Πυρ ομα­δόν από τον νομικό κόσμο για τη νέα στο­χο­ποίηση του Documento

Γιάν­νης Μαν­τζου­ράνης, Ζαχα­ρίας Κεσ­σές, Θεόδω­ρος Μαντάς και Βασίλης Χειρ­δάρης κατα­κε­ραυ­νώ­νουν την… ξαφ­νική απόφαση της Δικαιο­σύνης να «κυνη­γήσει» το Documento.

Πολύ σοβαρά πολιτικά, νομικά και ηθικά ζητήματα προκύπτουν από τη νέα στοχοποίηση του Documento, που δρομολόγησε το 2022 ο Ισίδωρος Ντογιάκος και εργαλειοποιείται τώρα, τέσσερα χρόνια μετά, εν μέσω δραματικών εξελίξεων για το σκάνδαλο των υποκλοπών. Ο πρώην εισαγγελέας του Αρειου Πάγου «έκρινε» τότε ότι η δημοσιοποίηση ονομάτων στελεχών της ΕΥΠ, που είτε παρακολουθούνταν είτε είχαν κομβικό ρόλο στην υπόθεση, αποτελεί νομικά «κολάσιμη» πράξη.

Η δικογραφία που βρισκόταν στον πάγο αίφνης «ζεστάθηκε» σαν μπαγιάτικο και άνοστο φαγητό, με ξεκάθαρους στόχους: τον αποπροσανατολισμό της κοινής γνώμης, την έμμεση απειλή όσων δημοσιογράφων (και όχι μόνο) επιχειρήσουν να κάνουν νέα ρεπορτάζ για τις υποκλοπές και την τιμωρία των ανθρώπων που ενημέρωσαν και ενημερώνουν την κοινή γνώμη για ό,τι συνέβη.

Το Documento επικοινώνησε με τους Γιάννη Μαντζουράνη, Ζαχαρία Κεσσέ, Βασίλη Χειρδάρη και Θεόδωρο Μαντά, τέσσερις έμπειρους, εγνωσμένης αξίας δικηγόρους, που έχουν το θάρρος της γνώμης τους και κυρίως τις γνώσεις για να κρίνουν αν η έρευνα που διατάχτηκε σε βάρος της εφημερίδας έχει νομική βάση και… λογική.

Ο Γ. Μαντζουράνης επισημαίνει ότι «οι υπό έλεγχο πράξεις δημοσιογράφων και εκδοτών, που καλούνται ως ύποπτοι προς εξέταση, αποτελούν ενάσκηση συνταγματικού δικαιώματος προς ενημέρωση της κοινής γνώμης και όχι αφορμή ή ορθότερον προσχηματική δικαιολογία για διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης σε βάρος τους».

Ο Ζ. Κεσσές, δικηγόρος θυμάτων των υποκλοπών με Predator, που έχει πρωταγωνιστικό ρόλο στις αποκαλύψεις και τις νομικές ενέργειες για τη διασύνδεση κρατικών υπηρεσιών με τις παρακολουθήσεις, κάνει λόγο για «εξαιρετικά προβληματική εξέλιξη για την ελευθερία του Τύπου και το δικαίωμα της κοινωνίας στην ενημέρωση». Επιπλέον σημειώνει και κάτι εξαιρετικά σημαντικό: «Η νομολογία του ανωτάτου δκαστηρίου έχει κρίνει ότι δεν αρκεί η απλή δημοσιοποίηση της ταυτότητας υπαλλήλου της ΕΥΠ για τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος».

Από τη μεριά του ο Β. Χειρδάρης εξηγεί ότι «το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο διαθέτει πλούσια και πάγια νομολογία προστασίας των δημοσιογράφων» και αναφέρει στο Documento χαρακτηριστικά παραδείγματα.

