Η Στρατηγική της Αναμονής: Η οργανική συνέχεια στην τουρκική εξωτερική πολιτική από τον Ατατούρκ έως τη σύγχρονη εποχή

 

Η εξωτερική πολιτική της Τουρκικής Δημοκρατίας, από την ίδρυσή της το 1923 υπό την ηγεσία του Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ μέχρι τη σύγχρονη διακυβέρνηση του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, συχνά αναλύεται μέσα από ένα σχήμα ριζικής ασυνέχειας. Η παραδοσιακή ανάλυση επιμένει να διακρίνει μια βαθιά ιδεολογική τάφρο που χωρίζει τον κοσμικό, εσωστρεφή και νομιμόφρονα κεμαλισμό από έναν θρησκευτικά φορτισμένο, αναθεωρητικό νεο-οθωμανισμό. Αυτή η προσέγγιση, ωστόσο, παραμένει εγκλωβισμένη στην επιφάνεια της ρητορικής και των συμβόλων. Η πραγματικότητα είναι ότι η Άγκυρα δεν εγκατέλειψε ορισμένους βασικούς στρατηγικούς άξονες, ακόμη και όταν άλλαξαν ριζικά η ιδεολογία, το διεθνές περιβάλλον, τα διαθέσιμα μέσα και το επίπεδο ισχύος της.

Η οργανική αυτή συνέπεια δεν οφείλεται σε κάποιο μυστικό σχεδιάγραμμα, αλλά στη συσσωρευμένη θεσμική μνήμη του τουρκικού κράτους — μια μνήμη που διαμορφώνεται διαχρονικά μέσα από τη διπλωματική πρακτική, τη στρατιωτική γραφειοκρατία, τα ιστορικά προηγούμενα και τη συστηματική καταγραφή των γεωπολιτικών συσχετισμών.

Το περίφημο αξίωμα «ειρήνη στην πατρίδα, ειρήνη στον κόσμο» (Yurtta sulh, cihanda sulh) δεν υπήρξε μια αφηρημένη ειρηνιστική διακήρυξη, αλλά η πρώτη, αναγκαία φάση μιας υπολογιστικής στρατηγικής για την επίτευξη αυτόνομης περιφερειακής ισχύος. Στη σκέψη της τουρκικής διπλωματικής ελίτ, η ειρήνη δεν ορίζεται ως μια στατική ηθική κατάσταση ή ως η απόλυτη υποταγή στο διεθνές δίκαιο, αλλά ως μια μεταβλητή της στρατηγικής: μια δυναμική γεωπολιτική κατάσταση που οφείλει να προστατεύει και, όταν οι συνθήκες το επιτρέπουν, να διευρύνει τα όρια της εθνικής ισχύος.

Για να κατανοήσει κανείς αυτή τη συνέπεια, πρέπει να αντιληφθεί ότι το νεοσύστατο τουρκικό κράτος του 1923 διαμορφώθηκε υπό το άγχος της αποφυγής του οριστικού διαμελισμού που προέβλεπε η Συνθήκη των Σεβρών. Η στάση της πρώτης περιόδου αποτελούσε μια αναγκαία στρατηγική αναδίπλωση για έναν οργανισμό που είχε εξαντλήσει τα βιολογικά και οικονομικά του αποθέματα. Όταν ο Ατατούρκ διακήρυττε την προσήλωσή του στην ειρήνη, αγόραζε χρόνο. Η Τουρκία είχε επιτύχει στη Λωζάνη το μέγιστο δυνατό αποτέλεσμα δεδομένων των συνθηκών, διασφαλίζοντας τον συμπαγή πυρήνα της Ανατολίας. Οποιοσδήποτε πρώιμος αναθεωρητισμός θα προκαλούσε την άμεση αντίδραση των Μεγάλων Δυνάμεων. Το «ειρήνη στον κόσμο» σήμαινε τη διατήρηση του status quo από την πλευρά των τρίτων, ώστε η Τουρκία να μπορέσει να αναδιοργανωθεί εσωτερικά — μια εκδήλωση ψυχρού, αμυντικού ρεαλισμού.

