
Του Απόστολου Λουλουδάκη
Αν ο Γκέοργκ Βίλχελμ Φρίντριχ Χέγκελ παρακολουθούσε τα σύγχρονα δρώμενα στην ελληνική Αριστερά, θα είχε πιθανότατα σκίσει τις σημειώσεις του για τη “Φαινομενολογία του Πνεύματος”, αναζητώντας απεγνωσμένα μια πλατφόρμα βραχυχρόνιας μίσθωσης πολιτικής στέγης. Στη μεγαλειώδη διαλεκτική του σκέψη, η αντίθεση, η σύγκρουση και η άρνηση ήταν ο ίδιος ο κινητήρας της Ιστορίας. Η Θέση γεννά την Αντίθεση, και μέσα από την επώδυνη αλλά αναγκαία διαδικασία της «άρσης» (Aufhebung), προκύπτει η Σύνθεση: ένα νέο, ανώτερο και πιο ώριμο στάδιο. Μόνο που στην ελληνική αριστερή γεωγραφία, η χεγκελιανή Aufhebung μεταφράστηκε ως «αποχώρηση με το συμβόλαιο ανά χείρας». Η Αριστερά έπαψε να λειτουργεί ως ιστορικός αρχιτεκτονικός θεσμός και μετατράπηκε σε ένα απέραντο, πολιτικό Airbnb. Ένα real estate ιδεών, όπου οι ένοικοι νοικιάζουν μια έδρα για μερικούς μήνες, τσακώνονται με τον ιδιοκτήτη, κάνουν check-out παίρνοντας μαζί τους τα έπιπλα (τις βουλευτικές έδρες) και αφήνουν μια οργισμένη κριτική ενός αστεριού στα σόσιαλ μίντια, πριν ανοίξουν το δικό τους ανταγωνιστικό «κατάλυμα» στην παραδιπλανή πλατφόρμα.
Η απαρχή αυτής της μαζικής έξωσης γράφτηκε με την αποχώρηση του Αλέξη Τσίπρα από την ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ. Μόλις αφαιρέθηκε η βαρυτική δύναμη που κρατούσε σε τροχιά τα ετερόκλητα στοιχεία του κτιρίου της Κουμουνδούρου, άρχισε μια τρομακτική διαδικασία τουριστικοποίησης του χώρου. Η εκλογή του Στέφανου Κασσελάκη έφερε τη λογική ενός ιδιότυπου manager που ήθελε να μετατρέψει το κόμμα σε πεντάστερο boutique hotel, προκαλώντας το άμεσο check-out της Νέας Αριστεράς, η οποία έσπευσε να νοικιάσει δικό της αυτόνομο χώρο. Η διαχείριση Κασσελάκη αποδείχθηκε βραχυχρόνια, η αντικατάστασή του από τον Σωκράτη Φάμελλο έγινε με την ταχύτητα που αλλάζουν τα σεντόνια ανάμεσα σε δύο κρατήσεις, και καθ’ όλη τη διάρκεια αυτού του εσωτερικού real estate πολέμου, ο Αλέξης Τσίπρας παρακολουθούσε τα γεγονότα εκ του μακρόθεν.
Σαν τον μεγάλο ιδιοκτήτη που έχει αποσυρθεί στις VIP σουίτες, παραιτήθηκε τελικά από βουλευτής για να μην λερώνει τα χέρια του με την καθημερινότητα των κοινόχρηστων, αλλά φρόντισε να κρατήσει ανέπαφα όλα τα θεσμικά προνόμια του πρώην πρωθυπουργού—μια εξασφαλισμένη, ισόβια «μίσθωση» κύρους.
Το άκρον άωτον του πολιτικού σουρεαλισμού γράφτηκε τον Μάιο του 2026. Αφού πρώτα ο ΣΥΡΙΖΑ φρόντισε να στρώσει το έδαφος με τη διαγραφή του Παύλου Πολάκη από την Κοινοβουλευτική Ομάδα—λειτουργώντας ως ο ιδανικός καταλύτης για το τελικό ξεκαθάρισμα των παλιών λογαριασμών—ο πρώην αρχηγός αποφάσισε να επιστρέψει δυναμικά στην αγορά των καταλυμάτων. Στην πλατεία του Θησείου, αναγγέλθηκε η ίδρυση της “Ελληνικής Αριστερής Συμπαράταξης”. Το ακρωνύμιο αυτού; ΕΛ.Α.Σ. Μια βαριά, ιστορική μαρκίζα που φιλοδοξούσε να προσελκύσει τους παραδοσιακούς πελάτες, αλλά λειτούργησε ως το απόλυτο σήμα για ένα νέο, βίαιο κύμα διασπάσεων.
