συνύπαρξη και η συνεννόηση με τη Ρωσία σε μια βάση αλληλοσεβασμού και επιμένει στο ότι δε βλέπει μια φεντεραλιστική Ευρώπη, αλλά έναν χώρο οικονομικής συνεργασίας, όπου το κάθε κυρίαρχο κράτος θα έχει αφενός τη δυνατότητα να συνάπτει ξεχωριστές συμφωνίες (π.χ. για την ενέργεια) και αφετέρου θεσμούς (όπως π.χ. Η δικαιοσύνη) που θα υπερέχουν των κοινοτικών.

Ουσιαστικά δηλαδή δε λέει τίποτα περισσότερο από τους Βρετανούς, τους Πολωνούς και τους Ούγγρους και εδώ βρίσκεται και το τεράστιο ρίσκο που αναλαμβάνει η Ευρώπη αν σε μια τόσο σημαντική χώρα εκλεγεί μια τόσο αντιδραστική πρόεδρος, η οποία ουσιαστικά καταργεί κάθε σκέψη για μια (έστω μελλοντική) ομοσπονδοποίηση της Ευρώπης, που θα βελτίωνε το συνολικό επίπεδο διαβίωσης και ασφάλειας όλων των Ευρωπαίων.  Εδώ βρίσκεται επίσης και η βαριά ευθύνη των Γερμανών, οι οποίοι στα χρόνια της ηγεμονίας τους είχαν μόνο καλά λόγια για την ενότητα και τη σημασία της Ε.Ε., αλλά την ώρα των αποφάσεων έκτιζαν μεθοδικά και κοντόφθαλμα τη ”Γερμανική Ευρώπη”.  Εδώ βρίσκεται και η βιτριολική πολιτική του Ρώσου προέδρου, ο οποίος μεθοδικά καλλιεργεί τη διχόνοια, μια μεταμοντέρνα πέμπτη φάλαγγα μέσα στα σπλάχνα των ευρωπαϊκών κρατών, που μοιραία στέλνει την ήπειρο πίσω στα πιο σκοτεινά της χρόνια.

Οι πάλαι ποτέ ευημερούντες, νηφάλιοι, δημοκρατικοί Γάλλοι, επέλεξαν αντι-φιλελεύθερη ψήφο σε ποσοστό 57%.  Και αυτό δεν είναι καλό νέο για το δεύτερο γύρο.  Δυστυχώς, ως αντικειμενικοί παρατηρητές οφείλουμε επίσης να επισημάνουμε ότι δεν είναι καλό νέο για τα μεσαία στρώματα, ούτε η παραμονή του Μακρόν στην εξουσία, γιατί ως πρόεδρος απέτυχε να εκπροσωπήσει τα στρώματα αυτά, που τώρα επιθυμούν διακαώς να τον τιμωρήσουν και το αξίζει.  Έχοντας το προνόμιο να συνομιλώ καθημερινά με Γάλλους στο χώρο εργασίας μου και όχι μόνο, έχω την αίσθηση ότι η τεταμένη αναμέτρηση του Μακρόν με το χρόνο και τις ιδεοληψίες της κάστας του, θα κριθεί από την ικανότητά του να αναδιπλωθεί.  Αν όχι, δε θα έχει χάσει από τη Λεπέν, αλλά από τον ίδιο του τον εαυτό.  Όμως, ευτυχώς ή δυστυχώς, το αποτέλεσμα θα είναι το ίδιο.

Αν ρωτήσετε τους Γάλλους, που είναι και από τη φύση τους αισιόδοξοι και λάτρεις της καλής ζωής, θα σας πουν ότι θέλουν και ελπίζουν για πολλά.  Όμως, μετά τα τελευταία γεγονότα, πρόκειται να ψηφίζουν όχι για αυτά που θέλουν, αλλά για αυτά που δε θέλουν.  Δε θέλουν πόλεμο και σιχένονται όσους από μονοθεματικού τηλεοπτικού άμβωνος ουρλιάζουν νυχθημερόν υπέρ των όπλων, δε θέλουν ένα νέο κύμα μεταναστών, που δικαιολογημένα πιστεύουν ότι δεν το αντέχουν, δε θέλουν μια νέα κρίση, αυτή τη φορά επισιτιστική και δε θέλουν να τζογάρουν σε οποιεσδήποτε ξένες πολιτικές καριέρες την τιμή της ενέργειας που καθορίζει το δικό τους status διαβίωσης.

Την Κυριακή του Ορθόδοξου Πάσχα,  9ος πρόεδρος της πέμπτης γαλλικής δημοκρατίας, θα είναι το πρόσωπο αυτό που θα δώσει καθαρές προοπτικές στα ”δε θέλω” των κανονικών Γάλλων και ο Μακρόν αρχίζει να ξεμένει από χρόνο.