Αυτή η στρατηγική κουλτούρα αξιοποίησης των διεθνών συσχετισμών αποκαλύφθηκε όταν το διεθνές σύστημα άρχισε να παρουσιάζει σημαντικές ρωγμές στα τέλη της δεκαετίας του 1930. Η περίπτωση της ενσωμάτωσης της Αλεξανδρέττας (Σαντζάκι της Αλεξανδρέττας / Χατάι) το 1938-1939 αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της μεθοδολογίας. Η Άγκυρα δεν χρειάστηκε να ανατρέψει στρατιωτικά τη διεθνή τάξη· αξιοποίησε την κάμψη της γαλλικής ισχύος και τον τρόμο του Παρισιού απέναντι στον επερχόμενο ευρωπαϊκό πόλεμο. Εξαργυρώνοντας τη γεωπολιτική της ουδετερότητα, διαπραγματεύτηκε το καθεστώς της περιοχής και επέτυχε τη σταδιακή ενσωμάτωσή της χωρίς γενικευμένη σύρραξη.

Την ίδια πολιτική του επιτήδειου ουδέτερου εφάρμοσε ο Ισμέτ Ινονού κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Η διπλωματία του Ινονού, που υπέγραφε σύμφωνο φιλίας με τη Γερμανία το 1941 ενώ παράλληλα διατηρούσε διαύλους με τη Βρετανία, υπήρξε μια άσκηση επιβίωσης μέσω της τακτικής εξισορρόπησης. Η ειρήνη σήμαινε την αποφυγή της καταστροφής και τη διατήρηση των δυνάμεων της χώρας ανέπαφων. Η δε συμβολική κήρυξη πολέμου στη Γερμανία τον Φεβρουάριο του 1945 —με αποκλειστικό σκοπό την εξασφάλιση θέσης ιδρυτικού μέλους στον ΟΗΕ— επιβεβαιώνει τη χρησιμοθηρική αντίληψη της Άγκυρας απέναντι στους διεθνείς θεσμούς.

Η Συνθήκη της Λωζάνης του 1923 αντιμετωπίστηκε από την Τουρκία όχι ως ένα οριστικό τέλος της ιστορίας, αλλά ως η αφετηρία μιας μεθοδικής διαδικασίας προσαρμογής. Όταν το διεθνές σύστημα παρουσίαζε σημαντικές ρωγμές, η Τουρκία επανέφερε στο προσκήνιο ζητήματα που θεωρούνταν λήξαντα. Η πρώτη επιτυχία αυτής της τακτικής ήταν η Συνθήκη του Μοντρέ το 1936. Ενώ το καθεστώς της Λωζάνης προέβλεπε την αποστρατιωτικοποίηση των Στενών και τη διεθνή επιτήρησή τους, η Άγκυρα δεν παραβίασε μονομερώς τους κανόνες· περίμενε τη στιγμή που ο ευρωπαϊκός αναθεωρητισμός αποσταθεροποίησε την Κοινωνία των Εθνών. Παρουσιαζόμενη ως υπεύθυνος σταθεροποιητικός παράγοντας, πέτυχε τη συμβατική αναθεώρηση του καθεστώτος και την αποκατάσταση του στρατιωτικού της ελέγχου στα Στενά μέσα από μια νέα διεθνή συνθήκη.

