Η Ασπίδα του Αχιλλέα αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Του Μελέτη Ρεντούμη

Η πρόσφατη υπογραφή στο Τελ Αβίβ της διακρατικής συμφωνίας Ελλάδας και Ισραήλ για την Ασπίδα του Αχιλλέα, αποτελεί κάτι πολύ περισσότερο από ακόμη ένα μεγάλο εξοπλιστικό πρόγραμμα.

Πρόκειται για μια επιλογή στρατηγικού χαρακτήρα, η οποία αλλάζει τον τρόπο με τον οποίο η Ελλάδα αντιλαμβάνεται την αεράμυνα, ενισχύει ουσιαστικά τη συνεργασία Αθήνας και Τελ Αβίβ και προσθέτει μία νέα παράμετρο στην ήδη σύνθετη εξίσωση των ελληνοτουρκικών σχέσεων.

Η συμφωνία, αξίας άνω των 3 δισ. ευρώ, περνά πλέον στη φάση της υλοποίησης, με στόχο το νέο σύστημα να καταστεί πλήρως επιχειρησιακό μέσα σε περίπου 35 μήνες.

Πιο συγκεκριμένα, η σημασία της Ασπίδας του Αχιλλέα βρίσκεται κυρίως στη φιλοσοφία της. Η Ελλάδα δεν αποκτά απλώς περισσότερους πυραύλους ή νέα ραντάρ, αλλά επιχειρεί να δημιουργήσει ένα ενιαίο πολυεπίπεδο δίκτυο προστασίας απέναντι σε αεροσκάφη, drones, πυραύλους cruise και βαλλιστικές απειλές.

Επίσης Συστήματα διαφορετικών δυνατοτήτων, αισθητήρες και κέντρα διοίκησης θα ανταλλάσσουν πληροφορίες σε πραγματικό χρόνο, επιτρέποντας στις Ένοπλες Δυνάμεις να εντοπίζουν μια απειλή και να επιλέγουν το κατάλληλο μέσο αντιμετώπισης. Σε αυτό το πλαίσιο, η ενσωμάτωση συστημάτων όπως τα BARAK MX, SPYDER και David’s Sling δημιουργεί μια νέα αρχιτεκτονική αεράμυνας.

Αυτή ακριβώς η αλλαγή έχει ιδιαίτερη σημασία για την αποτρεπτική ικανότητα της χώρας. Η σύγχρονη πολεμική εμπειρία έχει δείξει ότι η υπεροχή δεν εξαρτάται πλέον μόνο από τον αριθμό των μαχητικών ή των πυραύλων, αλλά από την ικανότητα ενός στρατού να συνδέει αισθητήρες, πληροφορίες, ηλεκτρονικό πόλεμο και διαφορετικά οπλικά συστήματα σε ένα κοινό επιχειρησιακό περιβάλλον.

Για την Ελλάδα, επομένως, ο Ελληνικός Θόλος μπορεί να λειτουργήσει ως πολλαπλασιαστής ισχύος για τα F 35, τα F 16 Viper, τις Belharra και τα υπόλοιπα σύγχρονα μέσα που σταδιακά εντάσσονται στις Ένοπλες Δυνάμεις.

Παράλληλα, η συμφωνία αποκτά ιδιαίτερο βάρος λόγω της αυξανόμενης παρουσίας μη επανδρωμένων συστημάτων στο σύγχρονο πεδίο μάχης. Η Τουρκία έχει επενδύσει σημαντικά στην παραγωγή και επιχειρησιακή αξιοποίηση drones, δημιουργώντας ένα πλεονέκτημα τόσο σε ποσότητες όσο και σε τεχνογνωσία.

Με αυτό τον τρόπο, η ελληνική απάντηση δεν επιχειρεί απαραίτητα να αντιγράψει αυτό το μοντέλο, αλλά να περιορίσει την αποτελεσματικότητά του μέσω ενός πολυεπίπεδου συστήματος εντοπισμού και αναχαίτισης, στο οποίο η κάθε απειλή θα μπορεί να αντιμετωπίζεται με το οικονομικά και επιχειρησιακά καταλληλότερο μέσο.

Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι η Ασπίδα του Αχιλλέα μεταβάλλει από μόνη της την ισορροπία Ελλάδας και Τουρκίας. Η Άγκυρα διαθέτει μεγάλη αμυντική βιομηχανία, σημαντικές δυνατότητες παραγωγής drones και πυραύλων και αναπτύσσει επίσης προηγμένα συστήματα αεράμυνας.

Ωστόσο, αυξάνει σημαντικά το κόστος οποιουδήποτε επιθετικού σχεδιασμού απέναντι στην Ελλάδα. Με την δημιουργία αυτών των δυνατοτήτων, η άλλη πλευρά γνωρίζει πλέον ότι μια ενδεχόμενη κλιμάκωση θα είναι δύσκολη, ακριβή και αβέβαιη.

Ταυτόχρονα, η συμφωνία επιβεβαιώνει ότι οι σχέσεις Ελλάδας και Ισραήλ αποκτούν όλο και βαθύτερο στρατηγικό περιεχόμενο. Η συνεργασία μεταφέρεται πλέον από τις κοινές ασκήσεις και την ενεργειακή διπλωματία στην τεχνολογία αιχμής, στην αμυντική βιομηχανία και στη μακροχρόνια επιχειρησιακή διασύνδεση.

Ιδιαίτερα σημαντική είναι η συμφωνημένη ελληνική συμμετοχή τουλάχιστον 25%, καθώς μπορεί να διοχετεύσει εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ σε ελληνικές επιχειρήσεις και, κυρίως, να δημιουργήσει τεχνογνωσία που δεν θα εξαφανιστεί με την ολοκλήρωση των παραδόσεων.

Συμπερασματικά, το συγκεκριμένο αμυντικό πρόγραμμα, δεν πρέπει να αξιολογείται απλώς ως μια αγορά όπλων ύψους 3 δισ. ευρώ. Είναι μια επένδυση στη νέα αρχιτεκτονική ασφάλειας της Ελλάδας. Εφόσον υλοποιηθεί σωστά, διασυνδεθεί πραγματικά με τα υπόλοιπα μέσα των Ενόπλων Δυνάμεων και δημιουργήσει ουσιαστική ελληνική τεχνογνωσία, μπορεί να μετατρέψει την αεράμυνα από ένα σύνολο διαφορετικών συστημάτων σε μια ενιαία αποτρεπτική ομπρέλα.

Σε κάθε περίπτωση, την στιγμή όπου οι ισορροπίες μεταβάλλονται διαρκώς στην Ανατολική Μεσόγειο, αυτή η μακροχρόνια επένδυση ίσως αποδειχθεί σημαντικότερη από οποιοδήποτε μεμονωμένο οπλικό σύστημα στο παρελθόν της χώρας.

Ο Μελέτης Ρεντούμης είναι οικονομολόγος τραπεζικός