
Του Κώστα Παπαθεοδώρου
Ένα «όχι» στο Ρέικιαβικ. Μια (ακόμη) ακροδεξιά έκρηξη στη Γερμανία. Δύο γεγονότα φαινομενικά άσχετα, χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά το ένα από το άλλο, που όμως έχουν ως κοινό παρονομαστή τη διαπίστωση ότι η Ευρώπη χάνει σταδιακά αλλά ραγδαία τη γοητεία της.
Τι απέμεινε άραγε από το ευγενές όραμα που κάποτε ένωνε λαούς, γκρέμιζε σύνορα, υποσχόταν ειρήνη και κοινή ευημερία; Η Ισλανδία γύρισε την πλάτη στην ένταξη. Η Γερμανία, μήτρα φιλοσόφων και ιδεών που άλλαξαν τον κόσμο, φλερτάρει επικίνδυνα με το φασισμό.
Δύο σημάδια. Μία ερώτηση. Πού πήγε άραγε, η ψυχή της Ευρώπης;
Ό,τι συνέβη στο Ρέικιαβικ και ό,τι προδιαγράφεται τώρα στις γερμανικές κάλπες μοιάζουν με δύο κεφάλαια της ίδιας ιστορίας. Μια ήπειρος που κάποτε γοήτευε λαούς, χάνει τη λάμψη της.
Η Ισλανδία επέλεξε την αυτονομία αντί για την ένταξη. Ζύγισε τις ευρωπαϊκές υποσχέσεις απέναντι στην ελευθερία των αποφάσεών της και προτίμησε τον δικό της δρόμο. Πίσω από αυτή την επιλογή κρύβεται μια βαθύτερη δυσπιστία απέναντι σε έναν οργανισμό που εξελίχθηκε απόλυτα γραφειοκρατικός, προσηλωμένος σε εσωτερικές (αν)ισορροπίες.
Στη Γερμανία το σκηνικό είναι διαφορετικό στην εμφάνιση, όμοιο στην ουσία. Η ενίσχυση της ακροδεξιάς σε μια χώρα με τόσο βαρύ ιστορικό φορτίο δείχνει πόσο εύκολα η οικονομική ανασφάλεια μετατρέπεται σε πολιτική απαξίωση. Πολίτες που νιώθουν αόρατοι απέναντι σε αποφάσεις που λαμβάνονται μακριά και ερήμην τους, στήνουν αυτί σε φωνές που τους υπόσχονται απλές λύσεις.
Ανάμεσα στα δύο παραδείγματα υπάρχει ένα κοινό νήμα. Η αίσθηση ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση έπαψε να λογίζεται ως κοινό σπίτι και μετατράπηκε σε άθροισμα διαφορετικών και αντιθετικών συμφερόντων. Κάθε κράτος κοιτάζει πρώτα τη δική του αυλή, κάθε κυβέρνηση διαπραγματεύεται με γνώμονα το κοντόθωρο εθνικό κέρδος, και η αλληλεγγύη μοιάζει όλο και περισσότερο με μια λέξη που ακούγεται μόνο σε επίσημες ομιλίες χωρίς αντίκρισμα στην πράξη.
Η ενεργειακή κρίση των τελευταίων ετών αποκάλυψε αυτή την πραγματικότητα με τον πιο ωμό τρόπο. Ισχυρές οικονομίες προστάτεψαν τη βιομηχανία τους με τεράστια εθνικά πακέτα, ενώ ασθενέστερες χώρες του Νότου έμειναν μόνες μπροστά στο κύμα της ακρίβειας. Το ίδιο μοτίβο επαναλαμβάνεται στο μεταναστευτικό, όπου η Ελλάδα, η Ιταλία η Ισπανία και η Πορτογαλία σηκώνουν χρόνια τώρα ένα βάρος που θα έπρεπε να είναι κοινό.
Ακόμα και η πράσινη μετάβαση, μια πολιτική με πιθανόν ευγενείς στόχους, έφερε αγρότες σε ολόκληρη την Ευρώπη στους δρόμους, από τη Γαλλία μέχρι την Ήπειρο. Αποφάσεις που σχεδιάζονται στα γραφεία των Βρυξελλών συχνά προσγειώνονται σκληρά στην καθημερινότητα ανθρώπων που δεν συμμετείχαν ποτέ στη διαμόρφωσή τους.
Μέσα σε αυτό το κλίμα, η άνοδος ακραίων φωνών δυναμώνει. Γονιμοποιείται σε έδαφος που η ίδια η Ένωση άφησε ακαλλιέργητο, σε χώρους που έμειναν κενοί από όραμα και κοινή αφήγηση. Όσο πιο απόμακρη φαντάζει η ευρωπαϊκή ιδέα, τόσο πιο ελκυστική γίνεται η γλώσσα του φόβου.
Οι συνέπειες αυτής της πορείας δεν περιορίζονται στα εθνικά σύνορα. Μια Ευρώπη διχασμένη στο εσωτερικό της χάνει τη δύναμη να μιλήσει με μία φωνή απέναντι σε προκλήσεις που απαιτούν ενότητα, από την ενεργειακή ασφάλεια μέχρι τη γεωπολιτική αστάθεια στα ανατολικά της σύνορα. Η αξιοπιστία της στο παγκόσμιο σκηνικό φθίνει ανάλογα με την εσωτερική της συνοχή.
Υπάρχει και μια πιο αθόρυβη παρενέργεια, εξίσου σοβαρή. Η σταδιακή <<κανονικοποίηση>> ιδεών που πριν από λίγα χρόνια θα προκαλούσαν καθολική κατακραυγή. Ρητορικές που κάποτε ζούσαν στο περιθώριο, συζητούνται σήμερα με άνεση σε τηλεοπτικά πάνελ και κοινοβουλευτικές αίθουσες…
Το μέλλον που διαγράφεται μπροστά μας παλινδρομεί ανάμεσα σε δύο σενάρια. Το πρώτο περιγράφει μια ήπειρο πολλαπλών ταχυτήτων, όπου κάθε χώρα κρατά από την Ένωση μόνο ό,τι τη συμφέρει οικονομικά. Το δεύτερο μιλά για μια Ευρώπη που ξυπνά μπροστά στον κίνδυνο και ξαναβρίσκει τον λόγο ύπαρξής της, εκείνο το όραμα ειρήνης και κοινής μοίρας που γεννήθηκε από τα ερείπια των δύο παγκοσμίων πολέμων.
Η ιστορία επιστρέφει συχνά με νέα ρούχα, με πιο σύγχρονη γλώσσα, με χαμόγελα μελετημένα και υποσχέσεις γλυκές. Η ουσία όμως παραμένει αναγνωρίσιμη για όποιον θέλει πραγματικά να την κοιτάξει.
Το ζήτημα των ημερών δεν είναι απλώς η επιβίωση-μουμιοποίηση των θεσμών, αλλά η ανάκτηση ενός νοήματος. Γιατί εν τέλει, το θεμελιώδες ερώτημα πλέον δεν είναι αν θα υπάρχει Ευρωπαϊκή Ένωση σε δέκα χρόνια, αλλά αν οι πολίτες της θα νιώθουν και πάλι ότι ανήκουν σε αυτή.