Στην περίπτωση της Κύπρου τη δεκαετία του 1950, η Τουρκία εφάρμοσε την ίδια στρατηγική της θεσμικής επιστροφής. Με το Άρθρο 20 της Συνθήκης της Λωζάνης, η Τουρκία είχε παραιτηθεί από κάθε δικαίωμα ή αξίωση επί της Κύπρου, αναγνωρίζοντας την προσάρτησή της από τη Μεγάλη Βρετανία. Ωστόσο, όταν ο απελευθερωτικός αγώνας της ΕΟΚΑ και οι βρετανικοί χειρισμοί δημιούργησαν ένα νέο πλαίσιο, η Άγκυρα αξιοποίησε την ευκαιρία. Με τις Συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου το 1959, η Τουρκία δεν ανέτρεψε νομικά το Άρθρο 20, αλλά πέτυχε κάτι γεωπολιτικά πιο σύνθετο: μετέτρεψε την παραίτηση από τον κυριαρχικό τίτλο σε θεσμικά κατοχυρωμένο ρόλο Εγγυήτριας Δύναμης στο νέο κυπριακό κράτος, αναβαθμίζοντας ταυτόχρονα την τουρκοκυπριακή κοινότητα σε συνδιαμορφωτή της πολιτικής τάξης του νησιού.

Η μεταπολεμική ένταξη της Τουρκίας στο ΝΑΤΟ το 1952 δεν αποτελούσε ιδεολογική ταύτιση με τη δυτική δημοκρατία, αλλά μια ορθολογική απάντηση στη σοβιετική πίεση για τα Στενά. Το ΝΑΤΟ λειτούργησε ως πολλαπλασιαστής ισχύος και ως προστατευτική ασπίδα. Όταν όμως τα δυτικά συμφέροντα συγκρούστηκαν με τις τουρκικές προτεραιότητες τη δεκαετία του 1960 (με αποκορύφωμα την επιστολή Τζόνσον το 1964), η Άγκυρα ενεργοποίησε τα ανακλαστικά της αυτόνομης δράσης.

Η στρατιωτική επέμβαση στην Κύπρο το 1974 σηματοδότησε το πέρασμα από την αμυντική προστασία στη δυναμική αναθεώρηση του status quo. Η ίδια η ονομασία της τουρκικής στρατιωτικής επιχείρησης ως «Ειρηνευτικής Επιχείρησης» αποτυπώνει χαρακτηριστικά τον τρόπο με τον οποίο η Άγκυρα νομιμοποιεί τη χρήση ισχύος: η στρατιωτική μεταβολή του status quo παρουσιάζεται ως αποκατάσταση της ειρήνης και της ασφάλειας, επιβάλλοντας μια νέα γεωπολιτική πραγματικότητα που εξυπηρετεί τα ζωτικά της συμφέροντα.

Με το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, η ανάγκη για περιφρούρηση των συνόρων διευρύνθηκε σε αξίωση περιφερειακής επιρροής. Ο Τουργκούτ Οζάλ διέβλεψε τις νέες ευκαιρίες στα Βαλκάνια, τον Καύκασο και τη Μέση Ανατολή, εγκαινιάζοντας μια πιο ενεργητική περιφερειακή πολιτική. 

Η δεκαετία του 1990 υπήρξε ο αποφασιστικός ενδιάμεσος κρίκος αυτής της μετάβασης, γεφυρώνοντας τη μεταπολεμική αμυντική εδραίωση με τον κατοπινό αναθεωρητισμό της περιόδου Ερντογάν. Η τουρκική στρατιωτική και διπλωματική γραφειοκρατία δεν περιορίστηκε πλέον στη διατήρηση των τετελεσμένων του 1974, αλλά διαμόρφωσε ένα νέο επιχειρησιακό και νομικοπολιτικό οπλοστάσιο στο Αιγαίο. Η απόφαση περί casus belli το 1995 και η κρίση των Ιμίων το 1996, σε συνδυασμό με τη σταδιακή παγίωση της θεωρίας των «γκρίζων ζωνών», συνέβαλαν στη μετατροπή της τουρκικής αποτροπής σε μηχανισμό παραγωγής θεσμικής αμφισβήτησης. Έτσι, η δεκαετία του 1990 προετοίμασε το στρατηγικό έδαφος πάνω στο οποίο κινήθηκε αργότερα το AKP. 