Ο Θ. Μαντάς υπογραμμίζει στο Documento ότι «σε μια σύγχρονη δημοκρατία η προστασία της ελευθερίας του Τύπου δεν μπορεί να υποχωρεί μπροστά σε πρακτικές που δημιουργούν κλίμα εκφοβισμού και περιορίζουν τη δυνατότητα ουσιαστικού ελέγχου της εξουσίας».

«Οι καλούμενοι ως ύποπτοι ούτε τρομοκρατούνται ούτε φοβούνται»

Γιάννης Μαντζουράνης

Δικηγόρος, μέλος Πολιτικής Γραμματείας ΣΥΡΙΖΑ – ΠΣ

Το 2022 η εφημερίδα Documento δημοσιοποίησε, μεταξύ άλλων, και τα ονόματα υπαλλήλων της ΕΥΠ που ήταν υπό παρακολούθηση από το Predator εξαιτίας της ασυγκράτητης «περιέργειας» των υπογείων του Μαξίμου και των Ισραηλινών συνεργών του.

Με καθυστέρηση τριών και πλέον ετών και σε αδιαμφισβήτητη χρονική συσχέτιση με τη σκανδαλώδη αναιτιολόγητη πράξη του εισαγγελέα ΑΠ Κ. Τζαβέλλα για μη ανάσυρση της υπόθεσης των υποκλοπών από το αρχείο, καλούνται ως ύποπτοι εκδότες και δημοσιογράφοι γιατί δημοσιοποίησαν τα ονόματα υπαλλήλων της ΕΥΠ, που παρακολουθούνταν από αλλοδαπούς και ημεδαπούς πράκτορες με τις ευλογίες και εισαγγελικών λειτουργών, που υποτίθεται ότι ασκούσαν την προσήκουσα εποπτεία στην ΕΥΠ.

Η χρονική συνάφεια της κλήσης ως υπόπτων και της δριμείας επαναφοράς στο πολιτικό προσκήνιο του εγκλήματος των υποκλοπών μετά τη γνωστοποίηση της παραπάνω πράξης του εισαγγελέα ΑΠ Κων. Τζαβέλλα αποτελεί ισχυρή ένδειξη, αν όχι και απόδειξη, μιας οργανωμένης επιχείρησης αποπροσανατολισμού της κοινής γνώμης από τη σχεδόν αναιτιολόγητη και ασυγχώρητη πρόσφατη πράξη του εισαγγελέα ΑΠ Κων. Τζαβέλλα και εκφοβισμού εκδοτών και δημοσιογράφων προς αποφυγή περαιτέρω αποκαλύψεων για τα εγκλήματα των υποκλοπών και κυρίως για το κακούργημα της κατασκοπείας. Το ζήτημα των υποκλοπών από δημόσιες υπηρεσίες και φορείς σε συνεργασία με πρώην Ισραηλινούς πράκτορες και ημεδαπούς ιδιώτες προσβάλλει βάναυσα συνταγματικώς κατοχυρωμένα δικαιώματα των πολιτών και ταυτόχρονα πλήττει καίρια τον σκληρό πυρήνα του δημοκρατικού πολιτεύματος.

Ως εκ τούτου, η διερεύνηση των εγκλημάτων που διεπράχθησαν με πράξεις και παραλείψεις ιδιωτών, δημοσίων υπαλλήλων, πολιτικών προσώπων καθώς και δικαστικών και εισαγγελικών λειτουργών ιδρύει όχι απλώς δικαίωμα, αλλά δημιουργεί υποχρέωση των λειτουργών του έντυπου και ηλεκτρονικού Τύπου να γνωστοποιήσουν στους πολίτες όλα τα στοιχεία που αφορούν ένα τόσο κρίσιμο για την ομαλή λειτουργία των δημοκρατικών θεσμών ζήτημα.