Με το που έπεσε η υπογραφή με φόντο την Ακρόπολη, στη Νέα Αριστερά, η οποία είχε μόλις αλλάξει ηγεσία, ξεκίνησε αμέσως το γενικευμένο ξήλωμα. Στελέχη, ομάδες και φράξιες άρχισαν να σπάνε τα συμβόλαιά τους, τρέχοντας να προλάβουν τις θέσεις στη νέα Συμπαράταξη. Διαφήμισαν με στόμφο ότι ιδρύουν τα δικά τους αυτόνομα πολιτικά Airbnb, αλλά στην πράξη η σκληρή πραγματικότητα αποκάλυψε μια μάλλον θλιβερή καρικατούρα: τα περίφημα Airbnb αποδείχθηκαν πρόχειρα τροχόσπιτα, καθηλωμένα στην άκρη του δρόμου.
Αυτή η δομική αποσύνθεση δείχνει ότι η διάσπαση στην ύστερη μεταμοντέρνα Αριστερά δεν παράγει πλέον πολιτική κινητικότητα, αλλά μια στατική φάρσα. Τα αυτοσχέδια αυτά τροχόσπιτα, φορτωμένα με την ιδεολογική καθαρότητα των λίγων ενοίκων τους, υποτίθεται ότι θα ταξίδευαν αυτόνομα προς το μέλλον. Όμως, η πολιτική τους μοίρα σφραγίστηκε από μια κοινή, πεζή διαπίστωση: το παλιό, φθαρμένο αυτοκίνητο που είχε αναλάβει να τα τραβήξει—η ιστορική «μίζα» του αρχηγισμού που κάποτε έδινε μπρος σε όλο τον χώρο—έμεινε οριστικά από μηχανή. Έτσι, το μόνο που απομένει σήμερα στο πολιτικό σκηνικό είναι μια σειρά από αποσχισμένα, ακίνητα οχήματα, όπου οι ένοικοί τους τσακώνονται για το ποιος θα κάτσει στο τιμόνι, την ίδια ώρα που το λάστιχο έχει κολλήσει στη λάσπη και η μπαταρία έχει αδειάσει προ πολλού. «Η Ιστορία επαναλαμβάνεται την πρώτη φορά ως τραγωδία και τη δεύτερη ως φάρσα», έγραφε ο Μαρξ, διορθώνοντας τον Χέγκελ.
Στην περίπτωση της ΕΛ.Α.Σ., η Ιστορία μοιάζει να επαναλαμβάνεται ως ένα ψηφιακό app που κολλάει πριν καν το κατεβάσεις.
Οι δημιουργοί της ΕΛ.Α.Σ., βέβαια, μοιάζουν να πιστεύουν ότι το δικό τους Airbnb διαθέτει μια ασυναγώνιστη, βαθιά θεμελίωση. Στην πραγματικότητα, επενδύουν στην ίδια τη φύση του εδάφους τους: γνωρίζουν καλά ότι το υπέδαφος της Αριστεράς ανέκαθεν ήταν και παραμένει εξαιρετικά σεισμογενές. Σε μια γεωγραφία όπου οι τεκτονικές πλάκες των φραξιών μετακινούνται διαρκώς και οι ιδεολογικοί μετασεισμοί είναι καθημερινότητα, ένα τροχόσπιτο φαντάζει τελικά ως η πιο «ασφαλής» επιλογή. Γιατί να χτίσεις ένα σταθερό οικοδόμημα, όταν ξέρεις ότι ο επόμενος σεισμός θα το μετατρέψει σε μπάζα;
Όταν μια παράταξη καταναλώνει τα ίδια της τα ακίνητα με μια σχεδόν αυτοκαταστροφική ηδονή, το αποτέλεσμα είναι νομοτελειακό. Αν συνεχιστεί αυτός ο ρυθμός, η ΕΛ.Α.Σ. κινδυνεύει να μείνει στην ιστορία όχι ως ο φορέας της μεγάλης ανατροπής, αλλά ως άλλη μια προσωρινή καταχώριση σε μια πλατφόρμα που έχει πια γεμίσει από «ξενοίκιαστες» ιδέες. Και ο Χέγκελ, από κάπου ψηλά, θα κοιτάζει την Αθήνα του 2026, καταλαβαίνοντας ότι η μόνη σταθερή σύνθεση που πέτυχε αυτή η παράταξη είναι η απόλυτη σύγκλιση της πολιτικής με τη νομαδική περιπλάνηση πάνω σε ένα έδαφος που δεν σταματά ποτέ να τρέμει.