Η άνοδος του Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης υπό τον Ερντογάν δεν ανέτρεψε αυτή την πορεία, αλλά την εξέλιξε. Η νέα εξωτερική πολιτική του AKP απέκτησε θεωρητική συγκρότηση κυρίως μέσα από τη «στρατηγική βάθους» του Αχμέτ Νταβούτογλου, ενώ ο Ιμπραήμ Καλίν συνέβαλε στη θεωρητική επεξεργασία και διεθνή προβολή μιας αντίληψης που αντιμετώπιζε την τουρκική ισχύ ως πολυδιάστατη, αναδεικνύοντας μεταξύ άλλων τη σημασία του soft balancing ως εργαλείου άσκησης επιρροής χωρίς άμεση στρατιωτική αντιπαράθεση. Το δόγμα των «μηδενικών προβλημάτων με τους γείτονες» λειτούργησε αρχικά ως εργαλείο ήπιας ισχύος και οικονομικής διείσδυσης, ενώ μετά τις ανατροπές της Αραβικής Άνοιξης το 2011 η Τουρκία πέρασε σε πολύ πιο ενεργητική χρήση της σκληρής ισχύος στη Συρία, το Ιράκ και τη Λιβύη.

Η θεωρητική συμπύκνωση αυτής της φάσης εκφράζεται στο δόγμα της «Γαλάζιας Πατρίδας» (Mavi Vatan), όρο που εισήγαγε το 2006 ο απόστρατος ναύαρχος Τζεμ Γκιουρντενίζ (Cem Gürdeniz) και στη συνέχεια συστηματοποιήθηκε και αναπτύχθηκε ως στρατηγικό δόγμα, μεταξύ άλλων, από τον ναύαρχο Τζιχάτ Γιαϊτζί (Cihat Yaycı). Η εξέλιξη αυτή προηγήθηκε της εδραίωσης της διακυβέρνησης Ερντογάν, ενώ η «Γαλάζια Πατρίδα» ενσωματώθηκε στη συνέχεια ευρύτερα στη στρατηγική του τουρκικού κράτους.

Η τουρκική επιχειρηματολογία επιδιώκει να μεταφέρει τη συζήτηση από τους γενικούς κανόνες του Δικαίου της Θάλασσας (UNCLOS) στο επίπεδο μιας ειδικής γεωγραφικής εξίσωσης. Προβάλλοντας τις αρχές της ευθυδικίας (equity) και των ειδικών περιστάσεων, η Άγκυρα ισχυρίζεται ότι το μέγεθος της ηπειρωτικής ακτής της Ανατολίας και οι ιδιαίτερες συνθήκες του Αιγαίου υπερέχουν της πλήρους επήρειας των νησιωτικών σχηματισμών.

Η ίδια αντίληψη αποτυπώνεται πλέον και στη ρητορική του «Türkiye Yüzyılı» («Αιώνα της Τουρκίας»), μέσα στην οποία η έννοια της τουρκικής ισχύος αποκτά ευρύτερη περιφερειακή και παγκόσμια διάσταση. Χαρακτηριστικά, ο βουλευτής και κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος του AKP Μουχαμέτ Εμίν Ακμπασόογλου έχει συνδέσει ρητά το «Türkiye Yüzyılı» με την έννοια του «Pax Türkiye», αντιπαραβάλλοντάς το με το ιστορικό «Pax Ottomana». Η διατύπωση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία, όχι επειδή συνιστά αυτοτελές επίσημο δόγμα, αλλά επειδή συμπυκνώνει τη μετάβαση από την ιδέα μιας Τουρκίας που απλώς προστατεύει τα συμφέροντά της σε μια Τουρκία που φιλοδοξεί να διαμορφώνει το περιφερειακό και, κατ’ επέκταση, το διεθνές περιβάλλον.