Κατά συνέπεια, οι υπό έλεγχο πράξεις δημοσιογράφων και εκδοτών, που καλούνται, ως ύποπτοι προς εξέταση, αποτελούν ενάσκηση συνταγματικού δικαιώματος προς ενημέρωση της κοινής γνώμης και όχι αφορμή ή ορθότερον προσχηματική δικαιολογία για διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης σε βάρος τους με βάση τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 14 του ν. 3649/2008.

Κι αυτό, γιατί ισχύουν και εφαρμόζονται τυπικώς υπέρτερες διατάξεις του Συντάγματος και της ΕΣΔΑ, που προστατεύουν την ελευθερία του Τύπου και συνακόλουθα τους δημοσιογράφους και εκδότες από ποινικές και άλλες διώξεις σε βάρος τους με –προσχηματική ή μη– επίκληση διατάξεων νόμων με ελάσσονα του Συντάγματος και της ΕΣΔΑ τυπική ισχύ.

Είναι απορίας άξιον ότι συχνά οι ελληνικές εισαγγελικές αρχές αγνοούν προκλητικά την πάγια νομολογία της ΕΣΔΑ σε σχέση με το δικαίωμα και την υποχρέωση των δημοσιογράφων και εκδοτών να κρίνουν και κατακρίνουν και μάλιστα με ιδιαίτερη σκληρότητα πράξεις και παραλείψεις δημόσιων λειτουργών, οι οποίες κινούνται είτε εκτός είτε εντός των ορίων του νόμου.

Στην προκειμένη περίπτωση οι καλούμενοι ως ύποπτοι έχουν αποδείξει ότι ούτε τρομοκρατούνται ούτε φοβούνται μπροστά στις απειλές και επιθέσεις των κάθε είδους εξουσιαστών και των παρατρεχάμενών τους.

«Η επίκληση του ν. 3649/2008 εγείρει σοβαρά ζητήματα»

Ζαχαρίας Κεσσές 

Δικηγόρος

Η προκαταρκτική έρευνα που διατάχτηκε σε βάρος της εφημερίδας Documento για δημοσίευμα της 27ης Νοεμβρίου 2022 συνιστά μία εξαιρετικά προβληματική εξέλιξη για την ελευθερία του Τύπου και το δικαίωμα της κοινωνίας στην ενημέρωση. Την ώρα που η υπόθεση του Predator εξακολουθεί να παράγει σοβαρά ερωτήματα για τη λειτουργία του κράτους δικαίου, οι δικαστικές αρχές εμφανίζονται να στρέφουν την προσοχή τους όχι προς τη διερεύνηση των υπευθύνων των παρακολουθήσεων αλλά προς τους δημοσιογράφους που αποκάλυψαν κρίσιμες πληροφορίες δημόσιου ενδιαφέροντος.

Η ερευνητική δημοσιογραφία υπήρξε καθοριστική για την αποκάλυψη του σκανδάλου των υποκλοπών. Χωρίς την επίμονη έρευνα δημοσιογράφων και μέσων ενημέρωσης, μεγάλο μέρος της υπόθεσης θα είχε παραμείνει στο σκοτάδι. Οι αποκαλύψεις για τη χρήση κατασκοπευτικού λογισμικού εις βάρος πολιτικών, δημοσιογράφων, δικηγόρων και άλλων μελών της κοινωνίας των πολιτών δεν αποτέλεσαν προϊόν κρατικής έρευνας αλλά αποτέλεσμα δημοσιογραφικής έρευνας απέναντι σε ένα περιβάλλον συστηματικής συγκάλυψης και θεσμικής αδράνειας.

Η επίκληση του άρθρου 14 παρ. 3 του ν. 3649/2008 στην προκειμένη περίπτωση δημιουργεί σοβαρά νομικά ζητήματα. Η νομολογία του ανώτατου δικαστηρίου έχει κρίνει ότι δεν αρκεί η απλή δημοσιοποίηση της ταυτότητας υπαλλήλου της ΕΥΠ για τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος. Απαιτείται επιπλέον η αποκάλυψη συγκεκριμένων στοιχείων που αφορούν την υπηρεσιακή δράση του σε ζητήματα συλλογής και αξιολόγησης πληροφοριών σχετικών με την εθνική ασφάλεια ή την αντιμετώπιση κατασκοπευτικής δραστηριότητας. Η απλή αναφορά ονόματος δεν αρκεί.

