Η ιδιωτική διπλωματία και το εκκρεμές της κυριαρχίας

Του Κώστα Παπαθεοδώρου

Η εξωτερική πολιτική ασκείται πλέον σε κλειστούς κύκλους διαπραγματεύσεων, με συμφωνίες που δημοσιοποιούνται εκ των υστέρων και αποφάσεις που εμφανίζονται ως τετελεσμένες.

Συμβάσεις, συμφωνίες, διαπραγματεύσεις- πίσω από κλειστές πόρτες, με γλώσσα τεχνική και ακαδημαϊκή, όπου η δημόσια λογοδοσία εξανεμίζεται. Και όταν όλα αυτά φτάνουν στο φως, παρουσιάζονται ως δεδομένα. Όχι σαν επιλογές.

Το ερώτημα δεν είναι αν γίνονται διαπραγματεύσεις. Το ζήτημα είναι ποιος τις ελέγχει. Με ποιους όρους. Και προς όφελος ποιου. Η κοινωνία πληροφορείται εκ των υστέρων, όταν οι δεσμεύσεις έχουν ήδη αναληφθεί ή και υπογραφεί και τα περιθώρια αναθεώρησης είναι περιορισμένα ή και μηδαμινά.

Η ενεργειακή συνεργασία με την αμερικανική εταιρεία Chevron αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα. Παρουσιάζεται ως στρατηγική κίνηση: επενδύσεις, ανάπτυξη, ενεργειακή ασφάλεια. Λόγοι ικανοί να πείσουν την κοινωνία σε μια εποχή αναζήτησης πόρων. Όμως οι εταιρείες δεν ασκούν εθνικές στρατηγικές. Υπηρετούν ισολογισμούς. Κέρδη και μερίσματα. Η λογική τους είναι επιχειρηματική, όχι γεωπολιτική.

Όταν λοιπόν σε συμβάσεις εμφανίζονται ρήτρες που προβλέπουν «αποχώρηση από περιοχές που ενδέχεται να μην ανήκουν στην ελληνική υφαλοκρηπίδα», η συζήτηση αλλάζει επίπεδο. Δεν πρόκειται για τεχνικές λεπτομέρειες. Αφορά «παραδοχή» ότι η κυριαρχία μπορεί να τεθεί υπό διαπραγμάτευση. Ότι το εύρος των κυριαρχικών δικαιωμάτων δεν είναι δεδομένο, αλλά εξαρτάται από μελλοντικές ερμηνείες και πολιτικές εξελίξεις.

Εδώ βρίσκεται η ουσία της κριτικής που διατύπωσε ο Αντώνης Σαμαράς. Δεν μοιάζει με προσωπική αντιπαράθεση. Αποτελεί ζήτημα στρατηγικής. Ποια είναι η κόκκινη γραμμή; Αν η σύμβαση αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο αποχώρησης σε περίπτωση αμφισβήτησης, τότε η αμφισβήτηση αποκτά βαρύτητα. Γίνεται εργαλείο. Και η κυριαρχία, αντί για σταθερό θεμέλιο, μετατρέπεται σε μεταβλητή.

Η κυβέρνηση απαντά ότι οι όροι είναι τυπικοί, ότι δεν υπάρχει εκχώρηση δικαιωμάτων, ότι οι έρευνες ενισχύουν τη θέση της χώρας. Όμως η ιστορία των διεθνών σχέσεων δείχνει πως οι γεωπολιτικές ισορροπίες δεν κατοχυρώνονται με συμβάσεις εταιρικής φύσης. Προστατεύονται δια της ισχύος, με συμμαχίες και συνεπή στρατηγική. Οι εταιρείες μπορεί να αποτελούν εργαλεία ανάπτυξης, όχι όμως υποκατάστατα εθνικής στρατηγικής.

Η κοινωνία έχει δικαίωμα να ρωτήσει. Και η ερώτηση δεν είναι εχθρική. Συνιστά δημοκρατική υποχρέωση. Όταν αποφάσεις που επηρεάζουν το μέλλον λαμβάνονται σε περιορισμένους κύκλους, η λογοδοσία υπονομεύεται. Όταν η ενημέρωση περιορίζεται σε γενικόλογες διαβεβαιώσεις, η εμπιστοσύνη διαβρώνεται. Και χωρίς εμπιστοσύνη, η κυβέρνηση χάνει τη νομιμοποίησή της.