Παράλληλα, με την απόφαση της Τουρκικής Εθνοσυνέλευσης το 1995 περί casus belli, η Άγκυρα μετέτρεψε τη νομικά προβλεπόμενη δυνατότητα επέκτασης των ελληνικών χωρικών υδάτων στα 12 ναυτικά μίλια σε ζήτημα στρατηγικού κινδύνου, αποτρέποντας την άσκηση ενός κυριαρχικού δικαιώματος μέσω της απειλής χρήσης βίας. Η δε διαμόρφωση μιας ατζέντας αμφισβητούμενων περιοχών («γκρίζες ζώνες»), η οποία εκδηλώθηκε στο πεδίο με την κρίση των Ιμίων το 1996, λειτουργεί ως μηχανισμός παραγωγής στρατηγικής αβεβαιότητας, παγώνοντας την ελληνική δραστηριότητα και πιέζοντας για μια συνολική πολιτική διαπραγμάτευση.

Στο ίδιο πλαίσιο, η προσήλωση στην απαίτηση για λύση δύο κρατών στην Κύπρο αντικατοπτρίζει την προσπάθεια νομιμοποίησης των τετελεσμένων του 1974. Η θέση αυτή προσκρούει, ωστόσο, στο υφιστάμενο θεσμικό πλαίσιο των Ηνωμένων Εθνών: με τα ψηφίσματα 541 (1983) και 550 (1984), το Συμβούλιο Ασφαλείας χαρακτήρισε νομικά άκυρη την απόπειρα απόσχισης και δημιουργίας χωριστού κράτους στο βόρειο τμήμα της Κύπρου και κάλεσε όλα τα κράτη να μην αναγνωρίσουν οποιοδήποτε κυπριακό κράτος άλλο από την Κυπριακή Δημοκρατία.

Ακόμη και η συζήτηση γύρω από το Κανάλι της Κωνσταντινούπολης (Kanal İstanbul) αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Η δημιουργία μιας εναλλακτικής θαλάσσιας οδού δημιουργεί δυνητικά μια νέα υποδομή, της οποίας το καθεστώς διαχείρισης θα μπορούσε να προσφέρει στην Άγκυρα πρόσθετα εργαλεία ελέγχου στη Μαύρη Θάλασσα, συμπληρωματικά ή παράλληλα προς τους περιορισμούς της Σύμβασης του Μοντρέ.

Η ίδια στρατηγική κουλτούρα δεν περιορίζεται στην εξωτερική συμπεριφορά του κράτους. Αν και δεν μπορεί να εξισωθεί μηχανικά η εσωτερική καταστολή με την εξωτερική πολιτική, υπάρχει μια κοινή θεσμική λογική: η διατήρηση της κρατικής συνοχής μέσω της απόλυτης προτεραιότητας της ασφάλειας έναντι της πολιτικής αμφισβήτησης. Από την καταστολή της εξέγερσης του Σέιχ Σαΐντ (1925) και τα γεγονότα στο Ντερσίμ (1937-1938), μέχρι τον Φόρο Περιουσίας (Varlık Vergisi, 1942) και τα Σεπτεμβριανά του 1955, το κράτος λειτούργησε με γνώμονα τη βίαιη επιβολή της εθνικής ομοιογένειας. Η ίδια λογική της διαφύλαξης της τάξης εφαρμόστηκε απέναντι στα κοινωνικά κινήματα και την αριστερά κατά τα στρατιωτικά πραξικοπήματα του 1960, του 1971 και του 1980.

Ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν προσάρμοσε αυτόν τον κρατικό μηχανισμό στο δικό του ισλαμο-εθνικιστικό πλαίσιο. Η αντιμετώπιση των διαδηλώσεων στο Πάρκο Γκεζί το 2013, η παρατεταμένη φυλάκιση του Οσμάν Καβαλά, οι δικαστικές διώξεις κατά του Δημάρχου Κωνσταντινούπολης Εκρέμ Ιμάμογλου, καθώς και οι μαζικές εκκαθαρίσεις μετά την απόπειρα πραξικοπήματος του 2016 (με τη φυλάκιση πολιτικών όπως ο Σελαχατίν Ντεμιρτάς), υπογραμμίζουν τη διαχρονική προτεραιότητα του κράτους ασφαλείας: την υπαγωγή των εσωτερικών δυνάμεων στην κεντρική εξουσία.

