
Του Μελέτη Ρεντούμη
Πρόσφατα ανακοινώθηκε η κρίσιμη εμπορική συμφωνία ανάμεσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση και τις Ηνωμένες Πολιτείες, ένα θεμέλιο αποτροπής ενός επικίνδυνου εμπορικού πολέμου. Η συμφωνία προβλέπει την επιβολή ενιαίου δασμού ύψους 15% στις περισσότερες ευρωπαϊκές εξαγωγές προς τις ΗΠΑ, συμπεριλαμβανομένων ευαίσθητων κλάδων όπως η αυτοκινητοβιομηχανία, οι ημιαγωγοί και τα φαρμακευτικά προϊόντα.
Για προϊόντα στρατηγικού χαρακτήρα, όπως ανταλλακτικά αεροσκαφών, χημικά και εξοπλισμός ημιαγωγών, δεν θα υπάρξουν δασμοί ούτε από την αμερικανική ούτε από την ευρωπαϊκή πλευρά, σύμφωνα με ανακοινώσεις υψηλόβαθμων αξιωματούχων.
Παράλληλα, η Ε.Ε. δεσμεύτηκε για επενδύσεις αξίας περίπου 600 δισεκατομμυρίων δολαρίων στις Ηνωμένες Πολιτείες και αγορές αμερικανικής ενέργειας, πετρελαίου και υγροποιημένου φυσικού αερίου ύψους 750 δισεκατομμυρίων δολαρίων μέχρι το 2028. Επιπλέον, προβλέπονται αγορές στρατιωτικού υλικού από ευρωπαϊκές χώρες προς τις ΗΠΑ.
Ωστόσο, επισημάνθηκε ότι οι δασμοί σε χάλυβα και αλουμίνιο παραμένουν στο 50%, χωρίς να συμπεριλαμβάνονται προς το παρόν στο πλαίσιο της συμφωνίας.
Αναφορικά με τους κερδισμένους και τους χαμένους στη συμφωνία, ο μεγάλος χαμένος είναι αναμφίβολα η ευρωπαϊκή αυτοκινητοβιομηχανία. Ενώ η πρόβλεψη για 15% δασμό είναι χαμηλότερη από το αρχικώς απειλούμενο 30%, οι ευρωπαϊκές εταιρείες όπως Mercedes‑Benz, Stellantis και Volkswagen ήδη αντιμετωπίζουν σημαντική αστάθεια και απώλειες όταν οι εξαγωγές τους προς τις ΗΠΑ γίνονται πιο δύσκολες και ακριβές. Επίσης, η φαρμακοβιομηχανία και οι ημιαγωγοί βρίσκονται σε αβέβαιη θέση, καθώς το ποσοστό αυτό ισχύει παρά την ευρωπαϊκή πρόταση για μηδενικό δασμό.
Απεναντίας, οι Ηνωμένες Πολιτείες φαίνεται να βγαίνουν σαφώς κερδισμένες. Η αμερικανική ενεργειακή βιομηχανία και ο αμυντικός κλάδος επωφελούνται από μεγάλες ευρωπαϊκές αγορές, οι ΗΠΑ διατηρούν υψηλούς δασμούς σε κρίσιμα προϊόντα όπως μέταλλα και εμπόρευμα στρατηγικής σημασίας, ενώ η συμφωνία αποκρυσταλλώνει την επιρροή της Αμερικής στην παγκόσμια αγορά ως του μεγαλύτερου ισχυρού παίκτη.
Οι διεθνείς χρηματαγορές υποδέχτηκαν τη συμφωνία ευνοϊκά, με άνοδο στις ευρωπαϊκές μετοχές στους βασικούς χρηματιστηριακούς δείκτες, με ταυτόχρονη ενίσχυση του ευρώ έναντι του δολαρίου.
Σε κάθε περίπτωση, αν και η συμφωνία έφερε ανακούφιση από την απειλή ενός εμπορικού πολέμου, δημιουργεί έντονη αίσθηση ανισορροπίας. Ευρωπαίοι ηγέτες, μεταξύ των οποίων η Γαλλία, η Γερμανία και η Ιρλανδία, εξέφρασαν κριτική, χαρακτηρίζοντας τη συμφωνία ασύμμετρη και επιζητώντας στοιχεία αντιστάθμισης ή αποζημίωση για τους πλήττοντες κλάδους.
Επιπλέον, η Ευρώπη κερδίζει σε σταθερότητα του διεθνούς εμπορίου χάρη στην αποφυγή επιβολής ενός καταστρεπτικού 30% δασμού, η οποία θα είχε προκαλέσει δραματική συρρίκνωση των εξαγωγών και σφοδρή αναδιατάξη των αλυσίδων εφοδιασμού. Παρά ταύτα, η συμφωνία δεν αντισταθμίζει πλήρως το κόστος για ευρωπαϊκές εταιρείες, ενώ ενδέχεται να αποδυναμώσει τη μακροπρόθεσμη ανάπτυξη των εξαγωγικών κλάδων που πλήττονται.
Η πρόκληση για την Ε.Ε. είναι ο σχεδιασμός προγραμμάτων στήριξης για τις ευάλωτες βιομηχανίες, η διεκδίκηση βιώσιμων διορθώσεων και η αναζήτηση πρόσβασης σε νέες διεθνείς αγορές.
Οι προοπτικές της συμφωνίας προσφέρουν μεν μια επιφανειακή ηρεμία, αλλά οι βάσεις για ισομερή σχέση είναι επισφαλείς. Αν η Ευρώπη διασφαλίσει επενδυτική ενίσχυση στους πληγείσες επιχειρήσεις και κατορθώσει να εξασφαλίσει μελλοντικούς μηδενικούς δασμούς για κατηγορίες υψηλής τεχνολογίας, τότε υπάρχει περιθώριο για ισχυρότερη διείσδυση σε Αμερική και τρίτες χώρες. Χωρίς αυτές τις εξισορροπήσεις, όμως, η Ε.Ε. θα παραμένει σε θέση παραχώρησης, αυξάνοντας την εξάρτηση από την αμερικανική αγορά.
Συμπερασματικά, θα λέγαμε πως η εμπορική συμφωνία εξασφάλισε την αποφυγή άμεσης εμπορικής αντιπαράθεσης, χάρισε βραχυπρόθεσμη εμπιστοσύνη στις αγορές και έδωσε χρόνο για διαπραγμάτευση.
Ωστόσο για την Ευρωπαϊκή Ένωση δεν πρόκειται για νίκη, καθώς αποτελεί αναγκαστική υποχώρηση υπό πολιτική πίεση, με ορατό κόστος για τον παραγωγικό ιστό της.
Αν η Ε.Ε. καταφέρει να αξιοποιήσει τις ευρωπαϊκές οικονομικές δυνάμεις για ισότιμη αντισταθμιστική στήριξη και να στρατηγικοποιήσει την μελλοντική της διείσδυση σε αγορές υψηλής τεχνολογίας, τότε πιθανότατα αυτή η συμφωνία να εξελιχθεί σε απαρχή ενός πιο ισορροπημένου μοντέλου διεθνούς εμπορίου.
Ο Μελέτης Ρεντούμης είναι οικονομολόγος τραπεζικός