Το ίδιο ισχύει για την ηλεκτρική διασύνδεση με την Κύπρο και τις εργασίες στην περιοχή της Κάσου. Αν οι έρευνες διακόπηκαν λόγω τουρκικών παρεμβάσεων, όπως υποστηρίζεται, τότε το ζήτημα δεν είναι τεχνικό. Είναι πολιτικό. Αφορά τον σεβασμό κανόνων και δικαιωμάτων. Αν δεν υπήρξαν παρεμβάσεις, απαιτείται σαφής τεκμηρίωση. Η αμφισημία αφήνει χώρο σε ερμηνείες. Και οι ερμηνείες, σε γεωπολιτικό περιβάλλον, έχουν συνέπειες.

Η ρητορική περί «ήρεμων νερών» ακούγεται καθησυχαστική. Όμως τα ήρεμα νερά δεν εγγυώνται ασφάλεια. Κάτω από την επιφάνεια μπορεί να κινούνται υπόγεια ρεύματα. Η διπλωματία χρειάζεται διακριτικότητα, αλλά η διαφάνεια απαιτεί όρια. Δεν είναι απαραίτητο να δημοσιοποιούνται όλες οι λεπτομέρειες. Είναι όμως αναγκαίο να γνωρίζει η κοινωνία την κατεύθυνση. Τι επιδιώκεται. Ποιοι κίνδυνοι σταθμίζονται. Ποιες επιλογές αποκλείονται…

Η συζήτηση για διεθνή διαιτησία ή οριοθέτηση θαλάσσιων ζωνών είναι νόμιμη. Η δικαιοσύνη δύναται να επιλύσει διαφορές. Δεν μπορεί όμως να αντικαταστήσει την πολιτική απόφαση. Και δεν έχει δικαίωμα να διευρύνει σιωπηρά την ατζέντα. Αν τίθενται ζητήματα κυριαρχικών δικαιωμάτων, αυτά πρέπει να ονομαστούν. Να εξηγηθούν. Να αποτελέσουν αντικείμενο δημόσιου διαλόγου. Όχι τετελεσμένων.

Εδώ αναδύεται το εκκρεμές ανάμεσα στη συνεκμετάλλευση και τη συγκυριαρχία. Η συνεκμετάλλευση- υπό προϋποθέσεις- μπορεί να αποτελέσει ρεαλιστική προσέγγιση. Η συγκυριαρχία όμως αγγίζει τον πυρήνα της εθνικής υπόστασης. Και η κυριαρχία δεν αποτελεί διαπραγματεύσιμη ύλη. Είναι προϋπόθεση ύπαρξης κυρίαρχου κράτους.

Όταν οι αποφάσεις λαμβάνονται μακριά από τη δημόσια σφαίρα, η δημοκρατία συρρικνώνεται. Όταν η πολιτική παρουσιάζεται ως τεχνική διαχείριση, η ευθύνη απονευρώνεται. Όταν η εξωτερική πολιτική γίνεται πεδίο επικοινωνίας, χάνει τη στρατηγική της συνέχεια.

Ο ρόλος της κυβέρνησης – είτε υπό την ηγεσία του Κυριάκου Μητσοτάκη είτε οποιουδήποτε άλλου -είναι να εξηγεί και να λογοδοτεί. Της αντιπολίτευσης να ελέγχει και της κοινωνίας να απαιτεί διαφάνεια. Αυτή η ισορροπία αποτελεί θεμέλιο δημοκρατίας.

Σε τελική ανάλυση, η εξωτερική πολιτική δεν είναι ιδιωτική υπόθεση. Δεν στεγάζεται σε υπουργεία ή εταιρείες. Ανήκει στο κράτος και στους πολίτες του. Και το κράτος, αν θέλει να παραμείνει κυρίαρχο, οφείλει να διαχειρίζεται τις διακρατικές σχέσεις του δίχως σκιές. Χωρίς αμφισημίες και λογικές τετελεσμένων.

Διότι η αμφισημία εκλαμβάνεται ως αδυναμία. Και η αδυναμία γεννά επιθετικότητα. Το εκκρεμές θα συνεχίσει να κινείται. Το ερώτημα είναι αν θα καθοδηγείται με συνείδηση και σχέδιο και με την ελπίδα ότι δεν θα ξεφύγει από τον έλεγχο.