Το ίδιο μοτίβο είναι ακόμη πιο εμφανές στην Κύπρο, όπου η στρατιωτική επέμβαση του 1974 δεν παρέμεινε ένα περιορισμένο στρατιωτικό γεγονός, αλλά μετατράπηκε σταδιακά σε διαρκές γεωπολιτικό τετελεσμένο. 

Η συνεχιζόμενη τουρκική στρατιωτική παρουσία στον βορρά, η παγίωση της de facto διχοτόμησης και η δημιουργία παράλληλων διοικητικών και οικονομικών δομών συνέβαλαν στη μεταβολή μιας προσωρινής κατάστασης κατάπαυσης του πυρός σε ένα μακροχρόνιο πολιτικό status quo. Χαρακτηριστική είναι και η περίπτωση του αεροδρομίου Τύμπου (Ercan), το οποίο αναπτύχθηκε μετά το 1974 ως αεροπορική υποδομή του βόρειου τμήματος του νησιού και λειτουργεί έξω από το πλαίσιο της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η διεθνής τάξη, αντίθετα, εξακολουθεί να αντιμετωπίζει την Κύπρο ως ενιαίο κράτος και τα Ηνωμένα Έθνη διατηρούν την UNFICYP για την επιτήρηση της γραμμής κατάπαυσης του πυρός και της νεκρής ζώνης.

Το θεσμικό τεστ της στρατηγικής

Βεβαίως, η τουρκική πλευρά μπορεί να αμφισβητήσει αυτή την ερμηνεία. Και είναι θεμιτό να το πράξει. Εάν όμως υποστηρίζει ότι η συμπεριφορά της δεν εκφράζει μια στρατηγική αξιοποίησης των μεταβαλλόμενων συσχετισμών ισχύος, αλλά μια διαφορετική και συνεπή αντίληψη περί διεθνούς νομιμότητας, τότε η διαφωνία μπορεί να υποβληθεί σε ένα σαφές θεσμικό κριτήριο: την προσχώρηση στην UNCLOS και την αποδοχή της διεθνούς δικαιοδοσίας για την επίλυση των σχετικών διαφορών.

Η αποδοχή ενός τέτοιου πλαισίου δεν θα σήμαινε ότι η Τουρκία εγκαταλείπει τις θέσεις της. Θα σήμαινε ότι δέχεται να κριθούν αυτές οι θέσεις μέσα σε ένα κοινά αποδεκτό νομικό πλαίσιο. Και ακριβώς εκεί βρίσκεται η ουσία της διαφοράς: εάν η αντιπαράθεση αφορά πρωτίστως διαφορετικές ερμηνείες του δικαίου, τότε η δικαιοδοτική διαδικασία μπορεί να λειτουργήσει ως μηχανισμός επίλυσής της· εάν, αντίθετα, το δίκαιο αποτελεί ένα μόνο μέρος μιας ευρύτερης στρατηγικής διαπραγμάτευσης ισχύος, τότε η διαφορά βρίσκεται σε διαφορετικό επίπεδο.