Σε μία δημοκρατία η δημοσιογραφική έρευνα δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως απειλή. Οταν οι δημοσιογράφοι διώκονται επειδή αποκαλύπτουν πληροφορίες δημόσιου συμφέροντος, ενώ οι πραγματικές πτυχές του σκανδάλου παραμένουν ανεπαρκώς διερευνημένες, το πρόβλημα παύει να αφορά μόνο την ελευθερία του Τύπου και αγγίζει πλέον τον ίδιο τον πυρήνα του κράτους δικαίου.

«Υποσκάπτουν τα θεμέλια της δημοκρατίας»

Βασίλης Χειρδάρης 

Ποινικολόγος

Η ποινική έρευνα κατά δημοσιογράφων επειδή δημοσίευσαν, στο πλαίσιο έρευνας για το Predator, στοιχεία που φέρονται να συνδέονται με προσωπικό της ΕΥΠ, δεν είναι μια απλή ποινική υπόθεση. Είναι δοκιμασία για την ελευθερία του Τύπου και για το δικαίωμα των πολιτών να ενημερώνονται και να γνωρίζουν για θέματα που άπτονται του δημόσιου ενδιαφέροντος.

Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο διαθέτει πλούσια και πάγια νομολογία προστασίας των δημοσιογράφων.

Στην απόφαση Telegraaf Media Nederland Landelijke Media B.V. κ.ά. κατά Ολλανδίας της 22/11/2012 έκρινε ότι η παρακολούθηση δημοσιογράφων και η υποχρέωση παράδοσης εγγράφων μυστικής υπηρεσίας παραβίασαν τα άρθρα 8 και 10 της ΕΣΔΑ. Στην απόφαση Bucur και Toma κατά Ρουμανίας της 08/10/2013 προστάτευσε αποκάλυψη παράνομων τηλεφωνικών υποκλοπών σε βάρος πολιτικών και δημοσιογράφων από μυστική υπηρεσία, ενώ στην Gîrleanu κατά Ρουμανίας της 26/08/2018 έκρινε δυσανάλογη την ποινική καταδίκη δημοσιογράφου για δημοσίευση διαβαθμισμένων εγγράφων στο πλαίσιο δημοσιογραφικής έρευνας δημόσιου ενδιαφέροντος.

Επίσης, το Διαμερικανικό Δικαστήριο στις αποφάσεις Herrera Ulloa κατά Costa Rica, Kimel κατά Argentina, Ivcher Bronstein κατά Peru έχει αποφανθεί ότι η ποινική καταστολή δημοσιογράφων για έρευνες δημόσιου ενδιαφέροντος παράγει αποτρεπτικό αποτέλεσμα για την ελευθερία της έκφρασης και των δημοσιογράφων (chilling effect).

Σε μια δημοκρατία το κρατικό απόρρητο δεν μπορεί να μετατρέπεται σε πέπλο ατιμωρησίας. Οταν η δημοσίευση αφορά παρακολουθήσεις πολιτικών προσώπων και δημοσιογράφων, το δημόσιο συμφέρον είναι προφανές. Η ποινική δίωξη πρέπει να ελέγχεται σε πλαίσιο αυστηρής αναλογικότητας, διότι διαφορετικά το αποτρεπτικό και τιμωρητικό μήνυμα προς τον Τύπο για τυχόν ενοχλητική έρευνα είναι εξαιρετικά επικίνδυνο τόσο για την ελευθερία της έκφρασης όσο και για την προάσπιση του πολιτεύματος.