Υπάρχει, ωστόσο, ένα απλό θεσμικό ερώτημα. Το 2018 ο Μεβλούτ Τσαβούσογλου χαρακτήρισε την απόφαση της Τουρκικής Εθνοσυνέλευσης του 1995 περί casus belli ως «πολιτική προειδοποίηση», διευκρινίζοντας ταυτόχρονα ότι η τουρκική θέση δεν είχε αλλάξει. Το 2026 ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν υποβάθμισε περαιτέρω τη σημασία του ζητήματος, υποστηρίζοντας ότι ο τουρκικός λαός ουσιαστικά δεν το γνωρίζει. Εάν, λοιπόν, πρόκειται για μια παρωχημένη πολιτική προειδοποίηση και όχι για πραγματική απειλή χρήσης βίας, γιατί η απόφαση του 1995 δεν ανακαλείται; Η ανάκλησή της θα αποτελούσε την απλούστερη και σαφέστερη απόδειξη ότι η τουρκική αντίληψη περί ειρήνης δεν περιορίζεται στη διαχείριση της ισχύος, αλλά αποδέχεται και τους θεσμικούς περιορισμούς του διεθνούς δικαίου. Το ζήτημα, επομένως, δεν είναι μόνο ποιος μιλά για ειρήνη, αλλά και ποιος διατηρεί τους μηχανισμούς έντασης. Στο μεταγενέστερο αυτό πλαίσιο, η διατήρηση της απόφασης του 1995 περί casus belli αποτελεί ένα συγκεκριμένο θεσμικό παράδειγμα: μια διακηρυγμένη απειλή χρήσης βίας που εξακολουθεί να συνδέεται με την άσκηση ενός δικαιώματος που προβλέπεται από το διεθνές δίκαιο.

Συμπερασματικά, η έννοια της ειρήνης στο πλαίσιο του «ειρήνη στην πατρίδα, ειρήνη στον κόσμο» δεν υπήρξε ένας αυτοσκοπός, αλλά συνδέθηκε με μια συγκεκριμένη αντίληψη κρατικής ισχύος. Στην τουρκική στρατηγική κουλτούρα, η ειρήνη δεν νοείται κατ’ ανάγκην ως απουσία ισχύος ή ανταγωνισμού, αλλά ως αποτέλεσμα της ύπαρξης επαρκούς ισχύος για τη διαφύλαξη της κρατικής συνοχής στο εσωτερικό και των εθνικών συμφερόντων στο εξωτερικό. Η «ειρήνη στην πατρίδα» προϋποθέτει, σε αυτή την οπτική, ένα ισχυρό και συνεκτικό κράτος· η «ειρήνη στον κόσμο» ένα κράτος ικανό να προστατεύει και να προωθεί τα συμφέροντά του μέσα στους μεταβαλλόμενους διεθνείς συσχετισμούς.

Όταν η Τουρκία βρίσκεται σε φάση σχετικής αδυναμίας, η ειρήνη μεταφράζεται κυρίως σε αποφυγή κινδύνων, διατήρηση των κεκτημένων και αξιοποίηση της διεθνούς νομιμότητας. Όταν η ισχύς της αυξάνεται και το διεθνές περιβάλλον ρευστοποιείται, η ίδια έννοια αποκτά περισσότερο ενεργητικό περιεχόμενο: η ειρήνη συνδέεται με την ικανότητα διαμόρφωσης των περιφερειακών ισορροπιών και προσαρμογής τους στις τουρκικές στρατηγικές προτεραιότητες.

Υπό αυτή την έννοια, η συνέχεια της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής δεν έγκειται σε μια αμετάβλητη δογματική ατζέντα, αλλά στη σταθερότητα μιας στρατηγικής μεθόδου: εσωτερική συγκρότηση, συσσώρευση ισχύος, αναμονή σε δυσμενείς συσχετισμούς, αξιοποίηση των ρωγμών του διεθνούς συστήματος και μετατροπή των νέων συσχετισμών σε πολιτικά και θεσμικά τετελεσμένα. Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι αν η Τουρκία διαθέτει δικαίωμα να διατυπώνει τη δική της αντίληψη για την ειρήνη, την ασφάλεια και τη διεθνή τάξη. Το ερώτημα είναι αν είναι διατεθειμένη να υποβάλει αυτή την αντίληψη στους ίδιους θεσμικούς κανόνες που επικαλείται όταν μιλά για διεθνή νομιμότητα. Εκεί η στρατηγική κουλτούρα παύει να είναι αντικείμενο ερμηνείας και γίνεται αντικείμενο θεσμικής δοκιμασίας.