Ο ρόλος του δημοσιογράφου είναι η ενημέρωση των πολιτών για θέματα δημόσιου συμφέροντος και η προστασία της δημοκρατίας. Κινήσεις όπως προκαταρκτικές εξετάσεις και ποινικές διώξεις κατά δημοσιογράφων όχι μόνον δεν ωφελούν τη νομιμότητα αλλά υποσκάπτουν τα θεμέλια της δημοκρατίας και της ελευθερίας της έκφρασης.

«Επιχειρείται η ποινικοποίηση των αποκαλύψεων»

Θεόδωρος Μαντάς 

Δικηγόρος, μέλος ΔΣ του ΔΣΑ

Η κίνηση προκαταρκτικής εξέτασης κατά δημοσιογράφων με επίκληση του άρθρου 14 παρ. 3 του ν. 3649/2008 προκαλεί σοβαρά ερωτήματα ως προς τα όρια της ελευθερίας του Τύπου και της προστασίας της δημοσιογραφικής έρευνας σε ένα δημοκρατικό κράτος δικαίου. Η προστασία στοιχείων που αφορούν την υπηρεσιακή κατάσταση στελεχών της ΕΥΠ είναι προφανώς θεμιτός σκοπός. Ωστόσο η επίκληση της συγκεκριμένης διάταξης δεν μπορεί να μετατρέπεται σε εργαλείο πίεσης απέναντι σε δημοσιογράφους που ερευνούν και δημοσιοποιούν πληροφορίες σχετιζόμενες με ζητήματα έντονου δημόσιου ενδιαφέροντος.

Η ελευθεροτυπία αποτελεί συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα και βασικό πυλώνα της δημοκρατικής λειτουργίας του πολιτεύματος. Υπό το πρίσμα αυτό, η ποινική διερεύνηση δημοσιογραφικών αποκαλύψεων δημιουργεί την εντύπωση μιας έμμεσης αλλά σαφούς επιδίωξης περιορισμού της ελευθερίας του Τύπου και αποθάρρυνσης της ερευνητικής δημοσιογραφίας. Παράλληλα καλλιεργεί ένα ιδιαίτερα επικίνδυνο αποτρεπτικό αποτέλεσμα για κάθε δημοσιογράφο που επιχειρεί να ερευνήσει υποθέσεις κρατικής λειτουργίας, λογοδοσίας και ενδεχόμενης κατάχρησης εξουσίας. Οταν η δημοσιογραφική έρευνα αντιμετωπίζεται υπό την απειλή ποινικών διαδικασιών, ενισχύεται ένα κλίμα φόβου και αυτοπεριορισμού, ασύμβατο με τις αρχές μιας ανοιχτής δημοκρατικής κοινωνίας.

Η χρονική συγκυρία καθιστά την εξέλιξη ακόμη πιο προβληματική. Λίγες μόλις ημέρες μετά την αρχειοθέτηση της υπόθεσης των υποκλοπών από τον εισαγγελέα του Αρειου Πάγου, η κίνηση ποινικής διαδικασίας κατά δημοσιογράφων δημιουργεί εύλογους συνειρμούς ως προς τη στάση της πολιτείας απέναντι στη δημοσιογραφική έρευνα. Αντί να ενισχύονται η διαφάνεια και ο δημόσιος έλεγχος, φαίνεται να επιχειρείται η ποινικοποίηση της αποκάλυψης πληροφοριών και της δημοσιογραφικής διερεύνησης υποθέσεων που απασχολούν έντονα τη δημόσια σφαίρα. Σε μια σύγχρονη δημοκρατία η προστασία της ελευθερίας του Τύπου δεν μπορεί να υποχωρεί μπροστά σε πρακτικές που δημιουργούν κλίμα εκφοβισμού και περιορίζουν τη δυνατότητα ουσιαστικού ελέγχου της εξουσίας.

ΑΠΟ ΤΟ DOCUMENTO